Στελέχη παγκόσμιων τραπεζών προειδοποίησαν ότι θα μεταφέρουν τις επενδύσεις τους εκτός Ηνωμένου Βασιλείου εάν αυξηθεί η φορολογία στον κλάδο, επισημαίνοντας στην κυβέρνηση του Andy Burnham ότι κινδυνεύει να πλήξει περαιτέρω τη θέση του Λονδίνου ως χρηματοοικονομικού κέντρου.
Από τον Martin Arnold/Financial Times
Ανώτατα τραπεζικά στελέχη δήλωσαν ότι δεν θα επέλεγαν πλέον το Ηνωμένο Βασίλειο ως το βασικό τους ευρωπαϊκό κέντρο δραστηριοτήτων με τον τρόπο που το έκαναν πριν από το Brexit, σύμφωνα με έρευνα που διεξήγαγε ο κύριος φορέας εκπροσώπησης του κλάδου σε τράπεζες από τις ΗΠΑ, την ΕΕ, την Ασία, την Αφρική και τη Μέση Ανατολή που διατηρούν σημαντικές δραστηριότητες στη Βρετανία.
Η προειδοποίηση αυτή καταδεικνύει την αυξανόμενη ανησυχία των τραπεζιτών για το ενδεχόμενο επιβολής έκτακτου φόρου στα υπερκέρδη (windfall tax) στον προϋπολογισμό του επόμενου μήνα. Ο Υπουργός Οικονομικών John Healey αναζητά έσοδα για να αντισταθμίσει το πλήγμα από το αυξημένο κόστος δανεισμού που προκαλείται από τον πόλεμο στο Ιράν.
«Πιστεύω ότι η φορολογική επιβάρυνση είναι ήδη πολύ υψηλή», δήλωσε στους Financial Times ο David Postings, διευθύνων σύμβουλος της UK Finance, του φορέα εκπροσώπησης των τραπεζών. «Αν προχωρήσουν πέρα από αυτό το σημείο, θεωρώ ότι θα φτάσουμε σε κρίσιμο κατώφλι και η κίνηση αυτή θα ενέχει μεγάλους κινδύνους για την κυβέρνηση».
Τα τραπεζικά στελέχη περιέγραψαν δύο σενάρια που θα τους ανάγκαζαν να επανεξετάσουν σοβαρά τη λειτουργία τους στο Ηνωμένο Βασίλειο: την αύξηση των φορολογικών και ρυθμιστικών βαρών για τις τράπεζες ή την επιβολή αυστηρότερων κανόνων μετανάστευσης που θα καθιστούσαν δυσκολότερη τη μετακίνηση προσωπικού στη Βρετανία.
Οι τράπεζες έχουν καταστεί ελκυστικός στόχος καθώς τα κέρδη τους αυξάνονται.
Οι NatWest, Lloyds Bank και οι βρετανικοί βραχίονες των Barclays και HSBC — οι παραδοσιακές «Μεγάλες Τέσσερις» τράπεζες της χώρας — αύξησαν τα κέρδη τους προ φόρων κατά 16% σε ετήσια βάση, φτάνοντας συνολικά τα 13 δισ. στερλίνες το πρώτο εξάμηνο του 2026.
Ο Paul Nowak, γενικός γραμματέας του Trades Union Congress (TUC), δήλωσε ότι υπάρχει «σωρεία αποδεικτικών στοιχείων» πως οι τράπεζες έχουν τη δυνατότητα να καταβάλουν υψηλότερους φόρους, «με κυριότερο το ποσό-ρεκόρ των 25 δισ. στερλινών που δόθηκε πέρυσι ως μπόνους».
Ωστόσο, ο Jamie Dimon, διευθύνων σύμβουλος της JPMorgan, έχει επικρίνει στο παρελθόν την ιδέα επιβολής υψηλότερων φόρων στις βρετανικές τράπεζες, προειδοποιώντας ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν «δυσμενείς συνέπειες» για τον κλάδο και την οικονομία, σε μια εμμέσως πλην σαφώς διατυπωμένη απειλή ότι θα επανεξετάσει τα σχέδια για τα νέα γραφεία της τράπεζας στο Λονδίνο, ύψους 3 δισ. στερλινών.
Οι τράπεζες εταιρικής και επενδυτικής τραπεζικής με έδρα το Λονδίνο καταβάλλουν φόρο ίσο με το 46,5% των κερδών τους — ποσοστό που είναι ήδη το υψηλότερο μεταξύ των μεγάλων χρηματοοικονομικών κέντρων των ΗΠΑ και της Ευρώπης — σύμφωνα με νέα έρευνα της PwC για λογαριασμό της UK Finance.
Εάν η βρετανική κυβέρνηση αύξανε την πρόσθετη επιβάρυνση επί του φόρου εταιρειών που επιβάλλεται στον κλάδο, επαναφέροντάς την στο επίπεδο που ίσχυε πριν από τη μείωση που έγινε πριν από τρία χρόνια, ο συνολικός φορολογικός συντελεστής για τις τράπεζες στο Λονδίνο θα ξεπερνούσε το 50% για πρώτη φορά.
Ο φορολογικός συντελεστής για τις βρετανικές τράπεζες έχει ήδη ξεπεράσει εκείνον των ανταγωνιστικών κέντρων, όπως το Άμστερνταμ (42%), το Δουβλίνο (29%) και τη Νέα Υόρκη (28%), όπως αναφέρει η έκθεση. Μεταρρυθμίσεις της γερμανικής κυβέρνησης αναμένεται να μειώσουν τον συνολικό φορολογικό συντελεστή για τις τράπεζες με έδρα τη Φρανκφούρτη από το 39% στο 34% έως το 2032.
«Αν και οι διεθνείς τράπεζες εξακολουθούν να εκτιμούν τις βαθιές κεφαλαιαγορές του Ηνωμένου Βασιλείου, τη δεξαμενή ταλέντων παγκόσμιας κλάσης, τη νομική ασφάλεια, την ιδανική ζώνη ώρας, την κανονιστική τεχνογνωσία και την παγκόσμια διασυνδεσιμότητα, αυτά τα βασικά πλεονεκτήματα δέχονται πρωτοφανείς πιέσεις», αναφέρει η έκθεση της UK Finance, την οποία είδαν οι Financial Times.
Μετά τη διεξαγωγή συνεντεύξεων με στελέχη 14 διεθνών τραπεζών που απασχολούν 35.000 άτομα στο Ηνωμένο Βασίλειο, η έκθεση προειδοποίησε: «Η συσσώρευση πιέσεων — που καθεμία από μόνη της θα ήταν διαχειρίσιμη — έχει με την πάροδο του χρόνου αποδυναμώσει τα επιχειρήματα υπέρ της εγκατάστασης πρόσθετων δραστηριοτήτων στο Ηνωμένο Βασίλειο».
Επίσης, προειδοποίησαν ότι το Ηνωμένο Βασίλειο κινδυνεύει να «μείνει πίσω» σε σχέση με άλλες χώρες στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης.
«Δεν πρόκειται για περιπτώσεις όπου κάποιος δηλώνει ότι θα κλείσει τις δραστηριότητές του στο Λονδίνο», δήλωσε ο Jonathan Herbst, επικεφαλής του παγκόσμιου τμήματος χρηματοοικονομικών υπηρεσιών της δικηγορικής εταιρείας Norton Rose Fulbright, η οποία διενήργησε την έρευνα. «Το ζήτημα αφορά κυρίως τις αποφάσεις σχετικά με το πού θα γίνουν επενδύσεις και πού θα υπάρξει ανάπτυξη. Θα έλεγα ότι το αποτέλεσμα παραμένει αβέβαιο».
Μεταξύ των προβλημάτων που εντόπισαν τα στελέχη περιλαμβάνονται η υψηλή φορολογία, το Brexit, η απόκλιση των ρυθμιστικών πλαισίων, το αυξανόμενο κόστος, τα εμπόδια στη μετακίνηση προσωπικού, η αργή διαδικασία λήψης αποφάσεων πολιτικής και οι δαπανηρές δικαστικές υποθέσεις, όπως το πρόσφατο σκάνδαλο με τη χρηματοδότηση αγοράς αυτοκινήτων.





