kourdistoportocali.comNews DeskΤο Dahmer [Netflix] προκαλεί συχνά τάσεις προς έμετο. Κάποιες στιγμές σχεδόν μπορείς να μυρίσεις την σήψη να βγαίνει από τους αεραγωγούς

Οι 17 ανδροκτονίες του Τζέφρι

Το Dahmer [Netflix] προκαλεί συχνά τάσεις προς έμετο. Κάποιες στιγμές σχεδόν μπορείς να μυρίσεις την σήψη να βγαίνει από τους αεραγωγούς

Συχνά αγωνιάς για τη προδιαγεγραμμένη μοίρα των ανυποψίαστων αμνών της τελετουργικής θυσίας

Υπήρξε κάποτε ένας εκδότης που έβγαζε glossy περιοδικά. Του έφερναν λεφτά, αλλά πιο πολύ πρεστίζ. Μπορούσε να κορδώνεται. Ο ίδιος έβγαζε και κάτι μικρού σχήματος ψευτοπορνό, τη χαρά της φανταρίας. Του φέρναν κι αυτά πολύ χρήμα, αλλά γι’αυτά δε μιλούσε ποτέ.

Γράφει το Παλτό*

Κάποιες στιγμές σχεδόν μπορείς να μυρίσεις την σήψη να βγαίνει από τους αεραγωγούς. Συχνά αγωνιάς για τη προδιαγεγραμμένη μοίρα των ανυποψίαστων αμνών της τελετουργικής θυσίας. Σπανιότερα, θα ξοδέψεις και μια σκέψη, ένα συγχυσμένο “γιατί”, για την ερεβώδη ύπαρξη του διαβόητου εκδοροσφαγέα. Το στομάχι σφίγγεται ακόμη κι από το λυπηρά λιτό, μόνιμα ρυπαρό διαμερισματάκι του τέρατος. Το Dahmer προκαλεί συχνά τάσεις προς έμετο.

Προκύπτει κάποιες, ελάχιστες, φορές στο Netflix ένα αριστοτέχνημα που –αναπάντεχα εντελώς- είναι και τεράστια επιτυχία. Αναπάντεχα, γιατί συμβαίνει να μιλάμε για μια σκοτεινή φεστιβιτέ νοσηρότητας. “Και τώρα τι κάνουμε; “. Ένα περίσσευμα αμηχανίας. Σαν τον εκδότη που λέγαμε.

Το Netflix δεν ήρθε σε αυτόν τον κόσμο για να προσφέρει αισθητική ή συναισθηματική αγωγή. Είναι μια ατελείωτη υπεραγορά –“περιεχομένου”, που λένε και οι κονεσέρ. Κάτι σαν Walmart. Έχει και στιγμές Waitrose -ή έστω Θανόπουλου (αυτού στην Κηφισιά)- και βγάζει κάτι Roma και κάτι Power Of The Dog. Αλλά αυτά είναι άλλοθι, ξεκάρφωμα. Κατά βάση, ο ατέρμονος κατάλογός του απευθύνεται σε ένα «παγκόσμιο χωριό» -όπως λέγαμε κι οι παλιοί- που μοιάζει να υποφέρει από ψυχοσυναισθηματική πάρεση, με τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή του στα πατώματα.

Η βασική διαφορά του Dahmer, όμως, με επιτυχίες τύπου Squid Game, είναι ότι στο δεύτερο η νοσηρότητα είναι αποκύημα φαντασίας. Τουλάχιστον, ακόμη. Θέλει κοχόνες να ξύνεις υπαρκτές πληγές και, μάλιστα, με χειρουργικά τέμνοντα τρόπο. Αλλά όταν προκύψει μια τόσο απρόσμενη επιτυχία, μοιάζει να εύχεσαι, ως “πλατφόρμα”, η ζωή να ήταν μόνο νοσηρά, αλλά ανώδυνα καλαμάρια.

Την ίδια αμηχανία με την πλατφόρμα έδειξε και η κριτική, αλλά αυτό δεν κάνει εντύπωση. Οι περισσότεροι δικοί μας περιμένουν να δουν τι θα γραφτεί στα ξένα πριν πάρουν θέση. Οι αυτόφωτοι που έχουν απομείνει είναι ελάχιστοι. Αλλά κι από τα ξένα, η κριτική ήταν αφατικά αμήχανη. Υπήρξε μια μεγάλη προσπάθεια για να εξηγηθούν τα “γιατί” και τα “πως” λες και μπορείς ή πρέπει να βρίσκεις νόημα στο αδιανόητο. Δεν είναι τυχαίο, η πιο αδύναμη στιγμή της σειράς είναι όταν ασχολείται με τα “δύσκολα παιδικά χρόνια”, τη “δυσλειτουργική οικογένεια” ή την “προβληματική εφηβεία” του τέρατος. Μερικά φορές αρκεί ένα “δεν γνωρίζουμε”. Οι εξηγήσεις περιττεύουν μπροστά σε αυτό κενοτάφιο ανθρωπισμού που υπήρξε ο Τζέφρι Ντάμερ. “Το δεύτερο πιο διάσημο τέκνο του Μιλγουόκι μετά τον Giannis”, που έγραψε και ένας πειραγμένος.

Σε άλλους ξένισε ο μηχανιστικός τρόπος που ο Evan Peters αποδίδει το τέρας. Αλλά τα ντοκουμέντα είναι με το μέρος του. Κανένα “πλάτος” και κανένα “βάθος” δεν υπήρχε στον σχεδόν ρεταρντέ τρόπο ομιλίας και συμπεριφοράς του πραγματικού Ντάμερ. Όσο για αυτό το σιγανό ποταμάκι της υποκριτικής, τον Ρίτσαρντ Τζένκινς που υποδύεται τον εμβρόντητο πατέρα: σου δίνει την εντύπωση ότι μπορεί να τον ξυπνήσεις μέσα στην άγρια νύχτα, από ύπνο βαθύ, να του πεις “τράβα ρε συ Ρίτσαρντ έναν μονόλογο Ληρ να σε χαρώ”. Κι αυτός θα σου δώσει μια ερμηνεία ζωής.

Δεν προσφέρονται για binge τα δέκα επεισόδια της σειράς. Πέφτουν κάπως βαριά στο στομάχι. Στο τέλος σε καταλαμβάνει κάτι που μοιάζει με το “αξίωμα Χαρδαβέλλα”, του πάλαι ποτέ. Όταν κάθε Κυριακή βράδυ, τα παλιά τα χρόνια, επεφύλασσε μια παρέλαση συμφορών και τεράτων για τον καψερό τηλεθεατή. Κι αυτός ξεκινούσε, τη Δευτέρα, τη βδομάδα του με ένα “πάλι καλά να λες”. Πάλι καλά να λες, ευτυχώς αυτό το φρούτο δεν ευδοκιμεί στα μέρη μας. Μπορεί να έχουμε άλλα, παραπλήσια νοσηρά, αλλά σίριαλ κίλερ όχι. Ποιος ξέρει γιατί. Επειδή στη Μεσόγειο ο ήλιος καίει;

Ο γκέι δημιουργός του Dahmer, Ράιαν Μέρφι -παντρεμένος με τον φωτογράφο Ντέιβιντ Μίλερ, τρια παιδιά-, είναι το νέο μεγάλο απόκτημα του Netflix.

Υπάρχει όντως μια queer κεντρομόλος στη σειρά, όπως και σε άλλες δουλειές του, ευκαιρίας δοθείσης, σαν το “Δολοφονία του Τζάνι Βερσάτσε”. Αλλά δεν μπορεί να τον χαρακτηρίσεις “στρατευμένο”. Στο παρελθόν έχει δώσει υπέροχα straight-friendly δείγματα, όπως, ας πούμε το American Crime Story του OJ Simpson. Δεν είναι ότι τον καίει να αποδώσει φύλο στο Κακό –άλλως τε ως malum in se, είναι διαφυλικό ή μάλλον άφυλο. Αλλά γούστο του, καπέλο του να προσεγγίσει αυτό το διαβρωμένα ηδυπαθές τέρας όπως αγαπά. Όπως και να αφήσει όλα εκείνα τα αιωρούμενα και τα εκκρεμή –περισσότερο εσκεμμένα, παρά όχι. Αλλά δεν είναι art house, “πλατφόρμα” είναι, μην ξεχνιόμαστε. Και για 300 εκατομμύρια που λέγεται ότι πήρε o Μέρφι από το Netflix, θα πρέπει να δώσει και μπόλικη, μασημένη τροφή. Σαν το The Watcher, ας πούμε. Είναι η αμήχανη στιγμή που συνειδητοποιείς ότι πρέπει να είσαι ο διασκεδαστής των πολλών για να υπάρχεις και ως δημιουργός από τους λίγους.

Σε όλη αυτήν την ιστορία τελικά αυτοί που έδειξαν τη λιγότερη αμηχανία ήταν οι θεατές, εμείς οι έρμοι οι “παγκόσμιοι χωριάτες”.

 

 

> * Το Παλτό είναι μια μονοπρόσωπη, τρισυπόστατη οντότητα που θέλει να γράφει όπως μιλάει και να μιλάει όπως γράφει. Γεννήθηκαν και ζουν στην Αθήνα (they/them). Καλή συνέχεια.

SHARE

Περισσότερα

MORE NEWS DESK