Κάποτε, όχι πολύ παλιά, ακόμα και η προνοητικότητα να έχει κανείς εύκαιρο ένα προφυλακτικό σε περίπτωση σεξουαλικής συνεύρεσης, εμπεριείχε μια δόση υπερβολής από την άποψη της στέρησης του αυθορμητισμού.
Ορισμένα πράγματα δεν προγραμματίζονται και ένα από αυτά είναι το σεξ.
Όχι πια.
Δεν είναι διόλου απίθανο, μάλιστα, σε λίγο καιρό -εκτός από το προφυλακτικό- να χρειάζεται υπεύθυνη δήλωση του νόμου 105 για αυτή τη δραστηριότητα.
Αρκεί να σκεφτεί κανείς, πόσο απίθανο θα ακουγόταν πριν από μερικά χρόνια το σύμφωνο συμβίωσης, για παράδειγμα.
Γράφει η Αντιγόνη Τζοβάρα
Η Δανία ανοίγει πρώτη το δρόμο προς αυτή την κατεύθυνση, εγκαινιάζοντας μια νέα εφαρμογή σεξουαλικής συναίνεσης, ονόματι iConsent, που δίνει τη δυνατότητα στους χρήστες να επικυρώνουν μέσω smartphone την πρόθεσή τους να συνευρεθούν ερωτικά με τη θέλησή τους. Το τεκμήριο για μία επαφή έχει διάρκεια ισχύος 24 ωρών.
Η συγκεκριμένη εφαρμογή έρχεται ως απόρροια της πρόσφατης αλλαγής στη νομοθεσία της χώρας, που ποινικοποιεί το σεξ χωρίς ρητή συναίνεση. Ο νόμος που έχει τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου, αποσκοπεί στη καταστολή των βιασμών. Στη Δανία, σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου, περίπου 11.400 γυναίκες το χρόνο πέφτουν θύματα βιασμού ή υφίστανται απόπειρες βιασμού.
Αντίστοιχη νομοθεσία που εισήχθη στη γειτονική Σουηδία το 2018 οδήγησε σε αύξηση κατά 75% των καταδικαστικών αποφάσεων σε υποθέσεις βιασμού. Η Διεθνής Αμνηστία ανέφερε ότι η Δανία έγινε η 12η χώρα στην Ευρώπη που αναγνωρίζει ως βιασμό τη μη συναινετική σεξουαλική συνεύρεση.
Η εφαρμογή iConsent κυκλοφόρησε σχεδόν ταυτόχρονα με το νέο νόμο και διασφαλίζει το τεκμήριο της σεξουαλικής συναίνεσης με το πάτημα ενός κουμπιού, ενώ δίνει τη δυνατότητα της απόσυρσης ανά πάσα στιγμή.
Τα κρυπτογραφημένα δεδομένα αποθηκεύονται στην εφαρμογή σε περίπτωση που κριθούν απαραίτητα για ποινικές έρευνες, αν και οι ειδικοί εκφράζουν αμφιβολίες για το αν θα μπορούσαν πραγματικά να χρησιμοποιηθούν στο δικαστήριο.
Σύμφωνα με τους προγραμματιστές, η εφαρμογή δίνει τη δυνατότητα στους ενδιαφερόμενους να υποβάλλουν τα αιτήματα και να λαμβάνουν τα αποδεικτικά στοιχεία εύκολα, μέσω των κινητών τους τηλεφώνων. Επισημαίνεται ωστόσο, ότι δεν αρκεί μόνο «η συναίνεση στην εφαρμογή» και «εναπόκειται σε εσάς και στο άλλο μέρος να διασφαλίσετε τη συγκατάθεσή σας πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη σεξουαλική επαφή».
Αν και οι χρήστες μπορούν να ανακαλέσουν το ιστορικό των συναινέσεών τους, η εφαρμογή εγγυάται ότι «αποθηκεύεται σε ασφαλείς διακομιστές» και κοινοποιείται μόνο σε περίπτωση εγκληματικής έρευνας.
Πέραν του τεκμηρίου σεξουαλικής συναίνεσης, η εφαρμογή iConsent παρέχει επίσης συμβουλές σεξουαλικής υγείας και παραπέμπει σε συνδέσμους (links) ομάδων υποστήριξης θυμάτων για άτομα που έχουν υποστεί σεξουαλική επίθεση.
Παρά τη χρησιμότητα και τη χρηστικότητά της, οι Δανοί υποδέχτηκαν μάλλον χλιαρά αυτή τη νέα εφαρμογή, ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που αμφισβητούν την αποτελεσματικότητά της.
Οι πρώτες κριτικές στο Google Play store δίνουν στην iConsent μια βαθμολογία της τάξεως των 2,3 (στα πέντε), ενώ ένας χρήστης σχολιάζει ότι «δεν έχει νόημα». Παράλληλα, εκφράζονται φόβοι ότι θα μπορούσε να γίνει κατάχρηση της εφαρμογής, εάν κάποιος εξαναγκαστεί να αποστείλει αίτημα, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα ψηφιακό αρχείο που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και την απρόσκοπτη ατομική βούληση.
Η εφημερίδα Berlingske, που εδρεύει στην Κοπεγχάγη, αναφέρει χαρακτηριστικά στην κριτική της, ότι η εφαρμογή «συγχέει θυμίζοντας τη διαδικασία μεταφοράς χρημάτων».
«Πρώτα, κάναμε ρομαντικές συναντήσεις χρησιμοποιώντας το διαδίκτυο, όπου μπορούσαμε να κρυφτούμε ανάμεσα στους αλγόριθμους», γράφει η εφημερίδα και καταλήγει: «Τώρα έχουμε δημιουργήσει επίσης μια εφαρμογή που αποστερεί κάθε είδους ανθρώπινης ζεστασιάς από κάτι το οποίο χρειαζόμαστε ακόμα για να είμαστε μαζί: το σεξ».
Σύμφωνα επίσης με τους Times, οι δικηγόροι εκφράζουν ήδη αμφιβολίες σχετικά με το εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώνονται στην εφαρμογή θα μπορούσαν πραγματικά να χρησιμοποιηθούν στο δικαστήριο.
Ο Mikkel Flyverbom, καθηγητής στην Κοπεγχάγη και μέλος ενός Δανεζικού συμβουλίου δεοντολογίας, δήλωσε ότι η εν λόγω εφαρμογή αντικατοπτρίζει μια «αφελή πίστη στην τεχνολογία» και εξέφρασε την πεποίθηση ότι «δεν πρέπει να δημιουργηθεί στους ανθρώπους η εντύπωση ότι κάθε περίπλοκη ανθρώπινη αλληλεπίδραση μπορεί να αντικατασταθεί με το πάτημα ενός κουμπιού».
Αν σκεφτεί κανείς ότι βρισκόμαστε μόλις στον πρώτο χρόνο της πανδημίας και, όπως όλα δείχνουν ο κορωνοϊός ήρθε για να μείνει, η αληθινή ζωή φαίνεται πως θα συνεχιστεί ως επί το πλείστον μέσω διαδικτύου και smartphone με την ελάχιστη δυνατή -ούτε καν στοιχειώδη τελικά- προσωπική επαφή, ό,τι κι αν μπορεί να σημαίνει αυτό…







