Ολοι γωρίζουν τη τύχη που είχαν τα ΕΣΠΑ στην Ελλάδα.
Μόνο η λέξη ΕΣΠΑ είναι ικανή να μαζέψει τα κοράκια πάνω από τη λεία τους. Μόνο που αυτή τη φορά δεν πρέπει να επαναληφθεί το πλιάτσικο του παρελθόντος με τους επιτήδειους που επιστρέφουν πάντα στον τόπο του εγκλήματος.
Το αφιέρωμα που ακολουθεί προέρχεται από το Δελτίο του ΣΕΒ και άρθρα των κορυφαίων συνεργατών του.
Οι προκλήσεις της νέας δεκαετίας δεν αφορούν μόνο στην αντιμετώπιση των επιπτώσεων της διπλής κρίσης (οικονομικής και υγειονομικής).
Ο ψηφιακός και τεχνολογικός μετασχηματισμός, η ενεργειακή εξοικονόμηση, η προσαρμογή στην κυκλική οικονομία, η εμβάθυνση της καινοτομίας και οι σύγχρονες δεξιότητες είναι προϋποθέσεις για την ενδυνάμωση της μεταποίησης, την παραγωγή ακόμα περισσότερων διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων, αλλά και την ανθεκτικότητα της οικονομίας.
Η ποσοτική αύξηση της συνεισφοράς της μεταποίησης στο 15% του ΑΕΠ πρέπει να συνοδεύεται από την ποιοτική αναβάθμιση της λειτουργίας ίδιων των επιχειρήσεων σε αυτές τις κατευθύνσεις, ειδικά των μεσαίων και μικρών (ΜμΕ). Την ίδια στιγμή, η οικονομία, βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη εκτεταμένης επενδυτικής κινητοποίησης.
Η πανδημία ανέτρεψε τα επενδυτικά προγράμματα πολλών επιχειρήσεων με το 2020 να βρίσκει τη χώρα με 2,5 φορές λιγότερες επενδύσεις από το 2008 συνολικά, και τις ειδικότερες επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό μειωμένες κατά 53%. Ο ρόλος του ΕΣΠΑ συνεπώς μπορεί να είναι καθοριστικός, είτε αφορά «πυροσβεστικές» προσεγγίσεις για τη ρευστότητα, είτε αφορά τη υποστήριξη του νέου παραγωγικού προτύπου της χώρας.
Τα διαρθρωτικά προγράμματα από τη δεκαετία του 1980, στοχεύουν στη βελτίωση των δεικτών της ελληνικής οικονομίας και στη συνοχή του παραγωγικού τοπίου. Έχουν δώσει σημαντικά χρηματοδοτικά εφόδια στην οικονομία, αλλά με σαφή προσανατολισμό στη σύγκλιση των επιδόσεων ανταγωνιστικότητας των μεσαίων και μικρών επιχειρήσεων (ΜμΕ) με την υπόλοιπη ΕΕ. Ωστόσο, μετά από 40 χρόνια στην ενωμένη Ευρώπη, και €160δισ. σε διαρθρωτικά προγράμματα (περίπου ένα ΑΕΠ), το αναπτυξιακό αποτύπωμα των πόρων αυτών έχει παραμείνει περιορισμένο και η σύγκλιση παραμένει ζητούμενο.
Ενδεικτικά, οι ελληνικές ΜμΕ εξακολουθούν να έχουν το 50% της παραγωγικότητας των αντίστοιχων της ΕΕ. Ακόμα και σε σύγκριση με κοντινές οικονομίες όπως της Πορτογαλίας, οι ελληνικές ΜμΕ δημιουργούν σήμερα 30% λιγότερη προστιθέμενη αξία σε σχέση με το 2008 όταν στην Πορτογαλία δημιουργούν 18% περισσότερη. Επίσης, οι ελληνικές ΜμΕ έχουν εξαγωγές αξίας €20δισ. προϊόντα έναντι €33δισ. στην Πορτογαλία.
Στην πράξη τα ΕΣΠΑ δεν έχουν βελτιώσει σημαντικά την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών ΜμΕ.
Η υπέρμετρη γραφειοκρατία και η διαχρονική επιμονή στην πιστοποίηση επιλέξιμων δαπανών έχουν αποτελέσει σημαντική τροχοπέδη. Επιπλέον, για την εξυπηρέτηση πρόσκαιρων σκοπιμοτήτων, αναπαράγεται ένα οικονομικό μοντέλο που δεν στηρίζεται σε δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας αλλά ευνοεί τον παραγωγικό κατακερματισμό.
Είναι κρίσιμο το νέο ΕΣΠΑ να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της νέας δεκαετίας (τις δεξιότητες, τον ψηφιακό μετασχηματισμό, την πράσινη ανάπτυξη), και να λειτουργήσει συμπληρωματικά στα οριζόντια επενδυτικά κίνητρα. Διαφορετικά θα προστεθεί στο μακρύ ιστορικό χαμένων αναπτυξιακών προοπτικών και κατασπατάλησης του παρελθόντος. Μια εξέλιξη που δεν πρέπει να επιβεβαιωθεί ούτε στη διαχείριση των έκτακτων ευρωπαϊκών πόρων €32δισ.
Το 2020 κανονικά, θα ήταν το τελευταίο έτος του τρέχοντος ΕΣΠΑ. Η απορρόφηση, δηλαδή οι ευρωπαϊκοί πόροι που έχουν μπει στα ελληνικά ταμεία, ήταν στο 87% στις αρχές του 2020. Η εκτέλεση, δηλαδή οι πόροι που τελικά εκταμιεύονται στην πραγματική οικονομία, είναι μόλις στο 35%, που είναι η 5η χειρότερη επίδοση στην ΕΕ. Τα εξαιρετικά αντανακλαστικά στην υγειονομική κρίση, δρομολόγησαν επιπλέον περίπου €5,7δισ. για τη στήριξη των επιχειρήσεων, μια «από μηχανής» διέξοδος που αυξάνει σημαντικά και την ασθμαίνουσα εκτέλεση του ΕΣΠΑ κοντά στο 55%.
Αντίστοιχα περιορισμένη είναι η εκτέλεση προγραμμάτων, που δεν αφορούν στις επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, το πρόγραμμα διοικητικής μεταρρύθμισης είχε μόλις 25% εκτέλεση (€332εκ. λιμνάζοντες πόροι) στις αρχές του 2020. Η εκτέλεση των περιφερειακών προγραμμάτων (ΠΕΠ) είναι ακόμα πιο απογοητευτική στο 29% (λιμνάζοντες πόροι €3,77δισ. στις αρχές του 2020). Επιπλέον, η γενναιόδωρη χρηματοδότηση της περιφερειακής εξειδίκευσης ανταποκρίνεται ελάχιστα στις πραγματικές ανάγκες των περιφερειακών οικονομιών. Πρόσφατη έρευνα του ΙΟΒΕ-ΕΜΠ ανέδειξε τις αδυναμίες του σχεδιασμού για τις περιφέρειες και τα όρια των «τοπικιστικών» προσεγγίσεων στη χρηματοδότηση τόσο τοπικών συνεργασιών, όσο και μεταξύ επιχειρήσεων και τοπικών ερευνητικών φορέων.
Οι μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις στην Ελλάδα
Τα ΕΣΠΑ διαχρονικά έδιναν έμφαση στη διανομή των πόρων σε όσο το δυνατόν περισσότερους δικαιούχους, παρά στο αναπτυξιακό αποτέλεσμα. Πρόκειται για καθαρά εθνική επιλογή, λόγω του πολύ μεγάλου κατακερματισμού των επιχειρήσεων. Το κατακερματισμένο παραγωγικό τοπίο των ΜμΕ, έχει εγκλωβίσει τις επιχειρήσεις σε μεγέθη με περιορισμένη παραγωγικότητα και χαμηλή προστιθέμενη αξία στερώντας τους τη δυνατότητα να δημιουργήσουν και να εκμεταλλευτούν, οικονομίες κλίμακας.
Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις αποτελούν μεν το 97,7% του συνόλου (93,1% στην ΕΕ), αλλά δημιουργούν προστιθέμενη αξία 74% μικρότερη από τις αντίστοιχες της ΕΕ. Παράλληλα, την περίοδο 2008-2019 οι μεσαίες επιχειρήσεις μειώθηκαν κατά 48% ενώ οι πολύ μικρές αυξήθηκαν κατά 6%. Πλέον, οι μεσαίες επιχειρήσεις είναι το 3,1% του συνόλου στην Ελλάδα έναντι 7% στην ΕΕ, ενώ μόλις το 2,5% των ελληνικών ΜμΕ εξάγει.
- Επιτάχυνση του ψηφιακού και τεχνολογικού μετασχηματισμού.
- Επιτάχυνση επενδύσεων στην κυκλική οικονομία και στην ενεργειακή εξοικονόμηση.
- Προώθηση συμπράξεων και συγχωνεύσεων.
- Ενίσχυση διαπεριφερειακών συνεργασιών (σε όρους οικοσυστημάτων) και απομάκρυνση από το υπόδειγμα της ενδο-περιφερειακής εξειδίκευσης που δεν έχει αποδώσει.
- Ανάπτυξη σύγχρονων δεξιοτήτων (κυρίως ψηφιακών και τεχνικών).
- Έμφαση στο αποτέλεσμα: Η ανάπτυξη (π.χ. απόδοση επένδυσης, μεγέθυνση επιχείρησης, οφέλη για την οικονομία, κτλ.) να καταστεί προϋπόθεση ενίσχυσης (αντί μόνο της επιλεξιμότητας δαπανών, όπως σήμερα).
- Ανακυκλούμενη χρηματοδότηση: Οι δημόσιοι πόροι, ώστε να επιστρέφουν στα δημόσια ταμεία μέσα από εργαλεία όπως τα επιδοτούμενα δάνεια, οι επιστρεπτέες προκαταβολές, κτλ.
- Λίγα προγράμματα και προκηρύξεις, που συνδυάζουν πόρους από διαφορετικά ταμεία του ΕΣΠΑ.
- Γενική επιχειρηματικότητα (20% των πόρων) με οριζόντιες ενισχύσεις στη βάση επιλέξιμων δαπανών, με έμφαση σε τεχνολογικό και μηχανολογικό εξοπλισμό και διευκόλυνση της ρευστότητας λόγω κορωνοϊού.
- Παραγωγική μεγέθυνση, ταχεία ανάπτυξη, κυκλική οικονομία (50% των πόρων) με έμφαση σε τεχνολογικό και μηχανολογικό εξοπλισμό και βασικό κριτήριο την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων ανάπτυξης.
- Ψηφιακός και τεχνολογικός μετασχηματισμός (20% των πόρων) με επιπλέον ενισχύσεις υψηλής τεχνολογικής ανάπτυξης και κριτήριο την επίτευξη στόχων προσαρμογής στην 4ης βιομηχανικής επανάστασης.
- Περιφερειακή εστίαση για την επιπλέον ενίσχυση βιομηχανικών περιοχών που έχουν πληγεί υπέρμετρα από την κρίση (10% των πόρων) και βασικό κριτήριο τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας στις περιοχές αυτές.
Το νέο ΕΣΠΑ να γίνει πολλαπλασιαστής ανάπτυξης και καταλύτης αλλαγής – Άρθρο του Δημήτρη Βέργαδου, Διευθυντή Τομέα ΜΜΕ, Θέσεων και Ενημέρωσης ΣΕΒ
Νέο ΕΣΠΑ: ευκαιρία για στροφή σε ένα διαφορετικό παραγωγικό υπόδειγμα – Άρθρο κ. Αλέξανδρου Χατζόπουλου, Γενικού Διευθυντή ΣΕΒ
Nέο ΕΣΠΑ: Ώρα για αλλαγή πορείας – Άρθρο του Δρ Γιώργου Ξηρογιάννη, Αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή ΣΕΒ,
Οι προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας δεν αφορούν μόνο στην αντιμετώπιση των οικονομικών επιπτώσεων της υγειονομικής κρίσης. Ο ψηφιακός και τεχνολογικός μετασχηματισμός, η ενεργειακή εξοικονόμηση, η κυκλική οικονομία, η καινοτομία και οι σύγχρονες δεξιότητες είναι προϋποθέσεις για την ενδυνάμωση της μεταποίησης αλλά και την ανθεκτικότητα της οικονομίας. Η αύξηση της συνεισφοράς της μεταποίησης στο 15% του ΑΕΠ οφείλει να συνοδεύεται από την ποιοτική αναβάθμιση των ίδιων των επιχειρήσεων, ειδικά των μεσαίων και μικρών (ΜμΕ). Τα ΕΣΠΑ σχεδιάστηκαν από την ΕΕ για να παράσχουν σημαντικά χρηματοδοτικά εφόδια, αλλά με σαφή προσανατολισμό στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των ΜμΕ. Δυστυχώς, παρά τα €160δισ. (περίπου ένα ΑΕΠ) που έχει λάβει η Ελλάδα από την ΕΕ από το 1980, η βελτίωση αυτή δεν είναι ορατή. Οι ελληνικές ΜμΕ εξακολουθούν να κατέχουν το 50% της παραγωγικότητας των αντίστοιχων της ΕΕ. Υστερούν ακόμα και σε σύγκριση με κοντινές οικονομίες, όπως της Πορτογαλίας. Ενδεικτικά, εξάγουν προϊόντα αξίας μόλις €20δις έναντι €33δις στην Πορτογαλία και έχουν πολύ χαμηλή ψηφιακή ωριμότητα.
Το 2020 κανονικά, θα ήταν το τελευταίο έτος του τρέχοντος ΕΣΠΑ. Οι ευρωπαϊκοί πόροι που έχουν μπει στα ελληνικά ταμεία, μέχρι τις αρχές του 2020, φθάνουν στο 87%. Ωστόσο, η εκτέλεση, δηλαδή οι πόροι που εκταμιεύονται στην πραγματική οικονομία, είναι μόλις στο 35%, που είναι η 5η χειρότερη επίδοση στην ΕΕ.
Ευτυχώς, τα εξαιρετικά αντανακλαστικά της πολιτείας στην υγειονομική κρίση, δρομολόγησαν περίπου €5,7δισ. από το ΕΣΠΑ στην στήριξη των επιχειρήσεων. Όμως, ακόμα και μετά τα έκτακτα προγράμματα, περίπου €7,8δισ. παραμένουν αδιάθετα λόγω καθυστερήσεων, σχεδιαστικών προβλημάτων, διαχείρισης, ακόμα και λόγω περιορισμένων δυνατοτήτων ανταπόκρισης των επιχειρήσεων. Αυτό είναι μια πολυτέλεια σε μια χώρα που προσπαθεί να ανατάξει την οικονομία της μετά από μια δεκαετή οικονομική κρίση.
Η γραφειοκρατία και η εμμονή στην πιστοποίηση δαπανών (αντί των ωφελειών στην οικονομία) αποτελούν σημαντική τροχοπέδη. Ως αποτέλεσμα, αναπαράγεται ένα οικονομικό μοντέλο που δεν στηρίζει δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας αλλά τον παραγωγικό κατακερματισμό.
Είναι προφανές ότι το νέο ΕΣΠΑ αποτελεί ευκαιρία για μια νέα προσέγγιση, ώστε να μην προστεθεί στο μακρύ κατάλογο χαμένων ευκαιριών. Πρέπει να εστιάσουμε λιγότερο στο «πόσες» επιχειρήσεις θα πάρουν ΕΣΠΑ ή «πόσο» ΕΣΠΑ θα πάρουν, και περισσότερο στο «σκοπό» για τον οποίο θα το πάρουν. Ανάλογες πολιτικές υιοθετήθηκαν στην Πορτογαλία και έφεραν οικονομίες κλίμακας, μεγαλύτερη παραγωγικότητα, διεθνή ανταγωνιστικότητα και σταθερές δουλειές.
Συνεπώς, το νέο ΕΣΠΑ μπορεί να εξελιχθεί σε εργαλείο:
1. Επιτάχυνσης του ψηφιακού και τεχνολογικού μετασχηματισμού
2. Επιτάχυνσης επενδύσεων στην κυκλική οικονομία και στην ενεργειακή εξοικονόμηση
3. Προώθησης συμπράξεων και συγχωνεύσεων
4. Ενίσχυσης διαπεριφερειακών συνεργασιών και βιομηχανικών οικοσυστημάτων.
5. Ανάπτυξης σύγχρονων δεξιοτήτων.
Παράλληλα, είναι κρίσιμο να ληφθούν υπόψη τα προβλήματα ρευστότητας που δημιούργησε η υγειονομική κρίση. Προγράμματα όπως το ΤΕΠΙΧ, η επιδότηση τόκων, τα κεφάλαια κίνησης, κτλ πρέπει να διευρυνθούν. Όμως, προϋπόθεση παραμένει η φερεγγυότητα των επιχειρήσεων που ενισχύονται.
Ως προς τα εργαλεία χρηματοδότησης, η ΕΕ απομακρύνεται από τις άμεσες επιχορηγήσεις. Θέτει την ανάπτυξη (πχ πωλήσεις, επενδυτική απόδοση, μόνιμες θέσεις εργασίας, κτλ) ως προϋπόθεση ενίσχυσης. Αν η Ελλάδα προτάξει ομοίως την ανακυκλούμενη χρηματοδότηση (πχ. επιδοτούμενα δάνεια), τότε οι δημόσιοι πόροι θα επιστρέφουν στα δημόσια ταμεία μέσα από τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων.
Επιπλέον, το νέο ΕΣΠΑ καλείται να μειώσει τη γραφειοκρατία. Λίγες προκηρύξεις μπορούν να συνδυάζουν πόρους από διαφορετικά ταμεία, ενώ οι ταχύτερες εγκρίσεις είναι εφικτές με τη χρήση εξωτερικών ελεγκτών. Επιπλέον, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά μειώνονται όταν η δημόσια διοίκηση τα αναζητά μέσω των πληροφοριακών συστημάτων της.
Ένα ΕΣΠΑ με κριτήριο την ανάπτυξη είναι προς όφελος και των επιχειρήσεων και της οικονομίας. Όσο πιο ανταγωνιστικές γίνονται οι ελληνικές ΜμΕ τόσο μεγαλώνει το αποτύπωμα τους στην οικονομία, στην απασχόληση και στη κοινωνική συνοχή.
Χρειαζόμαστε ΕΣΠΑ παραγωγικού μετασχηματισμού – Άρθρο κ. Χρήστου Α. Ιωάννου, Διευθυντή Τομέα Απασχόλησης και Αγοράς Εργασίας ΣΕΒ
Τα αποτελέσματα των προηγουμένων ΕΣΠΑ (ΜΟΠ 1985-89, δύο «πακέτα Ντελόρ» 1989-93, 1994-99, ένα «πακέτο Σαντέρ» 2000-06, και δύο ΕΣΠΑ 2007-2013 και 2014-2020) δεν είναι αμελητέα ως προς την εισροή πόρων στην ελληνική οικονομία. Αν αναχθούν σε σημερινές τιμές υπερβαίνουν το μέγεθος του σημερινού ΑΕΠ.
Δεν είναι όμως επαρκή ως προς την επενδυτική-παραγωγική αξιοποίησή τους. Το ότι η εισροή αυτών των πόρων συνέβαλε στην ετήσια μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας κατά 1-1,5% είναι θετικό, θα ήταν ιδιαίτερο παράδοξο η εισροή πόρων να μην είχε, έστω αυτήν, την θετική επίπτωση.
Όμως είναι η συγκριτική αξιολόγηση των ελληνικών επιδόσεων στην οικονομική και κοινωνική σύγκλιση (που είχε γίνει στόχος της Κοινότητας το 1986 στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, και αποτέλεσε την νομιμοποιητική βάση των «πακέτων») που πρέπει να γίνει κατανοητή και να οδηγήσει στην μεγάλη αλλαγή πορείας.
Όταν οι Ελλάδα εισήλθε στην ΕΟΚ είχε τις λιγότερο αναπτυγμένες περιφέρειες στην Κοινότητα, δίπλα σε αυτές του Ιταλικού Νότου. Ποιο είναι το ελληνικό «παράδοξο», 40 χρόνια μετά, που δεν το λες και κριτήριο επιτυχίας; Το «παράδοξο» είναι ότι παρά τις αλλεπάλληλες διευρύνσεις της ΕΟΚ, και της ΕΕ, από τα 10 μέλη όταν εισήλθε η Ελλάδα, στα 28 πριν το Brexit, και την συνεχή προσθήκη περιφερειών, κατά κανόνα φτωχότερων (με εξαίρεση την διεύρυνση του 1995 Αυστρία, Σουηδία, Φιλανδία), που έφτασαν τις 268, ελληνικές περιφέρειες παρέμεναν, και παραμένουν, συστηματικά καθηλωμένες στην τελευταία 10δα, 15δα, 20δα των λιγότερο αναπτυγμένων περιφερειών της ΕΕ.
Αν τις απλοποιήσουμε στα βασικά συστατικά τους, η σύγκλιση, η οικονομική μεγέθυνση και η ευημερία κάθε κοινωνίας εξαρτάται από την αύξηση της παραγωγικότητάς της και από την αύξηση του ποσοστού των απασχολουμένων της. Το γινόμενο τους δημιουργεί την μεγέθυνση του ΑΕΠ.
Και με αυτά τα κριτήρια οι επιδόσεις των ΚΠΣ, ΕΣΠΑ δεν πρέπει να θεωρούνται ικανοποιητικές, με 0,1% μέση ετήσια αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας στην ελληνική οικονομία, και με τα ποσοστά απασχόλησης στα χαμηλότερα της ΕΕ και σταθερά χαμηλότερα 5-10% του εκάστοτε ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Η παραγωγικότητα πραγματοποιείται στις δυναμικές παραγωγικές επιχειρήσεις που επενδύουν, και καινοτομούν. Το ποσοστό απασχόλησης αυξάνει όταν αυτές οι επιχειρήσεις όχι μόνο πολλαπλασιάζονται ως ΜμΕ αλλά και μεγαλώνουν, επενδύοντας και σε ανθρώπινο κεφάλαιο με δεξιότητες και εργασιακές ικανότητες. Όμως, παρά τα 5 και μισό ΕΣΠΑ, οι ελληνικές ΜμΕ εξακολουθούν να έχουν το 50% της παραγωγικότητας των αντίστοιχων της ΕΕ.
Το νέο ΕΣΠΑ πρέπει να δώσει προτεραιότητα στην ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας. Αυτή είναι όχι εν γένει οι ΜμΕ αλλά οι (μικρές, μεσαίες και μεγάλες) επιχειρήσεις που παράγουν αυτό που λέμε «διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες», που συμμετέχουν σε «διεθνείς παραγωγικές αλυσίδες αξίας». Δεν είναι θέμα μεγέθους των επιχειρήσεων. Είναι θέμα τομέα και κλάδου στον οποίο δραστηριοποιούνται οι επιχειρήσεις. Του «τι παράγουν» σε «προστιθέμενη αξία».
Κρισιμότερη είναι η αναπτυξιακή συμβολή στην οικονομία (και την κοινωνία) των επιχειρήσεων (και των εργαζομένων), μικρών, μεσαίων και μεγάλων, που παράγουν διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες, και άλλη η συμβολή αυτών του τομέα των διεθνώς μη εμπορευσίμων.
Οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι με διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες, δραστηριοποιούνται στους κλάδους της μεταποίησης, της πληροφορικής και των υπηρεσιών τεχνολογικής αιχμής, των ορυχείων, των διεθνών μεταφορών (ναυτιλιακών, κ.λπ.) της ανταγωνιστικής παραγωγής στον πρωτογενή τομέα, και σε ένα βαθμό του (ευαίσθητου) τουρισμού. Αυτές είναι «η ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας». Σε αυτούς τους τομείς και κλάδους το νέο ΕΣΠΑ πρέπει να γίνει επένδυση και παραγωγή, και όχι κατανάλωση, όπως τα προηγούμενα.
Το νέο ΕΣΠΑ αποτελεί ευκαιρία για μεγάλη αλλαγή πορείας. Για να μην έχουμε τα αποτελέσματα των προηγουμένων. Ευκαιρία γιατί μέσω αυτού και των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης μπορεί να καλυφθεί ένα μέρος του επενδυτικού κενού που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία και οικονομία.
Η μεγάλη αλλαγή πορείας αφορά και το ανθρώπινο κεφάλαιο. Κάθε ΚΠΣ και ΕΣΠΑ αφιέρωνε ένα 20% των πόρων του στο ανθρώπινο δυναμικό. Οι επιδόσεις και οι αποδόσεις ήταν-είναι εξίσου πενιχρές. Η λεγόμενη «κατάρτιση», χρηματοδοτημένη αφειδώς επί δεκαετίες, έχει αποτύχει πλήρως στην Ελλάδα. Η αναβάθμιση του ανθρώπινου κεφαλαίου της χώρας δεν είναι θέμα «απορρόφησης» ακόμη περισσότερων δισ. από την «κατάρτιση». Αλλά υπόθεση ριζικών και ολικών μεταρρυθμίσεων στην εκπαίδευση, στην παιδεία.
Για την ενίσχυση του τρίτου παραγωγικού συντελεστή, διαφορετικού και από την «απλή» ανθρώπινη εργασία (που ούτως ή άλλως πρέπει να επανειδικεύεται, να εμπλουτίζεται, να αναβαθμίζεται με γνώσεις και δεξιότητες τεχνικές και ψηφιακές), και από το κεφάλαιο: της ανθρώπινης νοημοσύνης, του νέου ανθρωπίνου κεφαλαίου, που στην νέα οικονομία είναι ενσωματωμένη στην νέα επιχειρηματικότητα και στους εργαζομένους της 4ης βιομηχανικής και ψηφιακής επανάστασης. Κι αυτό αφορά όλη της Ελλάδα και τις περιφέρειές της.





