Η Γερουσία των ΗΠΑ αθώωσε τον πρώην πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ για την εισβολή στο Καπιτώλιο. Ο Τραμπ, που αποχώρησε από τον Λευκό Οίκο στις 20 Ιανουαρίου, είναι ο πρώτος πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ που παραπέμφθηκε σε δίκη μετά την αποχώρησή του. Αν καταδικαζόταν, η Γερουσία θα μπορούσε να ψηφίσει στη συνέχεια για το αν πρέπει να του απαγορευθεί να ξαναθέσει υποψηφιότητα. Πλέον, ο Ντόναλντ Τραμπ διατηρεί όλο το δικαίωμα να θέσει εκ νέου υποψηφιότητα για τον Λευκό Οίκο, ιδρύοντας ακόμα και δικό του κόμμα.
Στο σύνολο, 57 γερουσιαστές ψήφισαν υπέρ της καταδίκης του Ντόναλντ Τραμπ (10 λιγότερες ψήφοι από τις 67 που απαιτούνταν για την καταδίκη), ενώ 43 καταψήφισαν. Ετσι, με ψήφους 57-43 η Γερουσία απαλλάσσει τον Τραμπ.
Η καταδίκη του θεωρούταν απίθανη, καθώς τουλάχιστον 17 Ρεπουμπλικανοί σε σύνολο 100 γερουσιαστών θα έπρεπε να συνταχθούν με τους 50 Δημοκρατικούς προκειμένου να κρίνουν ένοχο τον πρώην πρόεδρο.
Νωρίτερα, ο επικεφαλής των Ρεπουμπλικάνων στη Γερουσία, Μιτς Μακόνελ, ανακοίνωσε ότι θα ψηφίσει κατά της καταδίκης του Ντόναλντ Τραμπ. Ο Μακόνελ εξήγησε ότι θεωρεί ότι η Γερουσία δεν έχει τη δικαιοδοσία να δικάσει έναν πρώην πρόεδρο. «Δεδομένων αυτών των συμπερασμάτων, θα ψηφίσω υπέρ της απαλλαγής του», πρόσθεσε.
Όταν το άρθρο για την παραπομπή έφθασε στη Γερουσία, μόνο έξι Ρεπουμπλικανοί ψήφισαν μαζί με τους Δημοκρατικούς για να διεξαχθεί η δίκη, απορρίπτοντας ένα επιχείρημα που προέβαλαν άλλοι Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές σύμφωνα με το οποίο το Σύνταγμα δεν επιτρέπει στο Κογκρέσο να παραπέμψει έναν πρόεδρο η θητεία του οποίου έχει ήδη λήξει.
Χαοτική συνεδρίαση
Νωρίτερα, οι Δημοκρατικοί και οι Ρεπουμπλικανοί στη Γερουσία των ΗΠΑ συμφώνησαν να κατατεθούν ως αποδεικτικά στοιχεία στη δίκη του Ντόναλντ Τραμπ λεπτομέρειες από σχόλια του πρώην προέδρου σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με έναν κορυφαίο Ρεπουμπλικανό στη διάρκεια των φονικών ταραχών στο Καπιτώλιο.
Η συμφωνία ακολούθησε μια χαοτική ψηφοφορία για να επιτραπεί η κλήση μαρτύρων, η οποία θα μπορούσε να καθυστερήσει τα συμπεράσματά της για εβδομάδες, επέτεινε τις διαιρέσεις και εμπόδισε τις προσπάθειες του προέδρου Τζο Μπάιντεν να προχωρήσει πέρα από τις αντιπαραθέσεις του προκατόχου του.
Η Γερουσία, οι δικηγόροι του Τραμπ, και οι βουλευτές της Βουλής των Αντιπροσώπων που λειτουργούν ως εισαγγελείς συμφώνησαν αργότερα πως μια δήλωση της Ρεπουμπλικανής βουλευτή Τζέιμι Χερέρα Μπάτλερ για μια τηλεφωνική επικοινωνία ανάμεσα στον Τραμπ και τον επικεφαλής των Ρεπουμπλικανών στη Βουλή των Αντιπροσώπων, Κέβιν Μακάρθι, μπορεί να γίνει δεκτή ως αποδεικτικό στοιχείο.
«Ε λοιπόν, Κέβιν, φαντάζομαι ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι πιο οργισμένοι από εσάς σε ό,τι αφορά τις εκλογές», είπε ο Τραμπ εν μέσω της επίθεσης σύμφωνα με την Μπάτλερ.
Η Μπάτλερ ήταν μία από τους 10 βουλευτές του Ρεπουμπλικανικού κόμματος που τον περασμένο μήνα ψήφισαν υπέρ της παραπομπής του Τραμπ σε δίκη από τη Γερουσία, του πρώτου προέδρου των ΗΠΑ που παραπέμπεται για δίκη στη Γερουσία δύο φορές.
Η παράθεση των καταληκτικών επιχειρημάτων ξεκίνησε αφού ελήφθη η απόφαση με ψήφους 55-45 υπέρ της κλήσης μαρτύρων η οποία προκάλεσε αναστάτωση σε μέλη της Γερουσίας.
Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Μπιλ Κάσιντι, ο οποίος νωρίτερα αυτήν την εβδομάδα ήταν ένας από τους μόλις έξι γερουσιαστές του κόμματός του που ψήφισε υπέρ της συνέχισης της δίκης, σήκωσε τα χέρια όταν ρωτήθηκε αν ανέμενε τη σημερινή ψηφοφορία για την κλήση μαρτύρων.
«Ο Σέλμπι λέει ότι έχει δει τρεις και αυτή ήταν η πιο τρελή», είπε, αναφερόμενος στον γερουσιαστή Ρίτσαρντ Σέλμπι η 34ετής θητεία του οποίου περιελάμβανε την παραπομπή σε δίκη του Δημοκρατικού πρώην προέδρου Μπιλ Κλίντον και την πρώτη παραπομπή του Τραμπ.
Η κατάσταση στην αίθουσα της Γερουσίας έμοιαζε χαοτική στη διάρκεια και μετά την ψηφοφορία. Οι γερουσιαστές σχημάτισαν πηγαδάκια ευρισκόμενοι σε προφανή σύγχυση και οι γερουσιαστές Ρον Τζόνσον και Μιτ Ρόμνεϊ είχαν μια έντονη συζήτηση.
Μεγάλο μέρος της δίκης επικεντρώθηκε στο πόσα ήξερε ο Τραμπ για τις ενέργειες των ταραξιών καθώς εισέβαλλαν στο Κογκρέσο στις 6 Ιανουαρίου επιδιώκοντας να εμποδίσουν τους βουλευτές από την επικύρωση της νίκης του Μπάιντεν στις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου.
Η Μπάτλερ είπε πως ο Τραμπ αρχικά αρνήθηκε ότι οι οπαδοί του εμπλέκονταν στην επίθεση, ισχυριζόμενος ότι επρόκειτο για μέλη του αριστερού κινήματος Antifa, κάτι που ο Μακάρθι απέρριψε ως ψευδές.
Ο Τραμπ, που αποχώρησε από τον Λευκό Οίκο στις 20 Ιανουαρίου, είναι ο πρώτος πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ που παραπέμφθηκε σε δίκη μετά την αποχώρησή του, Αν καταδικαστεί, η Γερουσία θα μπορούσε να ψηφίσει στη συνέχεια για το αν πρέπει να του απαγορευθεί να ξαναθέσει υποψηφιότητα.
«Το κίνημα “Κάντε την Αμερική Μεγάλη Ξανά” μόλις ξεκίνησε»
Ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε πως η δίκη στη Γερουσία ήταν άλλη μια φάση του «μεγαλύτερου κυνηγιού μαγισσών στην ιστορία της χώρας μας».
Ο Τραμπ έκανε τη δήλωση αυτή μετά την απαλλαγή του από τη Γερουσία στη δεύτερη δίκη του μέσα σε 12 μήνες, καθώς οι Ρεπουμπλικανοί τον προστάτευσαν από την απόδοση ευθυνών για τη φονική επίθεση της 6ης Ιανουαρίου υποστηρικτών του στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ.
Υπόσχεται ότι θα “συνεχίσει” να υπερασπίζεται “το μεγαλείο της Αμερικής”
«Το σπουδαίο, ιστορικό και πατριωτικό κίνημά μας, Κάντε την Αμερική Μεγάλη Ξανά (Make America Great Again), μόλις άρχισε», ανέφερε σε μια ανακοίνωση ο Τραμπ, παρουσιάζοντας για άλλη μια φορά τον εαυτό του ως θύμα ενός «κυνηγιού μαγισσών».
«Τους μήνες που έρχονται, θα έχω πολλά πράγματα να μοιραστώ μαζί σας και ανυπομονώ να συνεχίσουμε την απίθανη περιπέτειά μας για το μεγαλείο της Αμερικής», πρόσθεσε χωρίς να δίνει διευκρινήσεις για το πώς οραματίζεται το πολιτικό του μέλλον.
Ευχαριστώντας όλους τους γερουσιαστές «που υπερασπίστηκαν περήφανα το Σύνταγμα», κατήγγειλε μια διαδικασία αποπομπής που δεν ήταν κατά την άποψή του παρά μια νέα φάση «του μεγαλύτερου κυνηγιού μαγισσών στην ιστορία».
«Κανείς πρόεδρος ποτέ δεν έτυχε τέτοιας μεταχείρισης», είπε, επαναλαμβάνοντας μια διατύπωση που χρησιμοποιούσε συχνά σε όλη τη διάρκεια της θητείας του.
Ο πρώην πρόεδρος δεν αναφέρθηκε σε καμιά στιγμή στους επτά Ρεπουμπλικανούς που ψήφισαν υπέρ της ενοχής του.
Πενήντα επτά γερουσιαστές ψήφισαν υπέρ της ενοχής του Τραμπ για «υποκίνηση σε εξέγερση» και 43 κατά, με αποτέλεσμα να μην επιτευχθεί η απαραίτητη πλειοψηφία των δύο τρίτων για την καταδίκη του.









