kourdistoportocali.comNews DeskΣτον ίλιγγο του χρέους ΗΠΑ και Ευρώπη. H JPMorgan συγκαλεί War Room. Ο Γιάννης Στουρνάρας προειδοποιεί τους Λεφτά Υπάρχουν εγχώριους ηγέτες

H Eυρώπη επιστρέφει στη λιτότητα

Στον ίλιγγο του χρέους ΗΠΑ και Ευρώπη. H JPMorgan συγκαλεί War Room. Ο Γιάννης Στουρνάρας προειδοποιεί τους Λεφτά Υπάρχουν εγχώριους ηγέτες

«Δεν νομίζω ότι θα συμβεί - γιατί γίνεται καταστροφικό και όσο πιο κοντά το πλησιάζεις, θα υπάρξει πανικός»

Καθώς οι Έλληνες συνειδητοποιούν τι σημαίνει δημόσιο Χρέος ο Διευθύνων Σύμβουλος της JPMorgan Chase & Co. Jamie Dimon ανεβάζει την ένταση του οικονομικού τρόμου καθώς ανακοίνωσε είπε ότι η εταιρεία του έχει συγκαλέσει εβδομαδιαία “πολεμικό συμβούλιο” για να σχεδιάσει πώς θα αντιδρούσε σε ενδεχόμενη χρεοκοπία των ΗΠΑ εν μέσω παρατεταμένων διαπραγματεύσεων στο Κογκρέσο για το ανώτατο όριο χρέους.

Οι Ρεπουμπλικάνοι ηγέτες του Κογκρέσου απαιτούν υποσχέσεις περικοπών προτού εγκρίνουν υψηλότερο ανώτατο όριο χρέους, ενώ ο πρόεδρος Joe Biden επέμεινε σε «καθαρή» αύξηση στο όριο δανεισμού των 31,4 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, με τις συζητήσεις για τον προϋπολογισμό να διατηρούνται χωριστές.

Οι ΗΠΑ που πλησιάζουν σε μια πιθανή χρεοκοπία θα μπορούσε να προκαλέσει πανικό στους επενδυτές και να επηρεάσει άλλες αγορές εκτός των ΗΠΑ, δήλωσε ο Dimon.

Η αίθουσα πολέμου που συγκαλεί η τράπεζα πιθανότατα θα συνεδριάζει πιο συχνά – και πιθανώς πολλές φορές την ημέρα – καθώς ο χρόνος ξεκινά προς την 1η Ιουνίου, όταν η υπουργός Οικονομικών Janet Yellen είπε ότι τα ειδικά λογιστικά μέτρα για τη διάθεση μετρητών ενδέχεται να εξαντληθούν.

«Δεν νομίζω ότι θα συμβεί – γιατί γίνεται καταστροφικό και όσο πιο κοντά το πλησιάζεις, θα υπάρξει πανικός», δήλωσε την Πέμπτη ο Διευθύνων Σύμβουλος Dimon. «Επηρεάζει συμβόλαια, εξασφαλίσεις, εκκαθαριστικά γραφεία, πελάτες – επηρεάζει διαφορετικά τους πελάτες σε όλο τον κόσμο. Τότε πρέπει να προβλέψεις τι θα κάνουν οι άνθρωποι».

Ο Dimon έχει υποστηρίξει εδώ και καιρό την άρση του ανώτατου ορίου χρέους, το οποίο είναι ένα ανώτατο όριο στον κρατικό δανεισμό που επηρεάζει την ικανότητα των ΗΠΑ να πληρώνουν τους υπάρχοντες λογαριασμούς.

Βέβαια ο Dimon δεν έχει διευκρινίσει τους αποδέκτες των πληρωμών του χρέους και το γεγονός ότι οι Αμερικανοί πολίτες πληρώνουν τόκους για το χρέος τους.

Η Yellen στο μεταξύ έχει προειδοποιήσει ότι μια χρεοκοπία θα μπορούσε να προκαλέσει οικονομική και χρηματοπιστωτική «κατάρρευση», θέτοντας σε κίνδυνο τις πληρωμές σε επενδυτές ομολόγων των ΗΠΑ, αποδέκτες παροχών και ομοσπονδιακούς εργολάβους, μεταξύ άλλων.

«Είναι πολύ ατυχές. Δεν πρέπει ποτέ να συμβεί με αυτόν τον τρόπο», είπε ο Dimon.

Γιάννης Σουρνάρας> Πολλοί λένε πράγματα, τα οποία δεν πρόκειται να εφαρμοστούν

 

Ο Έλληνας κεντρικός τραπεζίτης Γιάννης Σουρνάρας τώρα, μίλησε στην Ημερησία και στον Γιάννη Φώσκολο.

Είδαμε πρόσφατα μια ανοιχτή επιστολή προς τα τρία μεγάλα κόμματα του πρ. υπουργού Οικονομικών, κ. Αλέκου Παπαδόπουλου, που μιλάει για διόγκωση του κρατικού και του δημόσιου χρέους σε απόλυτους αριθμούς και κρούει καμπανάκι κινδύνου, λέγοντας πως οι τεράστιοι όγκοι κρατικού και δημόσιου χρέους, η διαρκώς, όπως λέει, επιδεινούμενη διάρθρωσή τους και η αλματώδης αύξηση των επιτοκίων δανεισμού δημιουργούν ανησυχία σχετικά με τις δυνατότητες του κράτους – λέει ο ίδιος – να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Αυτό είναι κάτι που σας ανησυχεί, η αύξηση του χρέους ως απόλυτο νούμερο;

Κατ΄αρχάς να ξεκινήσω από το τέλος. Βρίσκομαι στη θέση αυτή για να προειδοποιώ, να κρούω τον κώδωνα του κινδύνου, όποτε χρειάζεται, και να αποτρέπω, στο βαθμό που μου το επιτρέπει το Καταστατικό της Τράπεζας της Ελλάδος, κάτι το οποίο έκανα κατά το παρελθόν, όπως γνωρίζετε, όταν το απαίτησαν οι συνθήκες.

Οι αναλύσεις που γίνονται για τη δημοσιονομική πολιτική, και ειδικότερα αυτές της ΤτΕ, σε καμία περίπτωση δεν εξωραΐζουν τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να αναδειχθούν τα επιτεύγματα της δημοσιονομικής διαχείρισης. Παράλληλα, οι αναλύσεις και παρεμβάσεις της ΤτΕ έχουν επισημάνει τους κινδύνους που ελλοχεύουν από το δημοσιονομικό λαϊκισμό λόγω της προεκλογικής περιόδου.

Σαφώς υπάρχει βελτίωση της δημοσιονομικής κατάστασης τα τελευταία χρόνια, ειδικά μετά την πανδημία. Αυτό οφείλεται στην υπεραπόδοση της οικονομίας, στη θετική επίπτωση του πληθωρισμού στους έμμεσους φόρους, αλλά και στην καλύτερη φορολογική συμμόρφωση μέσω της αύξησης των ηλεκτρονικών συναλλαγών. Η πτώση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι σημαντική. Κρατώ αυτό που λέει ο κ. Αλέκος Παπαδόπουλος, και είναι σωστό, ότι σε απόλυτα μεγέθη το χρέος αυξήθηκε. Αυτό, όμως, που μετράει είναι το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ και, ως ποσοστό του ΑΕΠ, το χρέος έχει μειωθεί σημαντικά.

Βεβαίως, έχουμε ακόμα το υψηλότερο χρέος στην Ευρώπη ως ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος. Δεν έχουμε πάρει ακόμα επενδυτική βαθμίδα. Δεν έχουμε πετύχει ακόμα πρωτογενές πλεόνασμα κυκλικά διορθωμένο 2% του ΑΕΠ για να εξασφαλίσουμε μακροχρόνια βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.

Επομένως, δεν υπάρχει ο δημοσιονομικός χώρος στην Ελλάδα για να χωρέσουν όλες αυτές οι εξαγγελίες που γίνονται προεκλογικά. Βεβαίως, καταλαβαίνω ότι προεκλογικά πολλοί λένε πράγματα, τα οποία δεν πρόκειται να εφαρμοστούν, διότι, αν κοστολογήσουμε ορθά αυτά τα οποία λέγονται, ξεπερνάμε κατά πολύ τον όποιο δημοσιονομικό χώρο. Πιστεύω ότι η νέα κυβέρνηση που θα εκλεγεί θα τηρήσει τις δεσμεύσεις της χώρας και οι προγραμματικές δηλώσεις της θα είναι συνεπείς με τις συνθήκες δημοσιονομικής ισορροπίας της χώρας. Και επίσης ότι θα προτείνει τις κατάλληλες μεταρρυθμίσεις για να αυξηθεί ο δυνητικός ρυθμός αύξησης του εθνικού προϊόντος.

Δεν υπάρχει ο δημοσιονομικός χώρος στην Ελλάδα για να χωρέσουν όλες αυτές οι εξαγγελίες που γίνονται προεκλογικά. Βεβαίως, καταλαβαίνω ότι προεκλογικά πολλοί λένε πράγματα, τα οποία δεν πρόκειται να εφαρμοστούν, διότι, αν κοστολογήσουμε ορθά αυτά τα οποία λέγονται, ξεπερνάμε κατά πολύ τον όποιο δημοσιονομικό χώρο.

Ο ίδιος τονίζει πως το κρατικό και το δημόσιο χρέος έχουν ξεπεράσει σε απόλυτους αριθμούς τα μεγέθη του 2011, κατά την κορύφωση της μεγάλης κρίσης. Ωστόσο, λέτε, το σημαντικό είναι το μέγεθος του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ;

Αυτό είναι το βασικό. Έτσι μετράμε πάντα το χρέος. Το ύψος του δημοσίου χρέους σε απόλυτους αριθμούς συνεχώς θα αυξάνεται καθώς, παρότι οι λήξεις ανακυκλώνονται με την έκδοση νέου δανεισμού, ο όγκος του συνεχώς επιβαρύνεται από τις πληρωμές τόκων.

Εντούτοις υπάρχουν – και υπήρξαν κατά το παρελθόν – κάποιες περιπτώσεις που μπορεί να μειωθεί ο όγκος του δημοσίου χρέους σε απόλυτους αριθμούς:

  1. διαγραφή χρέους (PSI),
  2. μείωση του όγκου των εντόκων γραμματίων,
  3. μείωση των ταμειακών διαθεσίμων με πρόωρη αποπληρωμή χρέους, και
  4. πλεονασματικό δημοσιονομικό ισοζύγιο (δηλ. απαίτηση για πρωτογενές πλεόνασμα μεγαλύτερο από τις πληρωμές των τόκων).

Οι επιλογές (2) και (3) θα καταστούν πιο εφικτές όταν η χώρα ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα και μειωθεί περαιτέρω ο κίνδυνος αναχρηματοδότησης (refinancing risk).

Τώρα, όσον αφορά στη διαφορά μεταξύ δημοσίου χρέους και κρατικού χρέους: Αυτή οφείλεται στο λεγόμενο ενδοκυβερνητικό χρέος. Πολλοί φορείς της γενικής κυβέρνησης έχουν πλεονάσματα τα οποία επενδύονται σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου. Άρα λοιπόν αφαιρείται το λεγόμενο ενδοκυβερνητικό χρέος, με αποτέλεσμα το χρέος της γενικής κυβέρνησης να είναι χαμηλότερο από το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης. Αυτή είναι μια πάγια τακτική που ακολουθείται σε όλες τις χώρες.

Θα ήθελα όμως στο σημείο αυτό να τονίσω το εξής: ως αποτέλεσμα των ευνοϊκών συμφωνιών με τους δανειστές κατά τη διάρκεια των τριών μνημονίων, σήμερα το ελληνικό δημόσιο χρέος έχει μέση διάρκεια περίπου 20 χρόνια, εξυπηρετείται με ένα μέσο επιτόκιο 1,4% περίπου και διακρατείται από επίσημους φορείς. Αυτό δεν έχει ξαναγίνει στο παρελθόν και σε καμία ίσως άλλη χώρα. Όμως, για να διατηρηθεί αυτό, θα πρέπει να τηρήσουμε τις δεσμεύσεις τις οποίες αναλάβαμε, όταν σε αντάλλαγμα πήραμε αυτή τη μεγάλη ελάφρυνση του χρέους. Επ΄ αυτών θα κριθούμε το 2032, όταν θα ξαναμπεί στο τραπέζι η μακροχρόνια βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Επανειλημμένα η Τράπεζα της Ελλάδος έχει τονίσει ότι αυτό το παράθυρο ευκαιρίας δεν πρέπει να χαθεί.

Ο πρ. υπουργός Οικονομικών αναφέρεται και σε δανεισμό του ΟΔΔΗΧ 46,7 δισεκατομμυρίων στα τέλη του 2022 από φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, θέτοντας ερωτήματα για το πόσο είναι θεμιτό αυτό, δεδομένου ότι μπορεί να αφορά, όπως λέει, και εισφορές ασφαλιστικών ταμείων στο Κοινό Κεφάλαιο.

Η αύξηση του ενδοκυβερνητικού χρέους, δηλαδή του δανεισμού του Κράτους από φορείς της Γενικής Κυβέρνησης (ή και των λοιπών φορέων από το Κράτος) και η αποφυγή δανεισμού από τις αγορές αποτελεί μια απολύτως θετική εξέλιξη και μια σημαντική μεταρρύθμιση στη διαχείριση των δημοσίων οικονομικών που συντελέστηκε την προηγούμενη περίοδο. Η καταγραφή όλων των καταθέσεων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης στις εμπορικές τράπεζες και η διαχείρισή τους κεντρικά (μέσω repos) συμβάλλει στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών και βοηθά στη εκδοτική στρατηγική του ΟΔΔΗΧ, δεδομένου του επιπέδου της πιστοληπτικής διαβάθμισης της χώρας.

Προφανώς και είναι θεμιτό η Κυβέρνηση να έχει τον κεντρικό έλεγχο της διαχείρισης των καταθέσεων όλων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης. Αυτό άλλωστε επέτρεψε την καταβολή μισθών και συντάξεων την περίοδο του 2015 όταν η χώρα δεν είχε χρηματοδότηση ούτε από τις αγορές ούτε από τις δόσεις του προγράμματος προσαρμογής.

Ένας από τους λόγους, για τους οποίους δεν μπορούμε αυτή τη στιγμή να κάνουμε παροχές του μεγέθους αυτών που προτείνονται, είναι διότι από το 2024 θα έχουμε ένα νέο δημοσιονομικό πλαίσιο, το οποίο σήμερα δεν υπάρχει.

 

[ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΠΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑΤΊ ΣΤΗΘΗΚΕ Η PLANΔΗΜΙΑ]

Γιάννης Γούναρης> Νέο δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕΕ: επιστροφή στη λιτότητα;

*Δικηγόρος LLM London School of Economics, Διδάκτωρ Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών – Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο 12ο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου ΕΝΑ[ www.enainstitute.org].

Πρώτη δημοσίευση Ναυτεμπορική-Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2023

To φάντασμα της λιτότητας πλανάται και πάλι πάνω από την Ευρώπη. Αυτό ήταν –ή τουλάχιστον όφειλε να είναι– αναμενόμενο ήδη την περίοδο της πανδημίας, όταν η ΕΕ προχώρησε σε μια πρωτοφανή αναστολή των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας σχετικά με το επιτρεπόμενο ύψος του δημόσιου χρέους και του ελλείμματος, ενεργοποιώντας τη Γενική Ρήτρα Διαφυγής που προβλέπεται στις Συνθήκες. Αυτό, σε συνδυασμό με μια εξίσου εντυπωσιακή χαλάρωση του κανονιστικού πλαισίου περί κρατικών ενισχύσεων και το έκτακτο πρόγραμμα επαναγοράς ομολόγων της ΕΚΤ, επέτρεψε στις ευρωπαϊκές οικονομίες να επιζήσουν του ισχυρότατου οικονομικού σοκ της πανδημικής κρίσης.

Την ίδια ώρα όμως που η ΕΕ προχωρούσε σε αυτές τις κινήσεις, θεσπίζοντας συγχρόνως το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης Next Generation EU, και μάλιστα με μια πρωτόλεια μορφή αμοιβαιοποιημένης ανάληψης χρέους για λογαριασμό των κρατών-μελών της, η πολιτική της ηγεσία δεν έχανε ευκαιρία να υπογραμμίζει ότι η «δημοσιονομική κανονικότητα» θα επέστρεφε το συντομότερο δυνατό. Η διαβεβαίωση αυτή ήταν εν μέρει προϊόν της δημοσιονομικής ορθοδοξίας που ασπάζεται στον πυρήνα της η ίδια η ΕΕ και εν μέρει αποτέλεσμα των έντονων πιέσεων που ασκούσε εξ αρχής η λεγόμενη Ομάδα των Φειδωλών, των κρατών-μελών για τα οποία η συνέχιση της δημοσιονομικής χαλαρότητας και η αμοιβαιοποίηση του χρέους συνιστούσαν εξαρχής ανάθεμα και γίνονταν ανεκτές μόνο ως εξαιρετικά και έκτακτα μέτρα.

Αναγκαστικά και πάλι, η εφαρμογή της Γενικής Ρήτρας Διαφυγής πήρε παράταση λόγω της έκρηξης του πολέμου στην Ουκρανία και της διπλής ενεργειακής κρίσης – κρίσης ακρίβειας, που, σε κάποιον βαθμό, αλλά όχι απόλυτα, συνδέεται με αυτόν. Η απάντηση της ΕΕ στις νέες προκλήσεις, ιδίως μετά την ανακοίνωση από τις ΗΠΑ ενός κολοσσιαίου προγράμματος δημόσιων επενδύσεων, που για πολλούς Ευρωπαίους σήμανε συναγερμό για το μέλλον της ευρωπαϊκής βιομηχανικής υποδομής (ή, έστω, όποιας υπάρχει ακόμα μετά από τέσσερις δεκαετίες αποβιομηχανοποίησης και στροφής στον τομέα των υπηρεσιών), ήταν μια πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ένα εξίσου μεγαλόπνοο ευρωπαϊκό πρόγραμμα επιδοτήσεων των τομέων της υψηλής τεχνολογίας, με έμφαση στην ενεργειακή μετάβαση και την ψηφιοποίηση.

Και εδώ εντοπίζεται η μεγάλη ευρωπαϊκή αντίφαση, μία ακόμα σε μια αλυσίδα από πολλές: εύλογα διερωτάται κανείς πώς είναι δυνατόν πρακτικά να συμβιβαστεί ένα τόσο φιλόδοξο –στα χαρτιά τουλάχιστον– ευρωπαϊκό πρόγραμμα για τη συνολική ανασυγκρότηση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής υποδομής με βάση την ψηφιοποίηση και τη σταδιακή εξάλειψη του άνθρακα από το ενεργειακό μείγμα με την επιστροφή στις λογικές της δημοσιονομικής στενότητας.

Και αυτή η επιστροφή είναι πλέον ορατή στον ορίζοντα. Σύμφωνα με τις πρόσφατες κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τα κράτη μέλη θα διαθέτουν μεγαλύτερη ευελιξία στον τρόπο με τον οποίο μειώνουν το δημόσιο χρέος, ως μέρος μιας ενδιάμεσης λύσης και εν αναμονή μιας συνολικής ρύθμισης του ζητήματος της αναθεώρησης του Συμφώνου Σταθερότητας. Είναι σαφές ότι η περίοδος χάριτος της Γενικής Ρήτρας Διαφυγής λήγει το 2024. Οι εν λόγω προτάσεις της Επιτροπής θα λειτουργήσουν ως γέφυρα ανάμεσα στο τι ισχύει σήμερα και στο τι θα ισχύει όταν οι 27 καταλήξουν σε συμφωνία.

Επιπλέον, η Επιτροπή δεν θα ενεργοποιήσει εντός του 2023 τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος που θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμα και σε οικονομικές κυρώσεις για χώρες που παραβιάζουν τους δημοσιονομικούς κανόνες, αλλά προειδοποιεί ότι θα το πράξει το 2024, και μάλιστα με βάση τα στοιχεία του 2023. Πρόκειται για την αναγνώριση εκ μέρους της Επιτροπής του γεγονότος ότι το δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕΕ βρίσκεται επί του παρόντος σε μια μεταβατική φάση και ότι η επιστροφή στην πλήρη εφαρμογή των κανόνων του προηγούμενου πλαισίου δεν θα αναγνώριζε τη νέα πραγματικότητα.

Φυσικά, η λέξη κλειδί εδώ είναι η «πλήρης». Δηλαδή η ΕΕ δεν κάνει το μεγάλο βήμα αποτίναξης της λιτότητας, αλλά την προσαρμόζει «στις νέες πραγματικότητες», πράγμα που ίσως θα ήταν και το μάξιμουμ που θα μπορούσε να ελπίζει κανείς. Την άνοιξη η Επιτροπή θα δώσει σε κάθε χώρα ξεχωριστά ένα στόχο δαπανών για το 2024, σύμφωνα με τα σχέδια που θα καταθέσουν οι ίδιες. Εάν οι προτεινόμενοι στόχοι δεν κριθούν ως «επαρκώς φιλόδοξοι», η Επιτροπή θα προτείνει ένα στόχο δαπανών προσαρμοσμένο στο προφίλ του χρέους της κάθε χώρας.

Τα ανωτέρω δείχνουν εν πολλοίς να επιβεβαιώνονται από τα συμπεράσματα του Ecofin Μαρτίου, όπου υπήρξε μια καταρχήν συμφωνία. Οι κυβερνήσεις με χρέος άνω του ορίου θα διαπραγματευτούν με την Επιτροπή ξεχωριστά προγράμματα για τη μείωση του χρέους που θα συνδέονται με «μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις», θα διαθέτουν δε ένα χρονικό διάστημα τεσσάρων έως επτά ετών για να εφαρμόσουν το συμφωνηθέν σχέδιο μείωσης του χρέους. Ο βασικός τρόπος με τον οποίο θα επιτυγχάνεται αυτή η μείωση θα είναι ο περιορισμός των πρωτογενών δαπανών, που βρίσκονται υπό τον άμεσο έλεγχο των εθνικών κυβερνήσεων – κάτι που ακούγεται πολύ σαν λιτότητα με άλλη διατύπωση. Κάθε χώρα θα μπορεί να διαπραγματευτεί ώστε να έχει περισσότερο χρόνο για τη μείωση του χρέους αν δεσμευτεί σε συγκεκριμένες «μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις» που ενισχύουν την ανάπτυξη και τα δημόσια έσοδα ή ευρωπαϊκές στρατηγικές, όπως η πράσινη μετάβαση και η ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας.

Φυσικά, παραμένουν πολλές κρίσιμες διαφωνίες, κυρίως από την πλευρά της Γερμανίας (ουδεμία έκπληξη), που θέλει το νέο πλαίσιο πολύ αυστηρότερο. Βασικά σημεία τριβής είναι η μεθοδολογία με την οποία η Κομισιόν θα προχωρά στην ανάλυση βιωσιμότητας των χρεών κάθε κράτους-μέλους και βάσει της οποίας θα καθορίζεται τόσο το σχέδιο μείωσης του χρέους όσο και το εάν θα υπάρχει κάποιος στόχος για τη μείωση του χρέους που θα είναι κοινός για όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ – κάτι που θα αναιρούσε στην πράξη την όποια ευελιξία περιέχεται στις προτάσεις της Επιτροπής.

Το πλάνο είναι οι σχετικές διαβουλεύσεις να ολοκληρωθούν πριν από τις ευρωεκλογές του 2024. Πάντως η μεταβατική καθοδήγηση της Επιτροπής και τα συμπεράσματα του Ecofin μπορούν να θεωρηθούν ως ένας καλός δείκτης των βασικών αξόνων της τελικής μεταρρύθμισης του Συμφώνου. Ιδίως αν ληφθεί υπόψη η αντίστοιχη κατεύθυνση που έδωσε παράλληλα και το Eurogroup, το οποίο εστιάζει ιδιαίτερα στην κατάργηση των μέτρων στήριξης και στην επιστροφή στις «συνετές δημοσιονομικές πολιτικές». Η γραμμή του Eurogroup είναι να περάσει η ΕΕ «σταδιακά από την ευρεία υποστήριξη σε πιο στοχευμένα μέτρα», ότι «η ευρεία δημοσιονομική τόνωση της συνολικής ζήτησης δεν μπορεί να δικαιολογηθεί» και ότι «πρέπει να αποφευχθούν μόνιμα μέτρα που αυξάνουν το έλλειμμα».

Όλα αυτά τη στιγμή που ακόμα μαίνεται ο πόλεμος στην Ουκρανία με αβέβαιη διάρκεια και έκβαση, ενώ στην άλλη όχθη του Ατλαντικού υπάρχουν κάποιες πολύ ανησυχητικές εξελίξεις με επίκεντρο και πάλι το τραπεζικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα. Οι διαβεβαιώσεις των Υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης ότι αυτές οι εξελίξεις δεν επηρεάζουν τις ευρωπαϊκές οικονομίες, οι οποίες είναι «θωρακισμένες», ακούγονται ελάχιστα πειστικές, δεδομένης και της προηγούμενης κακής εμπειρίας του 2008. Και ναι μεν δεν φαίνεται, επί του παρόντος, να έχουμε μια επανάληψη του Κραχ του 2008, αλλά οπωσδήποτε επιτείνεται μια ατμόσφαιρα συνεχιζόμενης αστάθειας και αβεβαιότητας, ελάχιστα συμβατής με την επιθυμία επιστροφής στη δημοσιονομική πειθαρχία.

Οι ανωτέρω παρατηρήσεις δεν αποσκοπούν στο να υποτιμήσουν τη σημασία των μέτρων χαλάρωσης και οικονομικής στήριξης που κατάφερε να πάρει η ΕΕ από το 2020 έως και το 2023. Πράγματι, για τα δεδομένα της ΕΕ και παρά τις αναπόφευκτες καθυστερήσεις και ανεπάρκειες, τα μέτρα αυτά ήταν μια αξιοσημείωτη υπέρβαση, κυρίως ιδεολογικού χαρακτήρα. Και είχαν αποτέλεσμα, μεγαλύτερο ή μικρότερο με όρους κοινωνικής συνοχής ανάλογα από το πώς και υπέρ ποιων το κάθε κράτος μέλος αξιοποίησε τις ευελιξίες. Στοχεύουν όμως στο να υπογραμμίσουν τους εγγενείς περιορισμούς αυτής της υπέρβασης, η οποία εξαρχής είχε ημερομηνία λήξης, με μόνη αβεβαιότητα το ποια θα ήταν τελικά αυτή.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, θα ήταν μη ρεαλιστικό να περιμένει κανείς η ανωτέρω υπέρβαση να λάβει μόνιμο χαρακτήρα, με βάση τη δομή και την ίδια τη λειτουργική φιλοσοφία πάνω στην οποία είναι χτισμένο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα στη σημερινή του μορφή. Η λιτότητα και ο νεοφιλελευθερισμός είναι τα δύο κυρίαρχα χαρακτηριστικά αυτής της δομής και αυτής της λειτουργικής φιλοσοφίας. Τούτου λεχθέντος, το μεταβατικό πλάνο της Επιτροπής, εφόσον αντανακλά το περίγραμμα της τελικής μεταρρύθμισης του Συμφώνου, έχει κάποια θετικά στοιχεία, με πρώτο και κύριο την εγκατάλειψη του κανόνα «one size fits all» υπέρ μιας προσέγγισης προσαρμοσμένης στις πραγματικότητες και στα σχέδια κάθε χώρας-μέλους.

Από αυτή την άποψη, η παρουσία της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης στις σχετικές ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις συνιστά μείζον ιστορικό ατύχημα. Διότι μια προοδευτική και γνήσια φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση στην Αθήνα θα μπορούσε να πάρει την πρωτοβουλία σύμπηξης ενός μετώπου με άλλα κράτη πάνω στους εξής άξονες:

Πρώτον, την άσκηση μιας ευρωπαϊκής δημοσιονομικής πολιτικής που θα έχει την απαραίτητη ευελιξία προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι δομικές αδυναμίες κρατών-μελών, αλλά και της ευρωπαϊκής οικονομίας στο σύνολό της, διαθέτοντας μόνιμους «απορροφητές κραδασμών». Τέτοιος μπορεί να είναι η ενίσχυση του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού με βάση το μοντέλο του Ταμείου Ανάκαμψης, ώστε να μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός επίλυσης κρίσεων και δημιουργίας αυτόματων δημοσιονομικών σταθεροποιητών ή ακόμα και να συμβάλει στη σταδιακή μείωση του δημόσιου χρέους των χωρών-μελών.

Δεύτερον, στον υπολογισμό του ετήσιου στόχου μείωσης του χρέους για κάθε κράτος-μέλος να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνο η βιωσιμότητα του χρέους αλλά και ο επιδιωκόμενος ρυθμός ανάπτυξης, η απασχόληση, καθώς και κοινωνικοί στόχοι, όπως η μείωση των ανισοτήτων και της φτώχειας.

Τρίτον, στη θέσπιση ενός κοινού κανόνα για την αναγνώριση μιας δημόσιας επένδυσης ως «παραγωγικής», προκειμένου να εξαιρούνται από τη μέτρηση του ελλείμματος όσες εστιάζουν, ενδεικτικά, στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, την ψηφιοποίηση του δημόσιου τομέα, την ενίσχυση των δημόσιων συστημάτων υγείας και παιδείας και την αντιμετώπιση των φυσικών καταστροφών.

Εν τη απουσία διεκδίκησης των ανωτέρω στην παρούσα φάση, που αναμένεται να ληφθούν οι σχετικές αποφάσεις, είναι ισχυρό το ενδεχόμενο, αν σύντομα δεν υπάρξει αναπροσανατολισμός, η επιστροφή της λιτότητας να είναι για την Ελλάδα ιδιαίτερα οδυνηρή τα χρόνια που έρχοντα

SHARE

Περισσότερα

MORE NEWS DESK