Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2026
Η εταιρεία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών Northern Trust (NTRS) ξεπέρασε τις προσδοκίες της Wall Street όσον αφορά τα έσοδα για το 3ο τρίμηνο του 2026, με τις πωλήσεις να σημειώνουν αύξηση 13% σε ετήσια βάση, φτάνοντας τα 2,29 δισεκατομμύρια δολάρια.
Τα κέρδη της (βάσει GAAP) ανήλθαν σε 3,40 δολάρια ανά μετοχή, ξεπερνώντας κατά 19,7% τις εκτιμήσεις των αναλυτών-σύμφωνα με τον ιστότοπο tradingview.com.
Βασικά στοιχεία της Northern Trust (NTRS) για το 3ο τρίμηνο του 2026:
Υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία (AUM): 1,96 τρισεκατομμύρια δολάρια, έναντι εκτιμήσεων των αναλυτών για 1,99 τρισεκατομμύρια δολάρια (αύξηση 10,7% σε ετήσια βάση, υστέρηση 1,4% έναντι των προβλέψεων)
Έσοδα: 2,29 δισεκατομμύρια δολάρια, έναντι εκτιμήσεων των αναλυτών για 2,26 δισεκατομμύρια δολάρια (αύξηση 13% σε ετήσια βάση, υπέρβαση 1,3% έναντι των προβλέψεων)
Κέρδη προ φόρων: 796,5 εκατομμύρια δολάρια (περιθώριο κέρδους 34,7%)
Κέρδη ανά μετοχή (EPS – GAAP): 3,40 δολάρια, έναντι εκτιμήσεων των αναλυτών για 2,84 δολάρια (υπέρβαση 19,7% έναντι των προβλέψεων)
Κεφαλαιοποίηση αγοράς: 30,27 δισεκατομμύρια δολάρια
Επισκόπηση της εταιρείας
Η Northern Trust (NTRS), η οποία ιδρύθηκε το 1889 κατά τη διάρκεια της Mεγάλης Ανοικοδόμησης-The Great Rebuilding του Σικάγου μετά τη Μεγάλη Πυρκαγιά-Great Fire, παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης πλούτου, εξυπηρέτησης περιουσιακών στοιχείων και τραπεζικές λύσεις σε εταιρείες, θεσμικούς επενδυτές, οικογένειες και ιδιώτες με υψηλή καθαρή περιουσία σε παγκόσμιο επίπεδο.
Υπό Διαχείριση Περιουσιακά Στοιχεία (Assets Under Management – AUM)
Τα Υπό Διαχείριση Περιουσιακά Στοιχεία (AUM) αντιπροσωπεύουν τη συνολική αξία των επενδύσεων που διαχειρίζεται ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα για λογαριασμό των πελατών του. Τα στοιχεία αυτά αποφέρουν σταθερό εισόδημα μέσω προμηθειών διαχείρισης, δημιουργώντας προβλέψιμες ροές εσόδων που παραμένουν σταθερές, εφόσον οι πελάτες διατηρούν τις επενδύσεις τους στην εταιρεία.
Τα AUM της Northern Trust παρουσίασαν ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 4,9% την τελευταία πενταετία — επίδοση χαμηλότερη από τον μέσο όρο του χρηματοοικονομικού κλάδου και βραδύτερη από τον ρυθμό αύξησης των συνολικών εσόδων της. Εξετάζοντας τα AUM της Northern Trust κατά την τελευταία διετία, παρατηρούμε ότι η ανάπτυξη επιταχύνθηκε στο 11,2% ετησίως. Η προσέλκυση κεφαλαίων ή η βραχυπρόθεσμη επενδυτική απόδοση λειτούργησαν θετικά για την εταιρεία σε αυτό το διάστημα, καθώς τα υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία αυξήθηκαν ταχύτερα από τα συνολικά έσοδα. Ωστόσο, έχετε κατά νου ότι, αν και η παρακολούθηση των περιουσιακών στοιχείων είναι χρήσιμη, δεν τους αποδίδουμε υπερβολική βαρύτητα, καθώς το μέγεθός τους αυξομειώνεται ανάλογα με την πορεία της αγοράς. Το τρίτο τρίμηνο, τα υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία (AUM) της Northern Trust ανήλθαν σε 1,96 τρισεκατομμύρια δολάρια, υπολειπόμενα κατά 1,4% των προσδοκιών των αναλυτών. Το μέγεθος αυτό ήταν 10,7% υψηλότερο σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους.
Βασικά σημεία από τα αποτελέσματα του τρίτου τριμήνου της Northern Trust
Ήταν θετικό το γεγονός ότι η Northern Trust ξεπέρασε τις προβλέψεις των αναλυτών για τα κέρδη ανά μετοχή (EPS) αυτό το τρίμηνο. Επίσης, ικανοποιητικό ήταν το ότι τα έσοδα υπερέβησαν οριακά τις εκτιμήσεις της Wall Street. Από την άλλη πλευρά, τα υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία (AUM) κινήθηκαν ελαφρώς χαμηλότερα από τις προβλέψεις. Εξετάζοντας τη συνολική εικόνα, θεωρούμε ότι πρόκειται για ένα αξιόλογο αποτέλεσμα.
Σχετικά με τη Northern Trust
Η Northern Trust Corporation (Nasdaq: NTRS) αποτελεί κορυφαίο πάροχο υπηρεσιών διαχείρισης πλούτου, εξυπηρέτησης περιουσιακών στοιχείων, διαχείρισης επενδύσεων και τραπεζικών υπηρεσιών, απευθυνόμενη σε εταιρείες, θεσμικούς πελάτες, εύπορες οικογένειες και ιδιώτες. Ιδρυθείσα στο Σικάγο το 1889, η Northern Trust διαθέτει παγκόσμια παρουσία, με γραφεία σε 24 πολιτείες των ΗΠΑ και την Ουάσιγκτον (D.C.), καθώς και σε 22 τοποθεσίες στον Καναδά, την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού. Στις 30 Σεπτεμβρίου 2026, η Northern Trust διαχειριζόταν ή είχε υπό τη φύλαξή της περιουσιακά στοιχεία ύψους 19,9 τρισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ, ενώ τα υπό διαχείριση επενδυτικά κεφάλαια ανέρχονταν σε 2,0 τρισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ. Εδώ και περισσότερα από 135 χρόνια, η Northern Trust έχει διακριθεί ως ηγέτης στον κλάδο, χάρη στην εξαιρετική εξυπηρέτηση, την οικονομική τεχνογνωσία, την ακεραιότητα και την καινοτομία που προσφέρει.
Top Institutional Holders
Blackrock Inc. 14.52M
Vanguard Capital Management LLC 11.78M
State Street Corporation 9.1M
FMR, LLC 8.68M
Vanguard Portfolio Management LLC 8.41M
Primecap Management Company 6.1M
Massachusetts Financial Services Co. 5.7M
Northern Trust Corporation 5.55M
Geode Capital Management, LLC 5.16M
State Farm Mutual Automobile Insurance Co 4.15M
155 Χρόνια Μετά>The Chicago Fire of 1871 and the Great Rebuilding/Η Πυρκαγιά του Σικάγου το 1871 και η Μεγάλη Ανοικοδόμηση
Και τώρα μπορείς να διαβάσεις, με εστιασμένη τη προσοχή σου εδώ, το κείμενο του nationalgeographic.org που ακολουθεί.
Σχόλιο του Κουρδιστού Πορτοκαλιού> Το πως ξέσπασε η πυρκαγιά παραμένει μυστήριο. Ενδιαφέρον ακόμη και τα κτίρια που κατέστρεψε η πυρκαγιά και εκείνα που άφησε αλώβητα. Το 1874 θα ξεσπούσε μια ακόμη πυρκαγιά (!) ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η Μεγάλη Ανοικοδόμηση/Great Rebuilding. Νέα κτίρια, νέα ξενοδοχεία, νέες ασφαλιστικές εταιρίες [η φωτιά είχε κάψει ακόμη και τα ασφαλιστήρια των ανθρώπων], νέες επιχειρήσεις, νέα πόλη. Από τους δαίμονες της φωτιάς ξεπήδησε νέος πλούτος. Ακολουθώντας το χρήμα στο ερώτημα ποιος έκαψε το Σικάγο μία αφελής απάντηση θα μπορούσε να είναι η The Great Rebuilding.
Η Μεγάλη Πυρκαγιά του 1871
Στις 8 Οκτωβρίου 1871, ξέσπασε πυρκαγιά σε έναν αχυρώνα στο νοτιοδυτικό τμήμα του Σικάγου, στο Illinois. Για περισσότερες από 24 ώρες, η φωτιά σάρωσε την καρδιά του Σικάγου, στοιχίζοντας τη ζωή σε 300 ανθρώπους και αφήνοντας άστεγο το ένα τρίτο του πληθυσμού της πόλης.
Η «Μεγάλη Ανοικοδόμηση-Τhe Great Rebuilding» αποτέλεσε την προσπάθεια δημιουργίας ενός νέου αστικού κέντρου. Το αποτέλεσμα ήταν η εγκατάσταση μεγάλων επιχειρήσεων, η ανέγερση καινοτόμων κτιρίων και η υιοθέτηση ενός νέου αρχιτεκτονικού στυλ.
Η Μεγάλη Πυρκαγιά του Σικάγου ξεκίνησε το βράδυ της 8ης Οκτωβρίου 1871. Αν και θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι η φωτιά ξεκίνησε σε έναν αχυρώνα που ανήκε στον Patrick και την Catherine O’Leary, η ακριβής αιτία της παραμένει μυστήριο.
Από τον αχυρώνα στη διεύθυνση 137 DeKoven Street, στο νοτιοδυτικό τμήμα της πόλης, η φωτιά εξαπλώθηκε προς τα βόρεια και τα ανατολικά, φτάνοντας στην καρδιά της επιχειρηματικής συνοικίας του Σικάγου.
Η βροχή έσβησε τη φωτιά περισσότερο από μία ημέρα αργότερα, αλλά μέχρι τότε είχε καεί μια έκταση μήκους 4 μιλίων και πλάτους 1 μιλίου. Η πυρκαγιά κατέστρεψε 17.500 κτίρια και 73 μίλια δρόμων. Ενενήντα χιλιάδες άνθρωποι —ένας στους τρεις κατοίκους του Σικάγου— έμειναν άστεγοι εξαιτίας της φωτιάς. Αν και ανασύρθηκαν μόνο 120 σοροί, εκτιμάται ότι 300 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στις φλόγες.
Το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1871, το Σικάγο αντιμετώπισε ασυνήθιστη ξηρασία, καθώς το ύψος της βροχόπτωσης μεταξύ Ιουλίου και Οκτωβρίου ανήλθε μόλις στο ένα τέταρτο του φυσιολογικού. Πολλά από τα ξύλινα κτίρια και τα πεζοδρόμια της πόλης είχαν ξεραθεί εξαιτίας της έντονης ζέστης του καλοκαιριού.
Την πρώτη νύχτα της πυρκαγιάς, ισχυροί νοτιοδυτικοί άνεμοι φούντωσαν τις φλόγες, στέλνοντάς τις ψηλά στον ουρανό και δημιουργώντας στροβιλώδη ρεύματα αέρα, γνωστά ως «δαίμονες της φωτιάς» (fire devils). Οι «δαίμονες της φωτιάς» εκτόξευαν φλεγόμενα συντρίμμια προς κάθε κατεύθυνση, προκαλώντας την ανάφλεξη κι άλλων κτιρίων.
Τα κτίρια διέθεταν συχνά ένα εξωτερικό στρώμα πυράντοχου υλικού, το οποίο κάλυπτε τον ξύλινο σκελετό που βρισκόταν από κάτω. Το κτίριο της Υπηρεσίας Ύδρευσης (Waterworks), στην οδό Pine, ήταν ακριβώς ένα τέτοιο κτίριο. Τα ξύλινα κεραμίδια της στέγης του είχαν αντικατασταθεί από σχιστόλιθο, αλλά ο σκελετός του ήταν κατασκευασμένος από ξύλο πεύκου. Όταν, κατά τις πρώτες ώρες της πυρκαγιάς, μια φλεγόμενη σπίθα έπεσε πάνω στη στέγη, το κτίριο της Υπηρεσίας Ύδρευσης καταστράφηκε γρήγορα. Αποτελούσε τη βασική πηγή νερού για την υποστελεχωμένη πυροσβεστική υπηρεσία της πόλης.
Την πρώτη Κυριακή μετά την πυρκαγιά, ο αιδεσιμότατος Robert Collyer μίλησε στο ποίμνιό του —Unitarian congregation— έξω από τα ερείπια της εκκλησίας Unity, στην οδό Dearborn. «Καταρχάς, δεν έχουμε χάσει τη γεωγραφία μας. «Η φύση συγκάλεσε τις λίμνες, τα δάση και τις πεδιάδες σε συνέλευση πολύ πριν γεννηθούμε εμείς, και αποφάσισαν ότι σε αυτό το σημείο θα χτιζόταν μια μεγάλη πόλη». Η εκκλησία Unity Church ξαναχτίστηκε την επόμενη χρονιά.
Η πυρκαγιά κατέστρεψε την εμπορική συνοικία της πόλης, αλλά άφησε ανέπαφους τους χώρους συγκέντρωσης ζώων (stockyards) και τις νέες μονάδες επεξεργασίας κρέατος στη Νότια Πλευρά (South Side). Γνωστοί ως «ο χασάπης των χοίρων για όλο τον κόσμο», οι χώροι συγκέντρωσης ζώων του Σικάγου επεξεργάζονταν περισσότερο κρέας από οποιοδήποτε άλλο μέρος στη Γη.
Οι περισσότερες αποβάθρες, οι αποθήκες ξυλείας και τα εργοστάσια κατά μήκος του Chicago River διασώθηκαν, όπως και τα δύο τρίτα των σιλό σιτηρών στα δυτικά. Οι βιομηχανίες που σχετίζονταν με τη γεωργία και το εμπόριο διατήρησαν την οικονομική κατάσταση της πόλης όσο το δυνατόν πιο σταθερή, παρέχοντας εργασία σε χιλιάδες ανθρώπους.
Οι περισσότερες σιδηροδρομικές γραμμές δεν υπέστησαν ζημιές. Αυτό επέτρεψε την άφιξη μεγάλων ποσοτήτων βοήθειας από όλη τη χώρα και τον κόσμο. Δωρεές βιβλίων που συγκεντρώθηκαν στην Αγγλία αποτέλεσαν τη βάση για την πρώτη δωρεάν δημόσια βιβλιοθήκη του Σικάγου. Η Δημόσια Βιβλιοθήκη του Σικάγου άνοιξε τις πύλες της την 1η Ιανουαρίου 1873. Το αρχικό της κτίριο ήταν μια δεξαμενή νερού στην οδό LaSalle, η οποία είχε γλιτώσει από τη φωτιά.
Το 1956, η Ακαδημία Πυροσβεστικής του Σικάγου [Chicago Fire Academy] χτίστηκε στο σημείο όπου κάποτε βρισκόταν ο αχυρώνας του κ. και της κας O’Leary. Η σχολή εκπαιδεύει νέους πυροσβέστες μέχρι και σήμερα.
Η Πρώτη Φάση της Μεγάλης Ανοικοδόμησης
Η ανοικοδόμηση του Σικάγου ξεκίνησε αμέσως. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι κατασκευαστικές εργασίες άρχιζαν προτού καν ολοκληρώσουν τον σχεδιασμό ο αρχιτέκτονας και οι μηχανικοί.
Μετά την πυρκαγιά, θεσπίστηκαν νόμοι που απαιτούσαν τα νέα κτίρια να κατασκευάζονται από πυράντοχα υλικά, όπως τούβλα, πέτρα, μάρμαρο και ασβεστόλιθος. Αυτά τα δομικά υλικά —πολύ ακριβότερα από το ξύλο— συγκρατούνται μεταξύ τους με μια κολλώδη και ανθεκτική ουσία που ονομάζεται κονίαμα (λάσπη χτισίματος). Η τεχνική κατασκευής με τη χρήση κονιάματος ονομάζεται λιθοδομή. Οι τεχνίτες που ειδικεύονται σε αυτό ονομάζονται χτίστες ή λιθοδόμοι.
Πολλοί από τους φτωχότερους κατοίκους του Σικάγου δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να προμηθευτούν πυράντοχα υλικά ή να προσλάβουν εξειδικευμένους τεχνίτες για την ανοικοδόμηση. Επιπλέον, πολλοί δεν μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά την ασφάλιση κατά της πυρκαγιάς. (Πριν από τη φωτιά, πολλοί άνθρωποι διέθεταν ασφάλιση, αλλά τα ασφαλιστήρια συμβόλαιά τους κάηκαν κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς.)
Μη έχοντας τα μέσα για να ξαναχτίσουν ή να ασφαλίσουν τις ιδιοκτησίες τους, χιλιάδες άνθρωποι και μικρές επιχειρήσεις αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το Σικάγο.
Πολλές άλλες επιχειρήσεις απλώς αγνόησαν τους νέους οικοδομικούς κανονισμούς. Το ξύλο αντικαθιστούσε συχνά την πέτρα, ενώ οι κατασκευαστές διακοσμούσαν τα κτίριά τους με ξύλινα στέγαστρα, τρούλους και γείσα.
Terra Cotta
Δύο γεγονότα έβαλαν τέλος σε αυτή τη φάση της ανοικοδόμησης. Το πρώτο ήταν η κατάρρευση μιας τράπεζας, της Jay Cooke and Company, τον Σεπτέμβριο του 1873. Η κατάρρευση αυτή προκάλεσε μια οικονομική ύφεση σε εθνικό επίπεδο, η οποία σταμάτησε το μεγαλύτερο μέρος των κατασκευαστικών εργασιών στο Σικάγο. Το δεύτερο γεγονός ήταν μια άλλη, κάπως μικρότερη πυρκαγιά, τον Ιούλιο του 1874. Η φωτιά αυτή κατέστρεψε περισσότερα από 800 κτίρια σε μια έκταση 60 περίπου στρεμμάτων (60 acres).
Μετά την πυρκαγιά του 1874, ξεκίνησε η αργή και δαπανηρή διαδικασία ανοικοδόμησης με πυράντοχα υλικά. Μεγάλες τράπεζες και επιχειρήσεις, που διαχειρίζονταν ετήσια έσοδα εκατομμυρίων δολαρίων, κυριάρχησαν στη νέα επιχειρηματική ζώνη του Σικάγου.
Ο πηλός «τερακότα» (terra cotta) αναδείχθηκε σε δημοφιλές και αποτελεσματικό δομικό υλικό. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1880, η χρήση πλακιδίων από τερακότα κατέστησε το Σικάγο μία από τις πιο πυράντοχες πόλεις στη χώρα.
Η ανακαίνιση του Palmer House, ενός πολυτελούς ξενοδοχείου στην οδό Monroe, αποτελεί παράδειγμα του πώς αξιοποιήθηκε η τερακότα στις προσπάθειες ανοικοδόμησης. Το Palmer House είχε ανοίξει μόλις 13 ημέρες πριν από τη Μεγάλη Πυρκαγιά. Όταν φάνηκε πιθανό ότι το ξενοδοχείο θα καταστρεφόταν, ο αρχιτέκτονάς του, John M. Van Osdel, έθαψε τα αρχιτεκτονικά σχέδια σε μια λακκούβα στο υπόγειο, καλύπτοντάς τα με ένα παχύ στρώμα άμμου και πηλού.
Η άμμος και ο πηλός αποτελούν τα κύρια συστατικά του δομικού υλικού που είναι γνωστό ως terra cotta. Τα σχέδια διασώθηκαν από τη φωτιά και ο Van Osdel πείστηκε ότι τα πλακίδια από πηλό (τερακότα) θα αποτελούσαν ένα εξαιρετικό πυράντοχο υλικό.
Πλακίδια από τερακότα χρησιμοποιήθηκαν για τη στέγη του νέου Palmer House. Το ίδιο το κτίριο κατασκευάστηκε από σίδηρο και τούβλα.
Το Palmer House —το οποίο σήμερα αποτελεί μέρος της αλυσίδας ξενοδοχείων Hilton— διαφημιζόταν τότε ως «Το μοναδικό πυράντοχο ξενοδοχείο στον κόσμο».
Το terra cotta (ψημένος πηλός) χρησιμοποιήθηκε επίσης στο Montauk Block, στην οδό Monroe, το οποίο θεωρείται συχνά ένα από τα πρώτα πολυώροφα κτίρια στον κόσμο. Το Montauk είχε ύψος 10 ορόφων και διέθετε 150 γραφεία. Μετά την πυρκαγιά, πλακίδια από πηλό αποτέλεσαν μια πυράντοχη μόνωση γύρω από τον σιδερένιο σκελετό του κτιρίου. Το Montauk ήταν, επιπλέον, το πρώτο κτίριο στο Σικάγο του οποίου η κατασκευή δεν διακόπηκε κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ενώ υπήρξε και το πρώτο κτίριο παγκοσμίως που κατασκευάστηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας, χάρη στη νέα τεχνική του ηλεκτρικού φωτισμού.
Σχολή του Σικάγου
Οι αρχιτέκτονες του Σικάγου εργάστηκαν για να καλύψουν τις απαιτήσεις των επιχειρηματιών. Οι επιχειρηματίες προτιμούσαν κτίρια με λιτή εμφάνιση, καθώς η προσθήκη περίτεχνων διακοσμητικών στοιχείων συνεπαγόταν υψηλότερο κόστος. Αυτό το λιτό στυλ έγινε γνωστό ως «Σχολή του Σικάγου» στην αρχιτεκτονική. Οι William Le Baron Jenney, Daniel Burnham, John W. Root, Louis Sullivan και Dankmar Adler συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο γνωστών αρχιτεκτόνων της Σχολής του Σικάγου.
Η κατασκευή του Home Insurance Building αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς οι αρχιτέκτονες της Σχολής του Σικάγου συνεργάστηκαν με τον επιχειρηματικό κόσμο για τη διαμόρφωση ενός νέου στυλ. Όταν η εταιρεία New York Home Insurance Company μετέφερε τις δραστηριότητές της στο Σικάγο, προσκάλεσε την αρχιτεκτονική κοινότητα να προτείνει έναν σχεδιασμό που θα επέτρεπε στο φυσικό φως να εισέρχεται σε όλα τα τμήματα του κτιρίου. Ο William Le Baron Jenney βρήκε τη λύση: ο χάλυβας —ελαφρύτερος και ανθεκτικότερος από τον σίδηρο— θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στους επάνω ορόφους.
Το Home Insurance Building του Jenney, στην οδό LaSalle, ήταν το πρώτο κτίριο που χρησιμοποίησε έναν χαλύβδινο σκελετό (πλαίσιο) για τη στήριξή του. Ο χαλύβδινος σκελετός επέτρεψε την κατασκευή μεγαλύτερων παραθύρων σε κάθε πλευρά του κτιρίου, επιτρέποντας στο φυσικό φως να πλημμυρίσει την ψηλή κατασκευή. Τα χωρίσματα μεταξύ των γραφείων ήταν κατασκευασμένα από τούβλα και terra cotta. Το Home Insurance Building, που χτίστηκε το 1884, θεωρείται ο πρώτος ουρανοξύστης στον κόσμο.
Η Μεγάλη Πυρκαγιά του Σικάγου το 1871 κατέστρεψε το κέντρο της πόλης. Το σχέδιο αυτό απεικονίζει εκατοντάδες ανθρώπους να διαφεύγουν διασχίζοντας τη τη Randolph Street Bridge — μια κατασκευή που εξυπηρετεί ακόμα και σήμερα την κυκλοφορία από τη Michigan Avenue, στην επιχειρηματική περιοχή «Loop» του κέντρου του Σικάγου, πάνω από τον ποταμό Σικάγο.
Εικονογράφηση του John R. Chapin, «Το Σικάγο στις φλόγες — Η αγωνιώδης προσπάθεια διαφυγής στη γέφυρα της οδού Randolph-Chicago in Flames—The Rush for Lives Over Randolph Street Bridge», που δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Harper’s Weekly
The Great Chicago Fire of 1871 devastated downtown Chicago. This drawing illustrates hundreds of people fleeing across the Randolph Street Bridge, a structure that still carries traffic from Michigan Avenue, in Chicago’s downtown “Loop” business district, across the Chicago River.
Illustration by John R Chapin, “Chicago in Flames—The Rush for Lives Over Randolph Street Bridge,” originally published in Harper’s Weekly











