kourdistoportocali.comMagazineTeodor Currentzis> Ολη μας η ζωή είναι ένα είδος προσμονής

Δηλαδή, όχι όταν φιλάς την κοπέλα, αλλά όταν σιδερώνεις το πουκάμισό σου, για να πας στο ραντεβού

Teodor Currentzis> Ολη μας η ζωή είναι ένα είδος προσμονής

Το τελετουργικό του ύπνου δεν μου αρέσει. Το ότι προετοιμάζεσαι για να κοιμηθείς, για μένα είναι σαν να προετοιμάζεσαι να πεθάνεις

Στα επτά του υπέκυψε στο βιολί, ενώ, στα δώδεκα φοίτησε στο Ελληνικό Ωδείο, στο Τμήμα Θεωρητικής Μουσικής και στο Τμήμα Εγχόρδων. Με τη σύνθεση ασχολήθηκε για πρώτη φορά το 1987 υπό τη καθοδήγηση του καθηγητή Γιώργου Χατζηνίκου, τον οποίο διαρκώς επικαλείται ως βασική νεανική επιρροή. Κανείς προφανώς δεν φανταζόταν τότε πως αυτός ο πιτσιρικάς που ενηλικιώθηκε στις αλάνες του Βύρωνα θα ήταν σήμερα μουσικός με φήμη που έχει φτάσει στα πέρατα του κόσμου. Γιατί πώς αλλιώς να περιγράψεις πού ακριβώς βρίσκεται το απόκοσμο Περμ; Σχεδόν 1.400 χιλιόμετρα μακριά από τη ρωσική πρωτεύουσα, στους πρόποδες της οροσειράς των Ουραλίων, ο Έλληνας μαέστρος βρήκε το τέλειο σκηνικό για το αφήγημά του.

Οι άνθρωποι φοβόμαστε τη ροή, μπλοκάρουμε τις αλλα­­γές, άρα και τη ζωή μας. Εμένα με μπλοκάρισε το ότι γνώρισα την οικτρή ερωτική απογοή­τευση σε διάφορες εκδοχές

Συνέντευξη στην Iωάννα Μπλάτσου [Καθημερινή

Απολαμβάνω: «Την προσμονή των πραγμάτων που θα ήθελα να απολαύσω. Ολη μας η ζωή είναι ένα είδος προσμονής. Δηλαδή, όχι όταν φιλάς την κοπέλα, αλλά όταν σιδερώνεις το πουκάμισό σου, για να πας στο ραντεβού».

Βία: «Η βία είναι μέθοδος της φύσης και του έκπτωτου βασιλείου. Μια πρακτική που δεν οδηγεί πουθενά, αλλά αναγεννάται από την τέφρα της συνεχώς».

Γεννήθηκα: «Φεβρουάριο του ‘72, στην Αθήνα, την περίοδο της Χούντας. Οσο δύσκολα και να ήταν εκείνα τα χρόνια, ωστόσο υπήρχε ένα σθένος στον κόσμο, μια συσπείρωση πνευματική εναντίον των δύσκολων συνθηκών, ρομαντισμός απέραντος. Κοίταζα πρόσφατα μια φωτογραφία από κείνη την εποχή. Γύρω από το σπίτι μου ήταν όλο μαργαρίτες. Και οικόπεδα, αλάνες, όπου παίζαμε διάφορα παιχνίδια, ποδόσφαιρο».

Δάσκαλος: «Σήμερα, έβλεπα στον ύπνο μου τους δασκάλους μου, τους ανθρώπους που με βοήθησαν να γίνω αυτό που είμαι σήμερα. Ο δάσκαλος που με διαμόρφωσε με έναν μαγικό τρόπο είναι ο Ιλία Μούσιν. Είναι ο πνευματικός μου πατέρας στη μουσική. Επίσης, πολύ σημαντικός δάσκαλός μου είναι ο Γιώργος Χατζηνίκος, ο οποίος ζει στην Αθήνα, τον αγαπώ πολύ και τον θεωρώ ως έναν από τους βασικούς δασκάλους μου που μου έδωσε μια σωστή πνευματική κατάρτιση και με διέπλασσε μουσικά. Ο Δίων Αρίβας, ένας απίστευτος άνθρωπος, ένας Δον Κιχώτης, με ένα απαράμιλλο βάθος στη μουσική. Επίσης, ο Κώστας Πασχάλης και πολλοί άλλοι. Η συμβουλή που έχω κρατήσει από τους δασκάλους μου είναι: “Αναπτύξτε, εξελίξτε τη φαντασία σας”».

Ελλάδα: «Είναι ο τόπος του ονείρου μου, της γραφής μου, της θρησκείας μου, ο μελλοντικός τόπος της ζωής μου και ο αρχέγονος τόπος μου. Στα όνειρά μου, στην εσωτερική μου ζωή, που έχω οικογένειες, παιδιά και κατοικία, ζω στην Ελλάδα. Δεν ξέρω αν αυτό θα συμβεί ποτέ, αλλά αυτός είναι ο εσωτερικός τόπος όπου ενοικώ και τώρα και πριν και πάντα. Και ο χώρος που διαμορφώνω στη Ρωσία ή όπου αλλού βρίσκομαι είναι πολύ ελληνοκεντρικός. Εμείς, οι αληθινοί Έλληνες, είμαστε πολύ ελληνοκεντρικοί, γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Είναι τόσο έντονη η γλωσσολαλιά μας που δεν μπορούμε να μιλήσουμε σωστά καμία ξένη γλώσσα. Εχουμε πάντα το ελληνικό αξάν. Εχω προβλήματα. (χαμογελάει) Είμαι σαν το ανέκδοτο με τον Ηπειρώτη τον Γιάνναρο και το “Αχ, κουνελάκι”. (τραγουδάει το «Αχ κουνελάκι» στα Ηπειρώτικα) Έχω έρωτα για την Ελλάδα, την ελληνικότητα, αυτό το μυστήριο μείγμα της χριστιανικής παράδοσης στο Βυζάντιο με τον νεοπλατωνισμό και την αρχαία τέχνη, αυτό το καταπληκτικό άνοιγμα ψυχής που προκαλεί η Μεγάλη Παρασκευή στους ανθρώπους ή την ανάταση που αισθάνεται κανείς στην πρώτη Ανάσταση, το Σάββατο το πρωί, με τη φράση “Ανάστα ο Θεός”. Τα περίεργα φυτά της ανατολικής Θράκης, οι τρελές ονομασίες των Θεοτόκων κάθε νησιού. Αυτή είναι η δική μου τοιχογραφία ελληνικότητας».

Ερωτας: «Ο έρωτας είναι μια μεγάλη πανώλη, ένας όλεθρος. Είναι μια επιδημία την οποία επιλέγουν όλοι. Αλλοι θεραπεύονται αμέσως, άλλοι –οι περισσότεροι στην εποχή μας, έχουν εμβολιαστεί και δεν αρρωσταίνουν, και άλλοι φεύγουν από αυτή την επάρατη νόσο».

Ζηλεύω: «Δεν ζηλεύω. Θα ζήλευα μόνο τη βασιλεία των ουρανών».

Ήρωες: «Ο Συμεών ο νέος Θεολόγος, ο Ιωάννης Δαμασκηνός, ο Ζορζ Μπατάιγ, ο Μποντλέρ, ο Καραϊσκάκης, ο τρελός της ερήμου, ο Παναγίτσας που κυκλοφορεί στους σταθμούς του μετρό».

Θάνατος: «Ολη μου η ζωή, από μικρό παιδί, είναι μια σκέψη θανάτου. Είναι μεγάλο πράγμα να μη φοβάσαι τον θάνατο. Ο φόβος θανάτου μπορεί να εκφραστεί και μέσα από μια δίψα θανάτου, η οποία είναι βαθύτερη από τη λίμπιντο. Ο ερωτισμός, βεβαίως, είναι ένα είδος θανάτου. Είναι μια απάρνησις εαυτού. Και πάντα η απογοήτευση μετά τον έρωτα αναζητά μια ανάσταση. Αν ξέρεις πως θα τελειώσει μια σεξουαλική επαφή, δεν έχει κανένα νόημα. Πάντα περιμένεις ότι θα ανοίξουν τα ταβάνια από πάνω σου και θα βγουν οι άγγελοι. Πάντα υπάρχει αυτή η ελπίδα.

Δεν φοβόμουν να πεθάνω, μέχρι που πήγα σε ένα κρεματόριο στο Νοβοσιμπίρσκ, στην κηδεία της μητέρας ενός φίλου. Επρόκειτο για μία απίστευτη κατάσταση. Μπαίνοντας μέσα στην κατάμαυρη αίθουσα αναμονής, έπαιζαν κάτι ρωσικά λαϊκά τραγούδια, σαν τα δικά μας σκυλάδικα. Υπήρχαν, επίσης, κάτι παιχνιδάκια, σαν αυτοκινητάκια matchbox, μέσα στα οποία έβαζαν την τέφρα του νεκρού, όπως και παιχνίδια για να συνοδεύουν πεθαμένα παιδιά. Μέσα σε όλο αυτό, υπήρχαν με έντονα γράμματα τα εξής: «Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης» και από πάνω «Αν θέλετε να ρίξουμε την τέφρα σας στο διάστημα με δορυφόρο, θα σας κοστίσει λίγο ακριβά, αλλά γίνεται. Παρακαλώ τηλεφωνήστε στο τηλέφωνο…». Από κείνη τη στιγμή και μετά, Θεέ μου, ήθελα πολύ να ζήσω! Ζήτω η ζωή! Θέλεις να ζεις, για να μην υποστείς, ούτε εσύ ούτε οι συγγενείς σου αυτή την κακόγουστη φάρσα.

Ξέρετε, ο θάνατος, όπως τον διαβάζουμε σε μια νουβέλα του Φλομπέρ, μοιάζει πολύ ποιητικός. Η πραγματικότητα, όμως, του θανάτου είναι ακαλαίσθητη. Το φέρετρο πίσω από τη τζαμαρία της πολυκατοικίας όταν είναι να βγει προς τη νεκροφόρα, τα άνθη που βάζουν στους πεθαμένους, τα άδεια λόγια συλλυπητηρίων, η ζέστη και τα μαύρα γυαλιά, η ενοικίαση ενός τάφου για τρία χρόνια και μετά σε ξεθάβουν και σε πετούν στα σκουπίδια».


Ιστορία: «Σε κάθε ιστορία, με ενδιαφέρουν οι μικρές λεπτομέρειες. Κοιτάζοντας παλιές φωτογραφίες των γονιών μου, τότε που ήταν παιδάκια στο κέντρο των Αθηνών, προσπαθώ να διακρίνω ποιος είναι από πίσω, τι παπούτσια φοράει, πως είναι το τάδε κτίριο στο φόντο. Σε κάποιο κονσέρτο, ο άνθρωπος που κάθεται στην τρίτη σειρά, πως έχει σιδερώσει το παντελόνι του για να έρθει εδώ, πόσο βιαστικά έχει δέσει το κασκόλ του. Δηλαδή, μπαίνεις σε ένα γοητευτικό, ανεξερεύνητο σύμπαν μικρών και μικρότερων ιστοριών για να ερμηνεύσεις μια ανάμνηση ή μια φωτογραφία».

Καθρέφτης: «“Βλέπω να διπλασιάζεται η ομορφιά μου στον κόσμο”. (γελά με την ψυχή του) Τις καλές εποχές των Αθηνών, όταν κυκλοφορούσαμε με τον Τάκη Μερέκο, τον ποιητή φίλο μου και σπουδαίο καλλιτέχνη και μας έλεγαν “ψώνια” και “ναρκισσιστές”, ο Τάκης έλεγε: “Βρε, παιδιά, εγώ κοιτάζομαι στον καθρέφτη, γιατί είμαι ουμανιστής, για να διπλασιάζω την ομορφιά σε αυτόν τον κόσμο”».

Λάθη: «Παλιότερα, μου ήταν πολύ δύσκολο να μου συγχωρέσω τα όποια λάθη μου, λόγω εγωισμού. Δεν μπορούσα να δεχτώ ότι κάνω λάθος. Εβλεπα την ατέλειά μου και δεν μου άρεσε. Όχι πια».

Μυστικό: «Η αποκάλυψη ενός μυστικού είναι μια τελετουργική διαδικασία. Εχει να κάνει με τον έρωτα, το Θείο, τη μουσική, την τέχνη».

Ντρέπομαι: «Η δουλειά μου έχει να κάνει με την ντροπή. Είναι πολύ δύσκολο να βγαίνεις απογυμνωμένος μπροστά σε αγνώστους και να ξεδιπλώνεις τα μυστικά σου. Είναι τρομερή ντροπή. Ακόμα και τώρα, μου είναι τρομερά δύσκολο κάθε φορά που ανεβαίνω στη σκηνή. Εννοώ με τον τρόπο ότι αυτό που σας λέμε είναι κάτι πολύ δικό μας, πολύ εσωτερικό, πολύ αληθινό. Είναι τρομερά απάνθρωπη η σχέση του μαέστρου με τον άλλον κόσμο. Αν βγαίνει αληθινός και ειλικρινής πάνω στη σκηνή, δεν είναι θωρακισμένος απέναντι στον κόσμο. Όμως, δεν έχει νόημα ο άλλος, ο πιο “επαγγελματικός” τρόπος ή τουλάχιστον εμένα δεν με αφορά».

Ξαγρυπνώ: «Συνεχώς. Εχω μεγάλο πρόβλημα με τον ύπνο. Δεν μπορώ να κοιμηθώ με άλλον άνθρωπο μαζί. Ή μπορεί να δω ένα όνειρο και να κάνω να κοιμηθώ δύο μέρες. Εχω αλλάξει σχέσεις μου λόγω ονείρων».

Όνειρα: «Από μικρός βλέπω σταθερά διάφορα όνειρα. Σε ένα από αυτά είναι σαν να βρίσκομαι σε μια μετά θάνατον πόλη, στην Αθήνα, σε μια περιοχή που ψάχνω να βρω ένα σπίτι, ακολουθώντας μια διαδρομή από το Παγκράτι μέχρι την Ακρόπολη. Τις προάλλες, μια νύχτα που ήμουν με κάτι φίλους μου στην Αθήνα, λέω, “ρε παιδιά, θα μου κάνετε παρέα να πάμε σε κείνη τη διαδρομή του ονείρου μου;“ Ε, σε κείνη την τοποθεσία, κοντά στον ναό της Εκάτης, βρήκα ένα σπίτι, για μένα το ωραιότερο σπίτι των Αθηνών. Είναι η πρώην οικία του Κωλέττη. Αυτό το σπίτι πρέπει οπωσδήποτε να το αγοράσω».

Ποδόσφαιρο: «Δεν είμαι φανατικός οπαδός κάποιας ομάδας -εντάξει, είμαι Ολυμπιακός- αλλά το ποδόσφαιρο είναι μεγάλο πάθος. Παίζω μέχρι και σήμερα -και πάντα επιθετικός. Με μια διακοπή κάμποσων ετών. Ξανάρχισα πριν από δύο χρόνια. Είναι κάποιοι μουσικοί στη MusicAeterna, την ορχήστρα μας, που παίζουν ποδόσφαιρο και κάποια στιγμή μου λένε: “Μαέστρο, ξέρετε να παίζετε μπάλα;” “Εγώ δεν ξέρω;!” Το πήρα πατριωτικά! Και έτσι ξαναξεκίνησα. Ε, την πρώτη φορά ήταν δύσκολο, γιατί είχα να παίξω χρόνια, αλλά η τεχνική ήταν εκεί. Εννοείται ότι στην αρχή έπαθα ένα τραύμα, έσπασα κάτι δάχτυλα, αλλά ήταν τέλεια. Το ποδόσφαιρο, με κάποιον τρόπο, σε φέρνει στο κέντρο του εαυτού σου. Θεωρώ πως το παιχνίδι είναι κάτι πολύ σπουδαίο στη ζωή. Και ένα από τα παιχνίδια που θα συνιστούσα σε όλους να παίζουν είναι το ποδόσφαιρο, γιατί είναι μια μικρογραφία του κόσμου που ζούμε. Στο ποδόσφαιρο, υπάρχουν τρομερές εντάσεις, συνεργατικότητα, ατομικότητα, άμιλλα, ανταγωνισμός, σωματικότητα, βία, ρίσκο, κίνδυνος. Εγώ, όταν είμαι κουρασμένος και αισθάνομαι ότι καταρρέω, αν πάω να παίξω ποδόσφαιρο, επιστρέφω στον εαυτό μου».

Ροή: «Οι άνθρωποι φοβόμαστε τη ροή, μπλοκάρουμε τις αλλαγές, άρα και τη ζωή μας. Εμένα με μπλοκάρισε το ότι γνώρισα την οικτρή ερωτική απογοήτευση σε διάφορες εκδοχές και όλη η δημιουργικότητά μου ήταν υπό τη σκιά μιας φοβερής κατάθλιψης και ερωτικής απογοήτευσης. Ευτυχώς, το ξεπέρασα μέσα από τη γνώση ότι δεν είναι η πληγή αυτή που δημιουργεί, αλλά αυτός που φέρει την πληγή».

Σιωπή: «Δεν υπάρχει σιωπή. Εχω βρεθεί σε απόλυτα ηχομονωμένο δωμάτιο, αλλά και εκεί ακούς τους χτύπους της καρδιάς σου. Είναι σοκαριστικό, παντού υπάρχει θόρυβος».

Ταυτότητα: «Η ιδανική ταυτότητα για μένα θα είχε τον στίχο του Εζρα Πάουντ: “Dreamer of dreams”, “ονειρευτής ονείρων”».

Υπνος: «Το τελετουργικό του ύπνου δεν μου αρέσει. Το ότι προετοιμάζεσαι για να κοιμηθείς, για μένα είναι σαν να προετοιμάζεσαι να πεθάνεις. Μου αρέσει να με παίρνει ο ύπνος εκεί που δεν το περιμένω. Και εκεί είναι που βλέπω κάποια καταπληκτικά όνειρα».

Φόβοι: «Είμαι αγοραφοβικός. Όταν πάω, ως θεατής, σε κονσέρτα πολύ σπάνια μπορώ να κάτσω. Με πιάνει κλειστοφοβία και τρέμουλο. Γι’ αυτό κάθομαι πάντα σε εξωτερική θέση, για να μπορώ εύκολα να φύγω».

Χρήματα: «Είμαι οικονομικά ανεξάρτητος. Εχω τη χαρά να μπορώ να βοηθώ τους δικούς μου ως μια μικρή ανταπόδοση για όλα όσα έχουν κάνει για μένα».

Ψέματα: «Ναι, λέω ψέματα. Όπως όλοι μας. Αν σας ρωτήσω, τι κάνετε, θα μου πείτε, καλά και θα μου χαμογελάσετε, αλλά το πιο πιθανό είναι να μου λέτε ψέματα. Είναι πολύ δύσκολη η επικοινωνία μέσω της αλήθειας και αλήθειες μπορείς να πεις μόνο με τους δικούς σου ανθρώπους που τους εμπιστεύεσαι απόλυτα. Το savoir vivre και η κοινωνική σύμβαση της επικοινωνίας απαιτούν να είμαστε ανάλαφροι και αρεστοί στους άλλους».

Ωρα να…: «… δημιουργήσουμε κάτι όμορφο. Αρκετά κάναμε ασκήσεις επί χάρτου, παιδιά, μαζέψτε τις σημειώσεις σας και ας γράψουμε επιτέλους το βιβλίο. Και να το εκδώσουμε κιόλας».

Κυκλοφορεί με μαύρα μποτάκια, στενά μαύρα παντελόνια και δερμάτινα μπουφάν. Λατρεύει τα t-shirts, φοράει σκουλαρίκια και περίεργα δακτυλίδια, η φράντζα συνήθως πάει στα πλάι, το κούρεμα ενίοτε γίνεται εξτρίμ. Είναι πολύ ψηλός, έχει μακριά μαλλιά, χέρια σαν φτερούγες με τα οποία άλλοτε χαϊδεύει την παρτιτούρα κι άλλοτε τα χτυπά δυνατά για να απελευθερώσει όση ενέργεια κρύβει μέσα του. Ο Θεόδωρος Κουρεντζής έχει attitude χολιγουντιανού ηθοποιού και θαυμαστές που τον αντιμετωπίζουν σαν ροκ σταρ.

Από τη Ματούλα Κουστένη [ lifo- 15.4.2019]

Η γοητεία που ασκεί στο κοινό είναι μαγική, η υπακοή που απαιτεί από τους μουσικούς συχνά αφόρητη, τα κατορθώματά του παροιμιώδη: πολλά βραβεία, αμέτρητη δόξα, ιστορίες για μυθιστορηματικούς έρωτες και φυσικά γερές δόσεις διθυράμβων και αμφισβήτησης. Είναι άραγε ο πρώτος ή ο τελευταίος με κατακτήσεις που δεν χωράνε σε κανονικές ζωές; Ασφαλώς όχι. Η κλασική μουσική είναι γεμάτη παραδείγματα θαυματουργών νέων. Αυτό που κάνει μοναδικό τον Κουρεντζή είναι ο ιδιοσυγκρασιακός τρόπος που σκηνοθετεί τον εαυτό του και διαχειρίζεται τη δημόσια εικόνα του, η μαεστρία με την οποία έβαλε φωτιά στα στερεότυπα της κλασικής μουσικής. Με λυπεί ο τρόπος που αντιμετωπίζεται εδώ ο πολιτισμός. Φοβάμαι πως σε 20 χρόνια δεν θα θυμάται κανείς τον Σαχτούρη και τον Ελύτη.

Ο κόσμος σχηματίζει αντιστάσεις στην τέχνη. Αντισυμβατικός, αγοραφοβικός, εκρηκτική προσωπικότητα, τρομερά ονειροπόλος, ακραία εκφραστικός στο πόντιουμ, ο Έλληνας μαέστρος είναι μια απίθανη προσωπικότητα. Έχει vintage αύρα, ακούει βινύλια, παθιάζεται με την ποίηση και το σινεμά (συχνά λέει πως η σκηνοθεσία, ίσως και το ποδόσφαιρο, είναι τα κρυφά του απωθημένα), χορεύει το Too drunk to fuck των Dead Kennedys, σημειώνει παντού στίχους, παραμένει βαθιά θρήσκος και Ολυμπιακός, δίνει προκλητικές συνεντεύξεις και παρότι το πρόγραμμα κι οι επερχόμενες συνεργασίες του προκαλούν ίλιγγο, επιστρέφει με κάθε ευκαιρία στη γειτονιά του στον Βύρωνα.

Στο σπίτι θέλει να βλέπει ζεστά χρώματα, αγαπά τις αντίκες και οποιοδήποτε αντικείμενο κρύβει ιστορίες και παρελθόν, ξεχνιέται στα παζάρια, δεν οδηγεί, λατρεύει την Ίο και τη θέα της Ακρόπολης, διοργανώνει πάρτι και παιχνίδια μεταμφιέσεων. Να, όπως συνέβη πριν από κάνα μήνα, που έκλεισε ένα σπίτι στην Πλάκα και κάλεσε την παρέα του να μασκαρευτεί και να πάει με όρεξη για παιχνίδι και ποιήματα. Κακά τα ψέματα, το ελληνικό κοινό του έχει απολύτως παραδοθεί και αύριο σε ένα ασφυκτικά γεμάτο Μέγαρο του ετοιμάζει μια ακόμα θριαμβευτική υποδοχή.

Η παρέα του, κάποιοι από την γειτονιά του Βύρωνα, άλλοι από τα φοιτητικά χρόνια, είναι ίδια (με ελάχιστες προσθήκες) εδώ και πολλά πολλά χρόνια.

Είναι οι άνθρωποι με τους οποίους κάνει διακοπές τα καλοκαίρια στην Ελλάδα και τους οποίους φιλοξενεί τα Χριστούγεννα στο Περμ, αυτοί στους οποίους τηλεφωνά με το που κατεβαίνει από το πόντιουμ, αυτοί που βλέπουν τον αριθμό του να αναβοσβήνει στο κινητό τις πιο απίθανες ώρες, απλώς για να τους εξομολογηθεί ένα όνειρο, εκείνοι που αναζητά πρώτους για να μοιραστεί την εσωτερική αναστάτωση που του προκάλεσε ένα ποίημα που διάβασε ή έγραψε. Του αρέσει να «περιπλανιέται» σε Ιστορίες του Βυζαντίου, να μελετά Πλάτωνα, να διηγείται τη σχεδόν μυστικιστική Μεγάλη Παρασκευή που πέρασε κάποτε στο Άγιο Όρος (μέρος που επισκέπτεται συχνά).

Ο Θεόδωρος Κουρεντζής διευθύνει χωρίς μπαγκέτα, μιλάει αρκετές γλώσσες (οι Ρώσοι πάντως καμιά φορά ακόμα γελούν με την προφορά του), θεωρεί ότι οι σπουδαιότεροι αιώνες για τη μουσική ήταν ο 17ος και ο 18ος.

«Το πιο εκπληκτικό φαινόμενο στη ζωή είναι το φως. Μας δίνει ανάσα, ζωή και έρωτα.

Πώς θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε σε κάποιον που δεν έχει δει ποτέ τον ήλιο τι είναι φως; Εγώ θα του έπαιζα Ραμό…», έχει πει, βάζοντας και τον Γάλλο συνθέτη στη λίστα με τους αγαπημένους του καλλιτέχνες, πλάι στον Μαγιακόφκσι, τον Ζορζ Μπατάιγ, τον Μποντλέρ, τον Πολ Βαλερί, τον Ταρκόφσκι, τον Στραβίνσκι, τον Μαλαρμέ.

Του αρέσει επίσης ο τρόπος που παντρεύονται οι κοινωνικές ανησυχίες με το ρεύμα του ρομαντισμού τον 19ο αιώνα και παλαιότερα παραδεχόταν πως αντιπαθούσε τον Ροσίνι. Ιεροσυλία; Όχι δα! Έχει κάνει και μεγαλύτερες. Μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για το αγόρι που κάποτε αγνόησε μια γενναιόδωρη υποτροφία στη Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης για να εγκατασταθεί στην Αγία Πετρούπολη.

Εκεί, σπούδασε στο διάσημο Κρατικό Ωδείο της πόλης, πλάι σε μια σχεδόν μυθική μορφή των σοβιετικού πόντιουμ, τον Ίλια Μούσιν, ο οποίος πολύ γρήγορα παραδέχτηκε: «Είχα πολύ ταλαντούχους μαθητές σαν τον Βαλέρι Γκέρκγιεβ, τον Γιούρι Τερμικανόβ και μια μόνο διάνοια: τον Θεόδωρο Κουρεντζή».

Χορεύει το «Too drunk to fuck» των Dead Kennedys, σημειώνει παντού στίχους, παραμένει βαθιά θρήσκος και Ολυμπιακός, δίνει προκλητικές συνεντεύξεις και παρότι το πρόγραμμα κι οι επερχόμενες συνεργασίες του προκαλούν ίλιγγο επιστρέφει με κάθε ευκαιρία στη γειτονιά του στον Βύρωνα.

Η μητέρα του, η υπέροχη κυρία Καίτη (ο μπαμπάς του δεν ζει πια) ήταν μουσικός με δικό της ωδείο στην περιοχή κι εκείνη που τον ώθησε από μικρή ηλικία στα μαθήματα πιάνου. Στα επτά του υπέκυψε στο βιολί, ενώ, στα δώδεκα φοίτησε στο Ελληνικό Ωδείο, στο Τμήμα Θεωρητικής Μουσικής και στο Τμήμα Εγχόρδων. Με τη σύνθεση ασχολήθηκε για πρώτη φορά το 1987 υπό τη καθοδήγηση του καθηγητή Γιώργου Χατζηνίκου, τον οποίο διαρκώς επικαλείται ως βασική νεανική επιρροή. Κανείς προφανώς δεν φανταζόταν τότε πως αυτός ο πιτσιρικάς που ενηλικιώθηκε στις αλάνες του Βύρωνα θα ήταν σήμερα μουσικός με φήμη που έχει φτάσει στα πέρατα του κόσμου. Γιατί πώς αλλιώς να περιγράψεις πού ακριβώς βρίσκεται το απόκοσμο Περμ; Σχεδόν 1.400 χιλιόμετρα μακριά από τη ρωσική πρωτεύουσα, στους πρόποδες της οροσειράς των Ουραλίων, ο Έλληνας μαέστρος βρήκε το τέλειο σκηνικό για το αφήγημά του.

H διαπίστωση του γερμανικού περιοδικού «Σπίγκελ» (με αφορμή τον παλαιότερο δίσκο του «Tchaikovsky violin concerto – Stravinsky “Les Noces”»): «Δεν έχει σημασία αν πρόκειται για τον Μότσαρτ ή τον Στραβίνσκι: δεν υπάρχει τίποτα που δεν μπορεί να φέρει εις πέρας ο Θοδωρής Κουρεντζής». Δεν υπάρχει άραγε μία ρωγμή σε όλη αυτή την μυθιστορηματική καριέρα του Θόδωρου Κουρεντζή; Ασφαλώς. Και μάλλον είναι παραπάνω από μία.

«Είμαι καταθλιπτικός. Έχω κάνει ορισμένα ωραία πράγματα αλλά με τη ζωή μου ικανοποιημένος δεν είμαι. Βρίσκομαι σε σύγχυση…» έλεγε ήδη από το 2007 σε συνέντευξή του στον Γιώργο Σαρηγιάννη στα ΝΕΑ, παραδεχόμενος αυτήν τη λεπτή γραμμή στην οποία ισορροπούν συνήθως οι διάνοιες. Αντικείμενο έντονης διαμάχης έχει επίσης υπάρξει η αγάπη του να σπάει τις παραδοσιακές γραμμές. Αιχμάλωτος της βιρτουοζιτέ του, επενδύει στις εντυπώσεις κι επιχειρεί μουσικές ακρότητες (συχνά, για παράδειγμα, πιέζει τις ταχύτητες της ορχήστρας) που γοητεύουν το ανεκπαίδευτο κοινό αλλά κάνουν τους ειδήμονες να ανατριχιάζουν.

Η ανασφάλειά του να διευθύνει μουσικούς που δεν τους έχει εκπαιδεύσει εκείνος είναι μια συχνή κατηγορία που εκτοξεύεται εναντίον του. Οι κριτικοί επιμένουν ότι δεν «πατά» το ίδιο γερά μακριά από την αγκαλιά της ορχήστρας του MusicAeterna (εξού και δεν ανεβαίνει συχνά στο πόντιουμ άλλων ορχηστρών). Το περιβάλλον του από την άλλη επιμένει πως ο «Θόδωρος δεν είναι ένας μαέστρος που του αρέσει μόνο να διδάσκει ερμηνευτικούς τρόπους. Θέλει να μυεί τους μουσικούς της ορχήστρας στον δικό του παθιασμένο έρωτα για τη μουσική, μακριά από ακαδημαϊσμούς και την άψυχη τελειομανία». O Θεόδωρος Κουρεντζής έχει σαρώσει στα σημαντικότερα θεατρικά βραβεία της Ρωσίας κερδίζοντας 7 Χρυσές Μάσκες. O Θεόδωρος Κουρεντζής έχει σαρώσει στα σημαντικότερα θεατρικά βραβεία της Ρωσίας κερδίζοντας 7 Χρυσές Μάσκες. Ίσως πάλι να του αρκεί η λατρεία με την οποία τον αντιμετωπίζουν στη Ρωσία. Οι συναυλίες του είναι sold out μήνες πριν, ενώ, σε αυτούς που έχουν υποκλιθεί στο καμαρίνι του, λέγεται πως συμπεριλαμβάνεται και η Ιρινα Σοστακόβιτς, χήρα του συνθέτη που τον συνεχάρη μετά από παράσταση της «Λαίδης Μακμπέθ του Μτσενσκ». Ο Βλαντιμίρ Πούτιν, επίσης, είναι δηλωμένος θαυμαστής του.

Κι εδώ μάλλον βρήκαμε μια ακόμα ρωγμή και μια σημαντική πηγή αμφισβήτησής του: ο εναγκαλισμός με το ρωσικό καθεστώς και η άρνησή του να ασκήσει κριτική στα κρούσματα λογοκρισίας είναι ξεκάθαρα. «Το ελεύθερο σας πνεύμα δεν στριμώχνεται στη Ρωσία του Πούτιν;», τον είχα κάποτε ρωτήσει. «Στον τομέα του πολιτισμού, σας διαβεβαιώ πως παίρνω επιχορήγηση για πολύ ριζοσπαστικά θεάματα, που ασκούν κριτική στην κυβέρνηση. Ωστόσο, φοβάμαι πως με την προπαγάνδα που κάνει η Δύση εναντίον της Ρωσίας ενδεχομένως αρχίσω να δέχομαι πιέσεις. Δεν είναι η Ρωσία μια χώρα όπου σκοτώνουν τους ομοφυλόφιλους στον δρόμο, παρόλο που όντως η σχετική νομοθεσία είναι ανόητη».

Αυτό έκανα κι εγώ στη Ρωσία: την ελληνική μου επανάσταση σε ένα μέρος που είδα ότι μπορούσα. »

Το MusicAeterna είναι ένα σύνολο ελληνικής σκέψης, που ενδεχομένως στην Ελλάδα δεν θα αναπτυσσόταν ποτέ, καθώς κανείς δεν γίνεται προφήτης στον τόπο του. Με λυπεί ο τρόπος που αντιμετωπίζεται εδώ ο πολιτισμός. Φοβάμαι πως σε 20 χρόνια δεν θα θυμάται κανείς τον Σαχτούρη και τον Ελύτη. Ο κόσμος σχηματίζει αντιστάσεις στην τέχνη». Όχι πάντα… Σε εκείνον ελάχιστοι αντιστέκονται. Κακά τα ψέματα, το ελληνικό κοινό του έχει απολύτως παραδοθεί και αύριο σε ένα ασφυκτικά γεμάτο Μέγαρο του ετοιμάζει μια ακόμα θριαμβευτική υποδοχή. Μην ξεχνάμε πως αυτό το εκρηκτικό πλάσμα έχει φτιάξει το μουσικό του σύμπαν σε μια πόλη που ως το 1957 ήταν γνωστή με το όνομα Μολότοφ (προς τιμή του Βιατσεσλάβ Μόλοτοφ, Σοβιετικού πολιτικού και διπλωμάτη που συνδέθηκε με την σχετική βόμβα). Άραγε όταν έχεις βάλει φωτιά στην καρδιά της Σιβηρίας, μπορεί να σε σταματήσει κάτι;

SHARE

Περισσότερα

MORE MAGAZINE