kourdistoportocali.comThe Ones Who DoMegalopolis> Το δυσκίνητο μεγαθήριο του Francis Ford Coppola κόστους 100 εκατομμυρίων δολαρίων επιστρέφει στις κινηματογραφικές αίθουσες

Breaking News

Megalopolis> Το δυσκίνητο μεγαθήριο του Francis Ford Coppola κόστους 100 εκατομμυρίων δολαρίων επιστρέφει στις κινηματογραφικές αίθουσες

-Η Αμερική, όπως και η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, είναι καταδικασμένη να καταρρεύσει εξαιτίας της απληστίας και της ύβρεως ορισμένων ανδρών που έχουν τρελαθεί από τη δίψα για εξουσία

Kυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

Για πρώτη φορά από την κυκλοφορία του το 2024, το «Megalopolis» του Francis Ford Coppola κόστους 100 εκατομμυρίων δολαρίων επιστρέφει στις κινηματογραφικές αίθουσες για περιορισμένο αριθμό προβολών, δίνοντας στο κοινό την ευκαιρία να αλληλεπιδράσει με τον εμβληματικό σκηνοθέτη.

Όταν ο Coppola χρηματοδότησε μόνος του και γύρισε αυτή την προκλητική ταινία είχε αποφασίσει ότι δεν θα τη διέθετε σε εγχώριες υπηρεσίες streaming ούτε θα κυκλοφορούσε DVD για την αγορά των ΗΠΑ. Θεώρησε ότι τώρα ήταν η κατάλληλη στιγμή για να την επαναφέρει στο προσκήνιο-γράφει ο Mike Fleming Jr/Deadline.

Η Reading International Inc. προγραμμάτισε την προβολή της ταινίας σε πολλές από τις αίθουσές της σε όλη τη χώρα —από τη Νέα Υόρκη έως τη Hawaii— με ταυτόχρονη προβολή στις 24 Οκτωβρίου.

Στους χώρους προβολής περιλαμβάνεται το Village East Cinemas στη Νέα Υόρκη. Θα ακολουθήσει μια ζωντανή διαδικτυακή συνεδρία ερωταπαντήσεων (Q&A) με τον Coppola, την οποία θα συντονίσει ο γιος και συνεργάτης του, Roman Coppola (ο οποίος εργάστηκε ως σκηνοθέτης δεύτερου συνεργείου στην ταινία). Οι θεατές θα μπορούν να στέλνουν τις ερωτήσεις τους με γραπτό μήνυμα πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την προβολή της ταινίας. Ο δημιουργός θα απαντήσει στις καλύτερες από αυτές ζωντανά, κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης. «Το Megalopolis επιστρέφει εκεί που ανήκει, στις κινηματογραφικές αίθουσες, και το ενδιαφέρον του κοινού να το δει όπως ακριβώς προοριζόταν να προβληθεί, αυξάνεται», δήλωσε ο Coppola. «Είμαι ενθουσιασμένος που θα συμμετάσχω σε μια διαδραστική συζήτηση με το κοινό (Q&A), η οποία θα μεταδίδεται ταυτόχρονα σε πολλές αίθουσες».

Ο Coppola διέθεσε μια περιουσία για να χρηματοδοτήσει προσωπικά την ταινία, η οποία εξελίχθηκε σε μία από τις ακριβότερες ανεξάρτητες παραγωγές όλων των εποχών — ένα έργο που ονειρευόταν επί δεκαετίες. Όπως το κοινό συνεχίζει να ανακαλύπτει τις παλαιότερες ταινίες του, έτσι και ο Coppola ήλπιζε ότι το Megalopolis θα ακολουθούσε παρόμοια πορεία, ώστε να προβάλλεται και να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης πολύ μετά τον θάνατό του. Πιστεύει ότι τα θέματα της ταινίας —η ανοικοδόμηση πόλεων και οι πολωμένες πολιτικές παρατάξεις— θα παραμείνουν διαχρονικά επίκαιρα. Το cast της ταινίας περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τους Adam Driver, Shia LaBeouf, Dustin Hoffman, Jon Voight, Nathalie Emmanuel, Laurence Fishburne, Aubrey Plaza και Giancarlo Esposito.

Σε κάθε προβολή, οι θεατές θα λαμβάνουν μια επιστολή από τον ίδιο τον Coppola, η οποία θα περιέχει το επίσημο σημείωμα του σκηνοθέτη για το Megalopolis, ώστε να μπορούν να το διαβάσουν πριν παρακολουθήσουν την ταινία. Επίσης, κάθε προβολή θα περιλαμβάνει το περίφημο και μοναδικό «ζωντανό στοιχείο» (Live Element), το οποίο ήταν διαθέσιμο μόνο σε επιλεγμένες προβολές κατά την αρχική κυκλοφορία της ταινίας.

Το Megalopolis θα επιστρέφει κατά καιρούς στις κινηματογραφικές αίθουσες, συμπεριλαμβανομένης της καθιερωμένης πλέον προβολής της ταινίας σε πολλαπλούς κινηματογράφους κάθε Πρωτοχρονιά. Με αυτόν τον τρόπο, εκπληρώνεται η επιθυμία του Coppola να προβάλλεται η ταινία τη συγκεκριμένη ημέρα, ως σύμβολο ενότητας και ανταλλαγής ιδεών για την κοινωνική πρόοδο.

Ο Francis Ford Coppola  συνέλαβε την ιδέα του «Megalopolis» το 1977 και άρχισε να τη γράφει το 198, ολοκληρώθηκε με μεγάλο προσωπικό κόστος (ο Coppola πούλησε έναν αμπελώνα για να τη χρηματοδοτήσει εν μέρει ο ίδιος), ενώ ο προυοπλογισμός της ξεπέρασε τα 100 εκατομμύρια δολάρια.

Η ταινία παρουσιάζει την κεντρική της ιδέα –ότι η σύγχρονη Αμερική ακολουθεί το πρότυπο της Αρχαίας Ρώμης.

Ο Coppola χαράζει την εναρκτήρια δήλωσή του σε μια πέτρινη πλάκα με κλασική γραμματοσειρά και, για να δώσει έμφαση, βάζει τον Laurence Fishburne να εκφωνεί τα λόγια, ακουγόμενος όσο πιο κοντά στον ίδιο τον Θεό επιτρέπει η ανθρώπινη φύση. Η Αμερική, διακηρύσσει ο Laurence, όπως και η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, είναι καταδικασμένη να καταρρεύσει εξαιτίας της απληστίας και της ύβρεως ορισμένων ανδρών που έχουν τρελαθεί από τη δίψα για εξουσία.

Οι δύο κριτικές που ακολουθούν είναι χαρακτιριστικές του υπέροχου διχασμού που προκαλεί η ταινία. Γράφτηκαν και οι δύο το 2024 με την προβολή της ταινίας.

Η Wendy Ide, για παράδειγμα, στη κριτική της στον Guardian διέθεσε μπόλικο δηλητήριο. Πάμε να δούμε τι έγραψε>

-Το βασικό πρόβλημα είναι ένα ασυνάρτητο σενάριο που μοιάζει να υποκλίνεται στην ίδια εκείνη τερατώδη eelite την οποία η ταινία επιχειρεί να καυτηριάσει.

Το σκηνικό της ιστορίας είναι αναγνωρίσιμα το Manhattan –το κτίριο Chrysler έχει περισσότερο χρόνο προβολής από ορισμένους δευτερεύοντες χαρακτήρες– αλλά στην εκδοχή του Coppola, η πόλη μετονομάζεται σε «Νέα Ρώμη» και κατοικείται από χαρακτήρες που φέρουν ονόματα με αυτοκρατορική χροιά και είναι ντυμένοι σαν να βγήκαν μόλις από ένα fetish-wear toga party. Δήμαρχος της πόλης είναι ο Franklyn Cicero (Giancarlo Esposito) – ή Francis για τους στενούς του φίλους – αλλά, παρά το γεγονός ότι μοιράζεται το όνομά του με τον εν λόγω χαρακτήρα, φαίνεται πως ο Coppola ταυτίζεται περισσότερο με τον κεντρικό ήρωα της ταινίας, τον Cesar Catilina (Adam Driver).

Ο Cicero είναι ένας δύσπιστος και μικρόψυχος άνδρας, που ενδιαφέρεται περισσότερο να εδραιώσει την εξουσία και την επιρροή του παρά να αποδεχτεί τις ριζοσπαστικές αλλαγές που θα μπορούσαν να βελτιώσουν τη ζωή των κατοίκων της πόλης. Από την άλλη, ο Cesar είναι ένας ριζοσπάστης ονειροπόλος και οραματιστής, μια ιδιοφυΐα βασανισμένη, της οποίας η φιλοδοξία να δημιουργήσει τη «Megalopolis» είναι τόσο τολμηρή και ευφυής, που ξεπερνά την αντίληψη των κοινών θνητών. Ως μια φουτουριστική μητρόπολη που μεταβάλλει διαρκώς τη μορφή της και είναι κατασκευασμένη από ένα νέο, βιώσιμο υλικό, η Megalopolis υπόσχεται να αλλάξει την ίδια τη δομή της κοινωνίας. Κυρίως επειδή η δημιουργία της απαιτεί την κατεδάφιση τεράστιων τμημάτων της υφιστάμενης πόλης. Α, και κάτι ακόμη – μια μικρή λεπτομέρεια: ο Cesar έχει επίσης την ικανότητα να σταματά τον χρόνο κατά βούληση.

Ο Cesar και ο Cicero είναι ορκισμένοι εχθροί· βασικό σημείο τριβής μεταξύ τους αποτελεί η Julia Cicero (Nathalie Emmanuel), η κόρη του δημάρχου. Όταν τη συναντάμε για πρώτη φορά, σε ένα νυχτερινό κέντρο διασκέδασης στο στυλ του Studio 54 –γεμάτο με καλλίγραμμες κοπέλες που λικνίζονται και γλείφουν κοκαΐνη από το στήθος των διπλανών τους–, εκείνη είναι ένα κορίτσι της νύχτας που βρίσκεται διαρκώς ένα βήμα πριν από ένα δημόσιο σκάνδαλο, εξαιτίας κάποιου ατυχήματος με τα διακοσμητικά φούντακια στις θηλές της.

(Αν ο Coppola μπορούσε να σταματήσει τον χρόνο, υποψιάζεται κανείς ότι θα το είχε κάνει τότε που ήταν ακόμη αποδεκτό το 70% του γυναικείου cast μιας ταινίας να αποτελείται από προκλητικές καλλονές που λικνίζονταν φορώντας σουτιέν από αλουμινόχαρτο). Τη Julia διεκδικεί ο Clodio (Shia LaBeouf, χωρίς φρύδια και ίχνος αυτοσεβασμού), ο πάμπλουτος γόνος της τραπεζικής αυτοκρατορίας των  Crassus. Εκείνη όμως γοητεύεται από τον Cesar, ο οποίος τυγχάνει να είναι ξάδερφος του Clodio. Παράλληλα, ο Cesar διατηρεί μια σχέση με διακυμάνσεις με μια φιλόδοξη ρεπόρτερ της Wall Street, τη Wow Platinum (Aubrey Plaza, της οποίας η υπερβολική, καρτουνίστικη ερμηνεία τύπου «μοιραίας γυναίκας» αποτελεί ένα από τα πιο απολαυστικά στοιχεία της ταινίας).
Μια γυναίκα είναι ξαπλωμένη σε ανάκλιντρο, κρατώντας ένα κεράσι μπροστά στο πρόσωπό της.


Η Aubrey Plaza στον ρόλο της προκλητικής «μοιραίας γυναίκας» Wow Platinum, ενός από τα «πιο απολαυστικά στοιχεία» του Megalopolis. Φωτογραφία: Alamy

Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για έναν δημιουργό ταινιών είναι να αποδώσει την ιδιοφυΐα με κινηματογραφικό τρόπο. Το Megalopolis αποφεύγει τα πιο τετριμμένα κλισέ (τον καταιγισμό από πρόχειρες εξισώσεις και διαγράμματα σε τοίχους, παράθυρα και κάθε άλλη επίπεδη επιφάνεια), αλλά η προσέγγιση του Coppola δεν είναι πολύ καλύτερη: η συνεδρία καταιγισμού ιδεών τουCesar –που θυμίζει ελεύθερο αυτοσχεδιασμό τζαζ και περιλαμβάνει εκκεντρικά ακροβατικά τύπου «ανθρώπινης πυραμίδας»– είναι τόσο ντροπιαστική, που κινδυνεύεις να φας τα δάχτυλά σου από την αμηχανία που νιώθεις για λογαριασμό των συντελεστών.

Η ταινία δεν στερείται θετικών στοιχείων. Τα τμήματα σχεδιασμού –σκηνικών και, κυρίως, κοστουμιών– έχουν δώσει τον καλύτερό τους εαυτό, αξιοποιώντας μια πλούσια και πολυτελή χρωματική παλέτα με βασιλικές αποχρώσεις του βαθύ κόκκινου και του πράσινου του δάσους. Υπάρχει επίσης το τεράστιο εύρος της φιλοδοξίας που διαφαίνεται: προτιμώ να βλέπω μια ταινία που στοχεύει ψηλά και αποτυγχάνει, παρά μία που κινείται διστακτικά και με ασφάλεια. Ωστόσο, το συγκεκριμένο έργο αποτυγχάνει σε πολλά και διάφορα επίπεδα.

Οι ερμηνείες παρουσιάζουν τεράστιες ανισότητες: ο Driver και η Plaza καταβάλλουν φιλότιμες προσπάθειες δίνοντας τον καλύτερό τους εαυτό, ενώ ο Jon Voight, στον ρόλο του τραπεζίτη Hamilton Crassus III, υπερβάλλει κωμικά θυμίζοντας καρικατούρα κακού σε θεατρική παράσταση, και η παρουσία του Dustin Hoffman στην ταινία είναι σχεδόν ανεπαίσθητη.

Ωστόσο, το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στο ασυνάρτητο σενάριο, το οποίο μοιάζει δέσμιο ακριβώς εκείνης της τερατώδους elite που η ταινία επιχειρεί να καυτηριάσει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: κάποια στιγμή στην ταινία, ένας δορυφόρος πέφτει από τον ουρανό, πλήττει απευθείας την πόλη και προκαλεί —όπως υποθέτουμε— ανείπωτη καταστροφή και δυστυχία. Θα περίμενε κανείς ότι ένα τέτοιο γεγονός θα είχε τεράστια σημασία.

Κι όμως, το συμβάν προσπερνιέται μέσα σε ελάχιστες σκηνές ως μια ασήμαντη λεπτομέρεια, ιδωμένο —όπως άλλωστε τα πάντα στην ιστορία— μέσα από το πρίσμα μιας προνομιούχας θέσης στους διαδρόμους της εξουσίας. Για μια ταινία που μιλάει διαρκώς για το κοινό καλό και ένα νέο, ουτοπικό μέλλον, πρόκειται ίσως για το λιγότερο ισότιμο αφήγημα που έχω δει ποτέ. Η ταινία αποφεύγει να τους αποκαλέσει ρητά «προλετάριους», αλλά οι απλοί πολίτες της πόλης εμφανίζονται μόνο σε δύο περιπτώσεις: είτε να κοιτούν με σιωπηλό δέος και αμηχανία πίσω από κάποιον φράχτη, είτε να συμμετέχουν σε ταραχές.

Για το κοινό που αναζητά μια ιστορία σε σκηνοθεσία Coppola σχετικά με αγώνες εξουσίας στη Νέα Υόρκη, στο πλαίσιο μιας δυναστείας ιταλικής καταγωγής, ας πούμε απλώς ότι υπάρχουν καλύτερες επιλογές.

Το δυσκίνητο μεγαθήριο του Coppola

Ωραία, διαβάστε τώρα τι έγαψε ο Sonny Bunch⁠ στον ιστότοπο thebulwark.com γι΄αυτό το δυσκίνητο μεγαθήριο του Coppola

 

Το «Megalopolis» αποτελεί μια πράξη αξιοσημείωτης ύβρεως: μια αυτοχρηματοδοτούμενη κινηματογραφική έκκληση προς την ανθρωπότητα να αναδείξει την πιο ευγενή της φύση και να αφεθεί στην προοπτική της ουτοπίας. Ο Francis Ford Coppola αγαπά τους ανθρώπους, αλλά παραμένει επιφυλακτικός απέναντι στις ανούσιες μάζες, δημιουργώντας μια συναρπαστική ένταση στον πυρήνα του εγχειρήματος: μια ταυτόχρονη απόρριψη του λαϊκισμού και μια επιθυμία να βοηθήσει έναν πληθυσμό που διψά για κάτι μεγαλύτερο και καλύτερο.

Αυτό το μεγαλύτερο και καλύτερο μέλλον μπορεί να το προσφέρει μόνο ο Cesar Catilina (Adam Driver), ένας αρχιτέκτονας που όχι μόνο ανέπτυξε το μαγικό οικοδομικό υλικό megalon, αλλά κατέχει και σημαντική θέση στη γραφειοκρατία της Νέας Ρώμης, διαθέτοντας παράλληλα την ικανότητα να σταματά τον χρόνο. Βέβαια, δεν είναι σαφές ποιο είναι το νόημα αυτής της ικανότητας χειρισμού του χρόνου. Ωστόσο, το θέαμα είναι εντυπωσιακό όταν σταματά μια κατάρρευση τη στιγμή που αυτή συμβαίνει. Επιπλέον, η ικανότητα αυτή συμβάλλει στη σύνδεσή του με την Julia Cicero (Nathalie Emmanuel), την κόρη του δημάρχου και το μόνο άλλο άτομο που μπορεί να τον δει να κάμπτει τον χρόνο κατά το δοκούν.

Η Νέα Ρώμη —New Rome, ένα υποκατάστατο της Νέας Υόρκης και, κατ’ επέκταση, ολόκληρης της Αμερικής— έχει περιέλθει σε κατάσταση πνευματικού και κοινωνικού μαρασμού. Βιώνει έναν αργό θάνατο, μια παρακμιακή στασιμότητα: ο δήμαρχος Franklyn Cicero (Giancarlo Esposito) στερείται οράματος πέρα ​​από την κοινότοπη χυδαιότητα, και η εύπορη elite απολαμβάνει με ηδονή αυτή την κακόγουστη υπερβολή, την ώρα που οι μάζες υποφέρουν από έλλειψη κατοικιών, θέσεων εργασίας και οράματος. Ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων. Δεν είναι ποτέ πραγματικά σαφές από τι ακριβώς υποφέρουν οι μάζες, αλλά συχνά εμφανίζονται στο περιθώριο της δράσης, δείχνοντας αόριστα θλιμμένες.

Τα όνειρα του Cicero αφορούν το μπετόν, το ατσάλι και τα καζίνο, τις κατοικίες, τις θέσεις εργασίας και την οικονομική ανάπτυξη — τη σταθερότητα του παρόντος με τίμημα την αριστεία του μέλλοντος. Ο Cesar ονειρεύεται κάτι μεγαλύτερο και πιστεύει ότι, χωρίς αυτόν στο τιμόνι και χωρίς το μεταμορφώσιμο κράμα του «megalon», όλα θα χαθούν. Και ναι, όλα αυτά αποτελούν μια μεταφορά. (Ή ίσως έναν μύθο, όπως υποδηλώνει ο υπότιτλος της ταινίας.) Για την αμερικανική πολιτική, για τη βιομηχανία του κινηματογράφου, για… τα πάντα, για το σύνολό τους. Ζούμε εγκλωβισμένοι σε μια ρουτίνα που εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε, μια ρουτίνα που ανακυκλώνει διαρκώς μόδες, πνευματική ιδιοκτησία και μουσικά μοτίβα, επειδή αυτό είναι που ζητάει ο κόσμος. Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι να εμφανιστεί κάποιος που τα βλέπει όλα αυτά και να τους προσφέρει κάτι καλύτερο.

Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι ένας καλλιτέχνης με όραμα.

Το *Megalopolis* διακατέχεται από έναν υπερβολικό ιδεαλισμό· αποτελεί μια απεγνωσμένη έκκληση προς όσους πιστεύουν στη δύναμη των τεχνών, ζητώντας τους να αφήσουν τους καλλιτέχνες —τους αρχιτέκτονες, τους θεατρικούς συγγραφείς, τους μουσικούς και, ναι, τους δημιουργούς ταινιών— ​​να οδηγήσουν την ανθρωπότητα μπροστά. Υπό αυτό το πρίσμα, νιώθω άνετα να παραθέσω στίχους, έστω και για μια στιγμή, απλώς για να δώσω το στίγμα. Πρόκειται για το κομμάτι «The Pioneers», από το εξαιρετικό ντεμπούτο άλμπουμ των Bloc Party το 2005, με τίτλο *Silent Alarm*:

Αν κάτι μπορεί να χαθεί, μπορεί και να κερδηθεί
Αν κάτι μπορεί να αγγιχτεί, μπορεί και να μεταμορφωθεί
Το μόνο που χρειάζεσαι είναι χρόνος
Το μόνο που χρειάζεσαι είναι χρόνος
Το μόνο που χρειάζεσαι είναι χρόνος
Το μόνο που χρειάζεσαι είναι…

Υποσχεθήκαμε στον κόσμο ότι θα τον δαμάζαμε
Τι άραγε ελπίζαμε;

H αγριότητα του κόσμου, η επιθυμία να τον δαμάσουμε μέσω της δύναμης της θέλησης (και της επίδειξης ισχύος), η πεποίθηση ότι αρκεί ο χρόνος για να πετύχουμε τους στόχους μας, καθώς και ο κίνδυνος που ελλοχεύει αν προσπαθήσεις και αποτύχεις: ακούγοντας αυτό το κομμάτι σε ένα iPod, μέσα σε ένα γραφείο-κυψέλη στο Weekly Standard —λίγα μόλις μέτρα μακριά από την αποθήκη που στέγαζε το «Project for a New American Century»— το «The Pioneers» ήταν ένα τραγούδι που με άγγιξε βαθιά όταν το άκουσα το 2006, για… διάφορους λόγους.

Ένας εκ των οποίων —και μάλιστα σημαντικός— είναι ότι τα ουτοπικά ιδεώδη συχνά πυροδοτούν σφοδρές αντιδράσεις.

Το Megalopolis θα αποτύχει εμπορικά. Τουλάχιστον στο box office, που αποτελεί την πιο εμφανή ένδειξη εμπορικής επιτυχίας ή αποτυχίας. Αυτό δεν αποτελεί τόσο πρόβλεψη, όσο ένα τετελεσμένο γεγονός. Τίποτα τόσο φιλόδοξο δεν μπορεί να πετύχει, επειδή η επιτυχία του βασίζεται στο να πειστούν οι άνθρωποι να δουν κάτι που δεν έχουν ξαναζήσει ποτέ· και το δικό μου κάλεσμα να το δουν δεν θα έχει κανένα αντίκρισμα μπροστά στη γνώμη του φίλου τους που λέει ότι μοιάζει με σκουπίδι. Η ταινία θα αποτύχει και το εννιαψήφιο ποσό που επένδυσε ο Κόπολα σε αυτήν θα χαθεί, για να αποσβένονται τα χρήματα σιγά-σιγά, δεκάρα-δεκάρα μέσα σε δεκαετίες, καθώς η ταινία θα βρίσκει το κοινό της στην οικιακή προβολή. Ή και όχι. Ίσως απλώς σβήσει στη λήθη, όπως άλλα έργα μιας παρανοϊκής ιδιοφυΐας.

Και το δίδαγμα για τους ανθρώπους του χρήματος θα είναι ότι η φιλοδοξία πρέπει να αποφεύγεται, ότι ο ιδεαλισμός είναι αδυναμία, ότι οι μάζες θέλουν τα σκουπίδια τους και δεν ενδιαφέρονται για ό,τι θα κρατήσει ζωντανή την κινηματογραφική τέχνη τα επόμενα χρόνια. Τα κλαδικά έντυπα θα κατακεραυνώσουν την ταινία και τον σκηνοθέτη της για την τολμηρή τους υπερβολή. Οι λάτρεις του κουτσομπολιού θα ξεράσουν τη χολή τους. Τα στελέχη των στούντιο που απέρριψαν την ταινία θα κουνήσουν το κεφάλι τους με νόημα. Οι λάτρεις των ταινιών-«rollercoaster» θα δείξουν τα έσοδα του box office — και θα υποδυθούν για άλλη μια φορά το αδικημένο θύμα, παρόλο που στηρίζουν το κυρίαρχο κινηματογραφικό μοντέλο της εποχής μας.

Όλα αυτά ήταν προβλέψιμα· όποιος έχει δει το Youth Without Youth, το Tetro ή το Twixt πιθανότατα κατάλαβε πώς θα μπορούσε να μοιάζει μια ταινία του  Coppola κόστους 100 εκατομμυρίων δολαρίων, γυρισμένη χωρίς καμία απολύτως «επίβλεψη ενηλίκων», και πόση απήχηση θα είχε αυτή….να αρέσει στο ευρύ κοινό. Αστειεύτηκα στο Twitter, αφού κυκλοφόρησε το τελικό τρέιλερ της ταινίας, ότι έμοιαζε με το Sucker Punchτου Francis Ford Coppola — μια αναφορά στην ταινία του Zack Snyder που πολλοί μισούν, αλλά για την οποία εγώ τρέφω έναν παράλογα μεγάλο θαυμασμό. Όμως, αυτό είναι σχεδόν κυριολεκτικά η ταινία αυτή: όπως και ο Snyder, έτσι και ο Coppola είχε στη διάθεσή του τόσο το εργαλείο για να οπτικοποιήσει τον κόσμο όπως εκείνος έκρινε σωστό, όσο και τον προϋπολογισμό για να υλοποιήσει αυτό το όραμα, με αποτέλεσμα το τελικό προϊόν να είναι ουσιαστικά πειραματικό.

Το Megalopolis είναι αιθέριο και χαοτικό, αδιαφορώντας για λεπτομέρειες όπως η «γραμμική αφήγηση» ή η «κατανόηση από το κοινό». Πρόκειται, εν τέλει, για μια ενδιαφέρουσα αποτυχία — και μια ενδιαφέρουσα αποτυχία αξίζει πολύ περισσότερο την προσοχή σου από μια επιτυχημένη μετριότητα. Αν το Megalopolis δεν αποτελεί στιγμή αναγέννησης για την τέχνη του κινηματογράφου αλλά κάτι που πλησιάζει περισσότερο στο «κύκνειο άσμα» του, τουλάχιστον το πέτυχε με ένα cast από υπερβολικούς ηθοποιούς που «καταβροχθίζουν» κάθε κομμάτι του σκηνικού που πέφτει στα χέρια τους.

Ειλικρινά, δυσκολεύομαι να διαλέξω ποια από τις εξωφρενικές ερμηνείες απόλαυσα περισσότερο. Ο Driver έχει χτίσει μια ολόκληρη καριέρα προσφέροντας τέτοιες ακραίες ερμηνείες για βετεράνους δημιουργούς: ως υποκατάστατο του Sancho Panza για τον Terry Gilliam, ως Enzo Ferrari για τον Michael Mann και τώρα ως Cesar Catilina για το πολυαναμενόμενο έργο ζωής του Coppola. Η ερμηνεία της Aubrey Plaza στον ρόλο της Wow Platinum είναι παραδόξως επίκαιρη, καθώς ο χαρακτήρας είναι μια ρεπόρτερ του CNBC που χρησιμοποιεί τον έντονο αισθησιασμό της για να πετύχει τους στόχους της και να παντρευτεί κάποιον πλούσιο.

Όταν αποτυγχάνει να κατακτήσει τον Catilina, στρέφεται στον πάμπλουτο θείο του, τον Crassus — ρόλο που ο Jon Voight ερμηνεύει επί μία ώρα με την ίδια μανιακή ενέργεια που είχε επιδείξει στα μόλις 10 δευτερόλεπτα της εμφάνισής του ως παρανοϊκός που μασουλούσε ασταμάτητα σε εκείνο το επεισόδιο του Seinfeld.

Τον άλλον ανιψιό του Crassus, τον Clodio, υποδύεται ο Shia LaBeouf ως μια εκδοχή του Donald Trump που φορά γυναικεία ρούχα, ξεσηκώνει τα πλήθη και επιδίδεται σε λαϊκίστικη ρητορική για να κάνει… κάτι. Η πολιτική διάσταση της ταινίας δεν είναι ιδιαίτερα καλά επεξεργασμένη· Παρά τη μοχθηρία του Clodio, θα μπορούσε κανείς εύκολα να υποστηρίξει ότι πρόκειται για μια ξεκάθαρα φασιστική ιστορία σχετικά με την ανάγκη ενός χαρισματικού ηγέτη να καθοδηγήσει τις νωθρές μάζες και τη διεφθαρμένη elite, βγάζοντάς τες από τον βούρκο όπου βουλιάζουν και οδηγώντας τες σε ένα λαμπρότερο μέλλον — αδιαφορώντας πλήρως για τη δημοκρατία. Δεν έχω αναφέρει καν τους Dustin Hoffman και Jason Schwartzman και Laurence Fishburne και Talia Shire και Kathryn Hunter,, οι οποίοι προσφέρουν ερμηνείες που ξεπερνούν κατά πολύ —ας πούμε στο 110%— το επίπεδο έντασης που απαιτούσαν οι ρόλοι τους.

Το Megalopolis δεν είναι ακριβώς καλή ταινία —πιστεύω ότι αποτυγχάνει σε σχετικά θεμελιώδη επίπεδα, τόσο ως συμβατική αφήγηση όσο και ως αιθέρια μεταφορά—, ωστόσο χαίρομαι που υπάρχει και που γνωρίζω ότι τα χιλιάδες δολάρια που ξόδεψα όλα αυτά τα χρόνια σε κρασί Coppola Merlot συνέβαλαν, έστω και ελάχιστα, στο να πάρει σάρκα και οστά αυτό το δυσκίνητο μεγαθήριο.

 

SHARE

Περισσότερα

MORE THE ONES WHO DO