kourdistoportocali.comNews DeskRockefeller> Από τον Luis Tikas στη Μaria Damanaki. H Eπιχείρηση Μείωσης του κοστοβόρου δυτικού πληθυσμού σε εξέλιξη. Στόχος ο αφανισμός της Χριστιανικής+Εβραϊκής Οικογένειας

Breaking News

Rockefeller> Από τον Luis Tikas στη Μaria Damanaki. H Eπιχείρηση Μείωσης του κοστοβόρου δυτικού πληθυσμού σε εξέλιξη. Στόχος ο αφανισμός της Χριστιανικής+Εβραϊκής Οικογένειας

Hλίας Σπαντιδάκης. Το Παληκάρι. Ο Αμοιρολοϊτος. Και οι Τσαρλατάνοι της Αριστεράς και της Δεξιάς

Tρίτη 11 Νοεμβρίου 2025

By Abraham 

-Το όνομά του ήταν Avrohom Lison. Ήταν 92 ετών.

Ο Lison γεννήθηκε το 1922 σε μια Χασιδική οικογένεια στο Ponevezh, της Λιθουανίας.

«Παιδιά», μας είπε στα Yiddish, «έχω δει ένα-δυο πράγματα στη ζωή και θέλω να σας πω κάτι: Τα χρήματα έρχονται και φεύγουν. Η τιμή έρχεται και φεύγει. Όλα παρασύρονται από τον άνεμο. Το μόνο πράγμα που μένει μαζί σου για μια ζωή είναι λίγο pnimiyut, λίγο βάθος πνεύματος.

– Η γενετική διαφορά μεταξύ δύο οποιωνδήποτε ανθρώπων είναι κατά μέσο όρο 0,1% . Αυτό το 0,1% είναι που κάνει κάθε ζωή ιερή. Αν το σβήσουμε αυτό, μένει ένας αριθμός. Λιγότερο από ένα τούβλο στον τοίχο [Chabad-Lubavitch για την ΑΙ]

-Η επιταγή που δίνει ο Θεός στον εβραϊκό λαό πιο συχνά είναι να μην τον αγαπούν, να τον φοβούνται ή να μην κάνουν τη μία ή την άλλη mitzvah. Η μία οδηγία που λαμβάνουμε στην Τorah πιο συχνά από οποιαδήποτε άλλη είναι να μην φοβόμαστε. Πιστεύω ότι η υπερνίκηση του φόβου ή η επίτευξη ενός σημείου όπου δεν έχεις άλλον φόβο άλλον παρά μόνο για τον Παράδεισο, είναι απαραίτητη [Rabbi Levi Shemtov]

The Ludlow Massacre

Πολλά περισσότερα από 2.000 μίλια χώριζαν το κτήμα Rockefeller από το Νότιο Colorado όταν τη Δευτέρα 20 Απριλίου 1914 έπεσε ο πρώτος πυροβολισμός στο Ludlow. Μια από τις πιο δραματικές αντιπαραθέσεις της ιστορίας μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας – η λεγόμενη σφαγή του Ludlow – έλαβε χώρα στα ορυχεία της εταιρείας Colorado Fuel and Iron Company (CF&I) που ανήκει στον Rockefeller.

Η απεργία διήρκεσε μήνες και τον Απρίλιο του 1914, ο John D. Rockefeller, Jr., εμφανίστηκε ενώπιον του Κογκρέσου, όπου χαρακτήρισε την αντιπαράθεση ως «εθνικό ζήτημα, το αν οι εργαζόμενοι θα επιτρέπεται να εργάζονται υπό τις συνθήκες που επιθυμούν». Αποφεύγει την πιθανότητα να επιτραπεί σε «εξωτερικούς ανθρώπους» — εννοώντας τους συνδικαλιστές οργανωτές — «να έρχονται και να παρεμβαίνουν στους εργαζόμενους που είναι απόλυτα ικανοποιημένοι με τις συνθήκες εργασίας τους». Ο πρόεδρος της επιτροπής ρώτησε τον Rockefeller αν θα τηρούσε τις αντισυνδικαλιστικές του αρχές ακόμη και «αν αυτό κοστίσει όλη σου την περιουσία και σκοτώσει όλους τους υπαλλήλους σου». Ο John D. Rockefeller, Jr. απάντησε: «Είναι μια σπουδαία αρχή».

Οκτώβριος 1913: Ο ομοσπονδιακός διαμεσολαβητής Ethelbert Stewart σχολιάζει την κατάσταση

Θεωρητικά, ίσως, η περίπτωση του να μην έχεις τίποτα να κάνεις σε αυτόν τον κόσμο παρά μόνο να δουλεύεις, θα έπρεπε να είχε κάνει αυτούς τους ανθρώπους με πολλές γλώσσες, τόσο ευτυχισμένους και ικανοποιημένους όσο ισχυρίζονται οι διευθυντές… Το να σου έχει ανατεθεί ένα σπίτι για να ζεις… το να σου έχει παρασχεθεί ένα κατάστημα από τον εργοδότη σου όπου θα αγοράζεις από αυτόν τρόφιμα όπως αυτός, σε τιμή που ο ίδιος ορίζει… το να έχεις εκκλησίες, σχολεία… και δημόσιες αίθουσες δωρεάν για να τις χρησιμοποιείς για οποιονδήποτε σκοπό εκτός από το να συζητάς για πολιτική, θρησκεία, συνδικαλισμό ή βιομηχανικές συνθήκες, με άλλα λόγια, να σου παραδίδονται τα πάντα από την κορυφή, το να… σου απαγορεύεται να έχεις οποιαδήποτε σκέψη, φωνή ή φροντίδα σε οτιδήποτε στη ζωή εκτός από την εργασία, και να σε βοηθούν σε αυτό ένοπλοι των οποίων η λειτουργία ήταν, κυρίως, να διασφαλίζουν ότι δεν συζητάς για τις συνθήκες εργασίας με έναν άλλο άνθρωπο που μπορεί να γνώριζε κατά λάθος τη γλώσσα σου – αυτή ήταν η ικανοποιημένη, ευτυχισμένη, ευημερούσα κατάσταση από την οποία προέκυψε αυτή η απεργία… Το ότι οι άνδρες έχουν επαναστατήσει προκύπτει από το γεγονός ότι είναι άνδρες. 

John D. Rockefeller και John D. Rockefeller, Jr

20 Σεπτεμβρίου 1915: Ο John D. Rockefeller Junior ταξιδεύει στο Colorado και μιλάει στους ανθρακωρύχους
Είμαστε όλοι συνεργάτες κατά κάποιο τρόπο. Το κεφάλαιο δεν μπορεί να τα πάει καλά χωρίς εσάς τους άντρες, και εσείς οι άντρες δεν μπορείτε να τα πάτε καλά χωρίς κεφάλαιο. Όταν κάποιος έρχεται και σας λέει ότι το κεφάλαιο και η εργασία δεν μπορούν να τα πάνε καλά, αυτός ο άνθρωπος είναι ο χειρότερος εχθρός σας. Τα πάμε αρκετά φιλικά εδώ σε αυτό το ορυχείο αυτή τη στιγμή, και δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο εσείς οι άντρες δεν μπορείτε να τα πάτε καλά με τους διευθυντές της εταιρείας μου όταν επιστρέψω στη Νέα Υόρκη.

Σεπτέμβριος 1915: Ο ηγέτης των United Mine Workers, John Lawson, σχολιάζει την επίσκεψη του John D. Rockefeller στα ορυχεία>
Πιστεύω ότι ο κ. Rockefeller είναι ειλικρινής… Πιστεύω ότι προσπαθεί ειλικρινά να βελτιώσει τις συνθήκες μεταξύ των ανδρών στα ορυχεία. Οι προσπάθειές του πιθανότατα θα οδηγήσουν σε κάποιες βελτιώσεις που ελπίζω ότι μπορεί να αποδειχθούν μόνιμες.

Ωστόσο, ο κ. Rockefeller έχει χάσει το θεμελιώδες πρόβλημα στα στρατόπεδα εξόρυξης άνθρακα. Η δημοκρατία δεν υπήρξε ποτέ μεταξύ των ανδρών που μοχθούν κάτω από το έδαφος – οι εταιρείες άνθρακα την έχουν εξαλείψει. Τώρα, ο κ. Rockefeller δεν αποκαθιστά τη δημοκρατία,  γι΄αυτό προσπαθεί να υποκαταστήσει τον πατερναλισμό.

Luis Tikas ή Ηλίας Σπαντιδάκης

Γεννήθηκε στην Λούτρα Ρεθύμνου το 1886 και ο πατέρας του ονομαζόταν Αναστάσιος. Το 1906 σε ηλικία 20 ετών μετανάστευσε στις ΗΠΑ. Πριν φύγει έβγαλε μια φωτογραφία φορώντας την παραδοσιακή κρητική στολή και την άφησε ως ενθύμιο στους συγγενείς του. Δεν επρόκειτο να ξανανταμωθούν. Στις ΗΠΑ μετέτρεψε το όνομά του στο αγγλοσαξονικό Λούης Τίκας (Luis Tikas), με το οποίο έμελλε να γραφεί στην ιστορία των συνδικαλιστικών αγώνων.

Από το λιμάνι της Νέας Υόρκης πήγε στο Colorado. Εγκαταστάθηκε στο Denver κι άρχισε να δουλεύει στα χαλυβουργία του Pueblo καμιά τριανταριά μίλια μακριά, με ημερομίσθιο $1,75, για δώδεκα ώρες την ημέρα. Το 1910 ορκίστηκε Αμερικανός πολίτης και άνοιξε καφενείο στην οδό Μarket του Denver, μια εργατική γειτονιά που έγινε η τοπική Greektown. Την εποχή εκείνη στο Denver ζούσαν 240 Έλληνες.

Συμπτωματικά, απέναντι απ’ το καφενείο βρίσκονταν τα γραφεία της τοπικής οργάνωσης των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (Wobblies).

Ο Τikas, είτε έγινε από την αρχή μέλος των Wobblies είτε όχι, ήταν αποφασισμένος να αφομοιωθεί στην καινούρια χώρα. Αρχικά, προσπάθησε να μπει στο αστυνομικό σώμα αλλά απερρίφθη εξαιτίας της εμπλοκής του με τους Wobblies. Υπάρχουν πληροφορίες ότι ήταν επικεφαλής ενός συνδικάτου λούστρων που το 1910 έκαναν απεργία ζητώντας αύξηση 100% (από πέντε σε δέκα σεντς!).

Άλλοι λένε πως δούλευε για μια ασφαλιστική εταιρία.

Έτσι κι αλλιώς, ο Luis Tikas αναδείχτηκε σε ηγετική μορφή ανάμεσα στους συμπατριώτες του: μιλούσε καλύτερα αγγλικά απ’ οποιονδήποτε άλλον, και έστελνε τα εμβάσματα στην Ελλάδα για λογαριασμό των συμπατριωτών του που δεν ήξεραν πώς να φερθούν στο ταχυδρομείο και στην τράπεζα.

O ίδιος έμοιαζε περισσότερο με Αμερικανό gentleman παρά με μέλος της κρητικής κοινότητας: Oι φωτογραφίες της συλλογής του φωτογράφου Louis Dold που υπάρχουν στην πολιτειακή βιβλιοθήκη του Denver, δείχνουν έναν Αμερικανό πολίτη χωρίς μουστάκι – κάτι ασυνήθιστο για την κρητική κοινότητα – που δεν θα ξεχώριζε από έναν ντόπιο.

Ισως όλα αυτά να έπαιξαν ρόλο ώστε ο Louis the Greek ή Lio the Cretan να αναδειχθεί σε ηγετική φυσιογνωμία των απεργών.

Τα αιτήματα των απεργών ήταν 10% αύξηση στο μεροκάματο που ήταν 2,12 δολάρια, να ψωνίζουν από όποιο κατάστημα ήθελαν και όχι μόνο από τα μαγαζιά της εταιρείας, να έχουν δικό τους γιατρό και να αναγνωριστεί το συνδικάτο τους. Επίσης να μην πληρώνουν αυτοί από την τσέπη τους τα ακονιστικά των εργαλείων τους , να μην αγοράζουν αυτοί τον δυναμίτη που χρησιμοποιούσαν για την εξόρυξη και να μην πληρώνουν υποχρεωτικά τον παπά των ορυχείων , καθώς όλα αυτά τούς κρατούσαν μονίμως χρεωμένους στην εταιρεία κι ας δούλευαν 12 ώρες ημερησίως. Ο Rockefeller προτίμησε να παραμείνουν κλειστά τα ορυχεία του για επτά ολόκληρους μήνες παρά να υποχωρήσει έστω και σε ένα από τα αιτήματα. Σε όλη του τη ζωή δεν δέχτηκε να συζητήσει ποτέ με απεργό.

20 Απριλίου 1914. O Luis Tikas κάλεσε τον αρχηγό της πολιτοφυλακής λοχαγό Karl Linterfeld, να συναντηθούν στην κορυφή ενός γειτονικού λόφου για να διαπραγματευτούν, όταν διαπίστωσε ότι οι δυνάμεις ασφαλείας ήταν έτοιμες να επιτεθούν κατά των απεργών που κρατούσαν για επτά ολόκληρους μήνες τα ορυχεία κλειστά. Οταν η απόσταση μεταξύ των δύο ανδρών παρείχε στον λοχαγό θανάσιμη υπεροχή συνέβησαν τα εξής>

Ο Luis Tikas πλησίαζε κρατώντας μία λευκή σημαία. Οταν πλησίασε αρκετά, πάνω στο λόφο, μίλησαν για λίγο. Ξαφνικά ο Karl Linterfeld σήκωσε την καραμπίνα του, την μετέτρεψε σε ρόπαλο και την έσπασε κυριολεκτικά στο κεφάλι του Τίκα. Η καραμπίνα έσπασε στα δύο όπως και το κρανίο του Τίκα. Tην ίδια στιγμή οι πολιτοφύλακες και καθώς ο Τikas είχε σωριασθεί ήδη στο έδαφος του έριξαν 8 σφαίρες. Ο ηγέτης των εργατών πέθανε ακαριαία.

Οι απεργοί δεν πρόλαβαν να αντιδράσουν. Η πολιτοφυλακή μαζί με μεθυσμένους μπράβους της εταιρείας Colorando Fuel and Iron Company και μισθοφόρους τού περιβόητου πρακτορείου ιδιωτικών αστυνομικών Boldwin Felds που είχε μισθώσει o Rockefeller, έπεσαν πάνω τους.

Ευθύς αμέσως οι πολιτοφύλακες εισέβαλαν στον καταυλισμό, ρίχνοντας αδιακρίτως εναντίον οτιδήποτε κουνιόταν. Έδιωξαν τους απεργούς, σκότωσαν 18 άτομα, 10 εκ των οποίων ήταν παιδιά από τριών μηνών ως 11 ετών, και έκαψαν τις σκηνές τους.

Όταν οι απεργοί ξαναμπήκαν μερικές ημέρες αργότερα στον καταυλισμό βρήκαν το πτώμα του Τίκα. Η κηδεία του έγινε στις 27 Απριλίου και τη νεκρώσιμη πομπή ακολούθησαν χιλιάδες εργάτες.

Μετά τη σφαγή στο Ludlow, οι συγκρούσεις των εργατών με την εθνοφρουρά σε όλη την Πολιτεία του Colorado έλαβαν τεράστιες διαστάσεις. Τα συνδικάτα κάλεσαν τους εργάτες να εξοπλιστούν με «όλα τα όπλα και τα πυρομαχικά που μπορούσαν να αποκτήσουν νόμιμα» και άρχισε πραγματικός ανταρτοπόλεμος ανάμεσα στην εθνοφρουρά και στα συνδικάτα που διήρκεσε δέκα ημέρες. Tο περιοδικό «The Masses» δημοσίευσε ένα κείμενο με τίτλο Ταξικός πόλεμος στο Colorado.

Οι συγκρούσεις τερματίστηκαν μόνον όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Thomas Woodrow Wilson έστειλε μονάδες του ομοσπονδιακού στρατού στην περιοχή. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, σκοτώθηκαν συνολικά 69 άτομα. Στον θλιβερό απολογισμό θα πρέπει να προσθέσουμε και τα εξής: 400 απεργοί συνελήφθησαν, 332 από αυτούς παραπέμφθηκαν για φόνο και μόνο ένας, ο John Lawson, καταδικάστηκε αλλά το Ανώτατο Δικαστήριο του Colorado αργότερα τον αθώωσε. Από την εθνοφρουρά παραπέμφθηκαν 22 άτομα – ανάμεσά τους και δέκα αξιωματικοί – και σε μια παρωδία δίκης, που ως τέτοια διδάσκεται σήμερα σε διάφορες πανεπιστημιακές σχολές, αθωώθηκαν όλοι, πλην του λοχαγού Linterfeld, ο οποίος δολοφόνησε τον Τίκα. Όμως, η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν απλή πειθαρχική επίπληξη.

Το χρονικό της απεργίας δεν γράφτηκε ποτέ. Είχε σχεδόν ξεχαστεί, ώσπου το 1944 ο τραγουδιστής Woody Guthrie έγραψε ένα τραγούδι με τίτλο «The Ludlow Massacre». Το τραγούδι ακουγόταν συχνά στις διαδηλώσεις της δεκαετίας του ’60.

Ο ποιητής David Mason έγραψε ένα ποιητικό μυθιστόρημα 4.800 στίχων με τίτλο: “Ποιος ήταν ο Λούης Τίκας”, όπου περιγράφεται η ζωή του Έλληνα πρωταγωνιστή του αμερικανικού εργατικού κινήματος.

Τη ζωή του Τίκα επανέφερε στο προσκήνιο ο ελληνοαμερικανός συγγραφέας Ζήσης Παπανικόλας το 1991 γράφοντας τη βιογραφία του σε ένα βιβλίο.

Bιβλίο για τον Ηλία Σπαντιδάκη ή Louis (Luis) Tikas έγραψε και ο ανιψιός του Γιώργος Σταυρουλάκης.

Επίσης, το 2001 ο Αμερικανός τραγουδοποιός Frank Manning στηριγμένος στις αναμνήσεις του παππού του που συμμετείχε στην απεργία του Λάντλοου, έγραψε το τραγούδι «Louis Tikas.

http://www.youtube.com/watch?v=XDd64suDz1A

“It was early springtime when the strike was on,
They drove us miners out of doors,
Out from the houses that the Company owned,
We moved into tents up at old Ludlow.

I was worried bad about my children,
Soldiers guarding the railroad bridge,
Every once in a while a bullet would fly,
Kick up gravel under my feet.

We were so afraid you would kill our children,
We dug us a cave that was seven foot deep,
Carried our young ones and pregnant women
Down inside the cave to sleep.

That very night your soldiers waited,
Until all us miners were asleep,
You snuck around our little tent town,
Soaked our tents with your kerosene.

You struck a match and in the blaze that started,
You pulled the triggers of your gatling guns,
I made a run for the children but the fire wall stopped me.
Thirteen children died from your guns.

I carried my blanket to a wire fence corner,
Watched the fire till the blaze died down,
I helped some people drag their belongings,
While your bullets killed us all around.

I never will forget the look on the faces
Of the men and women that awful day,
When we stood around to preach their funerals,
And lay the corpses of the dead away.

We told the Colorado Governor to call the President,
Tell him to call off his National Guard,
But the National Guard belonged to the Governor,
So he didn’t try so very hard.

Our women from Trinidad they hauled some potatoes,
Up to Walsenburg in a little cart,
They sold their potatoes and brought some guns back,
And they put a gun in every hand.

The state soldiers jumped us in a wire fence corners,
They did not know we had these guns,
And the Red-neck Miners mowed down these troopers,
You should have seen those poor boys run.

We took some cement and walled that cave up,
Where you killed these thirteen children inside,
I said, “God bless the Mine Workers’ Union,”
And then I hung my head and cried.”

LUDLOW MASSACRE (Woody Guthrie από τον δίσκο του “Struggle”,1940)

>

Guns and lives were cheap in Colorado,
And coal was king in nineteen hundred ten,
And, in the deepest coal mine’s darkest shadow,
There was no justice for the working men.

Every day brought cave-ins and explosions,
Because the safety laws were not applied,
For profit mattered more than the lives of all the poor,
And every day another miner died.

And the coal was black, and the blood was red,
And miners that dared organize always wound up dead,
And in those days of anger, a man of peace arose,
And words were the weapons that Louis Tikas chose.

In Walsenburg, in Ludlow, and in Sopris,
And thirty other towns they joined the cause,
Louis brought them hope when all was hopeless,
And he said the owner must obey the laws.

The miners went on strike in 1913,
And shootings left both guards and workers dead,
Louis’ voice was heard, he told both sides these words,
“Lay down the guns and talk instead.”

And the snow was white, and the blood was red,
That the miners and their wives and their little children bled,
And the owner took their homes, so they lived in tents in rows,
And words were the weapons that Louis Tikas chose.

The winter passed and still the mines were striking,
And the shooting and the killing had not ceased,
Louis couldn’t keep them all from fighting,
So the National Guard was called to keep the peace.

The National Guard arrived with their machine guns,
And they cracked a rifle over Louis’ head,
And they shot him till he died, but they still weren’t satisfied,
Till they filled his lifeless body up with lead.

And the sky was blue, and the blood was red,
And the National Guard left Louis and two dozen others dead,
Now he’s on a hillside where the Purgatory flows,
And words were the weapons that Louis Tikas chose.

Mourn with me, my sisters and my brothers,
For a leader lying silent in the grave,
A man who lived his whole life saving others,
And, in the end, his life is what he gave.
Louis lived his whole life saving others,
And, in the end, his life is what he gave.

Frank Manning_Louis Tikas

To ντοκιμαντέρ που ακολουθεί είναι ένα Ιστορικό Ντοκουμέντο το οποίο οφείλουμε στον αποβιώσαντα Κώστα Εφήμερο και στο Τhe Press Project. Palikari, o Luis Tikas και η Σφαγή του Ludlow

[Διαβάστε ΕΔΩ και σχετικό αφιέρωμα]

Εδώ Πολυτεχνείο> Οι δύο λέξεις που άνοιξαν τους κρουνούς της Τύχης και των Rockefeller για τη Μαρία Δαμανάκη

Δεκαετίες μετά το Ludlow η Οικογένεια Rockefeller και τα ελεγχόμενα από εκείνη Ιδρύματα, εταιρίες, ΜΚΟ, κλπ θα επιβράβευαν μία συμπατριώτισσα του Ηλία Σπαντιδάκη με εκθαμβωτικούς τίτλους επειδή διέθεσε τη φωνή της στο Πολυτεχνείο. Είναι απορίας άξιο μεταξύ άλλων πως κατάφερε η κ. Μαρία Δαμανάκη, με τι είδους σπουδές και μην γνωρίζοντας-κατά την έναρξη της εκτόξευσής της- ούτε καν αγγλικά (σε αντίθεση με τον Ηλία Σπαντιδάκη) να παρασημοφορηθεί με τους ζαλιστικούς τίτλους που ακολουθούν και να μην εργαστεί ποτέ στη ζωή της. Μόνο εκείνοι που  την επιβραβεύουν κατά ριπάς γνωρίζουν.

Δείτε το “πλούσιο” βιογραφικό της από τους ιστοτόπους των EΛΙΑΜΕΠ και WEF.

Η Μαρία Δαμανάκη εργάζεται ως Ειδικός σύμβουλος στην Oceans5 (ΗΠΑ) και το Rockefeller Brothers Foundation (ΗΠΑ). Είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου των: Prince Albert II of Monaco Foundation, Oceanographic Institute (Moνακό), Friends of Ocean Action (World Economic Forum), European Marine Regions Forum (Βερολίνο), Marine Stewardship Council (MSC) (Λονδίνο), Global Fishing Watch, Global Fund for Coral Reefs (GFCR UN Νέα Υόρκη), Beneath the Waves (HΠΑ). 

Είναι επισκέπτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο NOVA της Λισαβόνας. Η Μαρία Δαμανάκη υπηρέτησε για πέντε χρόνια ως Global Managing Director for Oceans στη The Nature Conservancy USA. 

Διετέλεσε Επίτροπος Θαλασσίων Υποθέσεων και Αλιείας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Υπό την ηγεσία της, η Επιτροπή κατάφερε να επαναφέρει το θαλάσσιο πληθυσμό σε πιο υγιή επίπεδα – από περίπου 5 βιώσιμα αποθέματα το 2010 σε πάνω  από 30 σήμερα. Η Μαρία Δαμανάκη υπηρέτησε ως Ελληνίδα πολιτικός για πολλά χρόνια. Ήταν η πρώτη γυναίκα πρόεδρος  ελληνικού πολιτικού κόμματος και είναι συγγραφέας τεσσάρων βιβλίων για ζητήματα Φύλου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων,  Εκπαίδευσης και Ευρωπαϊκής Πολιτικής.

Το γεγονός ότι κανένα από τα “χορηγούμενα” κόμματα δεν έχει κάνει ουδεμία αναφορά στη συγκλονιστική ιστορία του Ηλία Σπαντιδάκη δεν μας προκαλεί καμία έκπληξη. Ειδικότερα, οι Τσίπρας, Κουτσούμπας, Κανέλλη και Σία πολύ θα ήθελαν να δολοφονήσουν με οκτώ σφαίρες ακόμα και τη μνήμη του.

To εντυπωσιακό pampering της παγκόσμιας elite απέναντι στην ΦΩΝΗ συναγωνίζεται μόνο ο Αlexis Soros Tsipras. Oσο για την ΦΩΝΗ είναι εύλογο εκ της θέσεώς της να αποτελεί και ένα είδους skaouter στην Ελλάδα για τα πρόθυμα πολιτικά και μηντιακά puppets τα οποία με το αζημίωτο θα επιθυμούσαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στα Ιδρύματα της οικογένειας με ανταμοιβή την εκτόξευση της καριέρας τους. Είναι δε τόσοι οι πρόθυμοι που οι διάδρομοι της Βουλής ζέχνουν από τις λέξεις Κλιματική Αλλαγή, Βιώσιμη Ανάπτυξη, Τεχνητή Νοημοσύνη, καλοί μετανάστες, woke, ασφαλή και αποτελεσματικά, digital ID καθώς και τα λοιπά εργαλεία της Agenda 2030.

Oι Rockefeller και το ευγονικό όραμα της μείωσης του κοστοβόρου δυτικού πληθυσμού

-Δεν υπάρχουν οφέλη από την αύξηση του πληθυσμού και θα πρέπει να υπάρξει μία ρύθμιση…

δήλωνε από το βήμα του ιδιόκτητου ΟΗΕ (UN) o David Rockefeller στις 14 Σεπτεμβρίου 1994

Μάλλον έκπληκτη η πλειοψηφία του παγκοσμίου και του εγχωρίου πληθυσμού συνειδητοποιεί, έστω και οδυνηρά αργά, ότι μία χούφτα οικογένειες ελέγχουν τον παγκόσμιο πλούτο, ελέγχουν την διαδικασία του παγκοσμίου χρέους (το γεγονός ότι η φούσκα έχει σκάσει προ πολλού αλλά το παίγνιον της συμμετοχικής απατεωνίας και υποκριτικής συνεχίζεται αενάως). Eλέγχουν ακόμη τους φερόμενους παγκοσμίους οργανισμούς, βλέπε ΟΗΕ-WHO-NATO-CIA-ICC-EU, φυσικά την FED, την BIS και πάει λέγοντας.
Το γεγονός ότι διά μέσω οργανισμών όπως το WEF, το Munich Security Conference, το Bilderberg Meetings επιβάλλουν την εξουσία τους καθώς και Επιχειρήσεις Μαύρου Κύκνου [Βlack Swans] στις κατακτημένες χώρες σε συνεργασία με τους ηγέτες puppets, επίσης πλέον αρχίζει να γίνεται προφανές ακόμη και στους Μπάμπης-Σούλα. Οι τελευταίοι οφείλουν στον εαυτό τους και τα παιδιά τους να μην πάνε αδιάβαστοι. Μπορούν επίσης και να πάνε όπως συμβαίνει αδοκήτως τα τελευταία χρόνια.

Ενα από τα πλέον “εμπνευσμένα” εργαλεία εξαπάτησης, ελέγχου, τυραννίας και κυρίως αφανισμού του κοστοβόρου πληθυσμού είναι η διαβόητη Κλιματική Αλλαγή. Πρόκειται για την σύλληψη μίας ιδέας πετρελαιάδων οι οποίοι αφού πλούτισαν δεν χρειαζόντουσαν τόσους βλαμμένους πάνω στη γη και κυρίως κοστοβόρους δυτικούς. Η σύλληψη της ιδέας της Κλιματικής Αλλαγής ως εργαλείο αφανισμού των πληθυσμών μπορεί να εντοπισθεί χρονικά πέριξ του 1870 αλλά έως τις μέρες μας τροφοδοτεί με χρήμα και εξουσία τυχοδιώκτες ραντιέρηδες ανά το κόσμο.

[Mόνο που σήμερα πλέον κάποιοι από τους γόνους των εν λόγω οικογενειών αντιλαμβανόμενοι το αδιέξοδο της ευγονικής ιδέας των Γεναρχών και επειδή δεν πολυγουστάρουν να κυκλοφορούν στο Παρίσι, το Μιλάνο, το Λονδίνο ή το Βερολίνο και τη Μαδρίτη ανάμεσα σε μία ζούγκλα από μπούρκες και πρόθυμους Ισλαμιστές σφαγείς έχουν διαχωρίσει τη θέση τους. Επιμένουν κάποιοι από τους παλαιούς και μια χούφτα CEOs των εταιριών οι οποίο έμπλεοι του ευγονισμού τους επιμένουν να ζουν έγκλειστοι σε τεράστιες φάρμες με την ψευδαίσθηση ότι θα μείνουν αλώβητοι όταν ο κόσμος γύρω τους (και οι γείτονές τους) θα παραδίδονται στις Ισλαμικές-Μουσουλμανικές ορδές των σφαγιαστών την εγκατάσταση των οποίων οι ίδιοι επέβαλαν στον δυτικό κόσμο]

Τα ΜΜΕ και η παγκόσμια σχετική προπαγάνδα ώστε να επιβληθεί το αφήγημα έπαιξαν και εξακολουθούν να παίζουν σημαντικό ρόλο έδω. Έτσι μπορεί κανείς να παρατηρήσει και στη χώρα μας ότι χωμένοι στο θανάσιμο παγκόσμιο κόλπο (παρότι οι εταιρίες τους και οι ίδιοι δεν εξαιρέθησαν του αφανισμού) εγχώριοι επιχειρηματίες σπεύδουν να δείξουν την προθυμία τους. Έτσι όποιο κι εάν είναι το αντικείμενό τους φροντίζουν να επιδεικνύουν την υπακοή τους στην κλιματική αλλαγή και την πράσινη ανάπτυξη.

Τους λες Καλημέρα και απαντάνε Κλιματική Αλλαγή, πράσινη και βιώσιμη ανάπτυξη. Ακόμη και ο τελευταίος βλαχοδήμαρχος ομνύει στη Κλιματική Αλλαγή με το πάθος της Greta ή σπεύδει στο forum των Δελφών να κουνήσει τα χεράκια τους όπως ο διαταραγμένος ευγονιστής Bill Gates o οποίος ούτε πτυχία διαθέτει ούτε γιατρός είναι αλλά αυτό δεν αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για 6 δις πληθυσμού που σπεύδουν να τρομοκρατηθούν, να φορέσουν μάσκες, να εμβολιαστούν επειδή το ζήτησε μια παρέα διαταραγμένων οι οποίοι έχουν τους λόγους τους. Το θανατούλη σου, ανόητε!

Εσύ όμως, είτε ως φυσικό πρόσωπο, είτε σαν επιχειρηματίας αντί να υποψιασθείς ότι κάτι βρωμάει εδώ, ότι αυτή η παγκόσμια εντολή η οποία δεν εδόθη από τον Θεό στο Όρος Σινά, ούτε αναφέρεται σε εδάφιο της Βίβλου ή της Torah, όπως και το γεγονός ότι ο Θεός έπλασε τον Αδάμ και την Εύα και όχι χιλιάδες φύλα οφείλεις εκτιμούμε να είσαι τουλάχιστον υποψιασμένος. Εάν δεν είσαι έχει ήδη τον οδηγό αφανισμού της εταιρίας που είτε κληρονόμησες είτε ίδρυσες και ανέπτυξες. Σε ένα κόσμο που αντιμετωπίζεται ως ιδιοκτησία από μια χούφτα Οικογένειες οι οποίες παρατηρούν το παγκόσμιο χρέος να διογκώνεται και να προκαλεί απώλειες ελέγχου της παγκόσμιας εξουσίας δεν μετράει ή όποια κερδοφορία της επιχείρησής σου-πόσο μάλλον ε’αν είναι καταχρεωμένη. Το ζητούμενο είναι ο θάνατος-ο αποπληθυσμός.

Αυτό δεν θα μπορούσε να διαφανεί πιο ξεκάθαρα απ΄ότι συνέβη στην planδημία. Ποιος ισχυρός Έλληνας επιχειρηματίας απετέλεσε εξαίρεση από την τυραννία, την ατίμωση και τον εμβολιασμό; Ισως να υπήρξαν κάποιοι αλλά δεν τους γνωρίζουμε. Η planδημία ήτο αποκαλυπτικός οδηγός των προθέσεων της παγκόσμιας elite. Το ζητούμενο είναι ο φυσικός αφανισμός σου.

Εάν μάλιστα σε πείσουμε να πεθάνεις εθελοντικά αξιοποιώντας τους ανά το κόσμο υπουργούς Κλιματικής Αλλαγής ώστε να ανάβουν φωτιές με τα drones πυροπροαστασίας-επιτήρησης και τους ανά το κόσμο υπουργούς Αμύνης και πολιτικής Προστασίας να συμμετέχουν από κοινού με τις υπηρεσίες μας σε Επιχειρήσεις Μαύρου Κύκνου όπου με την ευκαιρία δοκιμάζονται και νέα οπλικά συστήματα τόσο το καλύτερο για μας.

Η συνέχεια κάπως έτσι…

Rockefeller> Controlling the Game

Γιατί η πρώτη οικογένεια πετρελαίου θα υποστήριζε τόσο ένθερμα την περιβαλλοντική έρευνα και τον ακτιβισμό για το κλίμα;

Ο συγγραφέας και ερευνητής Jacob Nordangård στο βιβλίο Rockefeller> Controlling the Game αποκαλύπτει όλη την συναρπαστική αλήθεια.

Η οικογένεια Rockefeller είναι μια από τις πλουσιότερες στον κόσμο. Ωστόσο, γιατί η οικογένεια που έκανε τον κόσμο εξαρτημένο από το πετρέλαιο να χρηματοδοτεί την περιβαλλοντική και κλιματική έρευνα από τη δεκαετία του 1950, να βοηθήσει στη διαμόρφωση μέτρων πολιτικής για το κλίμα από τη δεκαετία του 1980 και να υποστηρίξει τον ακτιβισμό για το κλίμα από τη δεκαετία του 1990;

Rockefeller: Controlling the Game είναι η συναρπαστική και παράδοξη ιστορία ενός από τους παγκόσμιους παίκτες με τη μεγαλύτερη επιρροή στον κόσμο. Μέσω της κορυφαίας θέσης τους στις αμερικανικές επιχειρήσεις, των στενών επαφών με τον Λευκό Οίκο και της τεράστιας οικονομικής τους δύναμης ως ενός από τους κορυφαίους χρηματοδότες ιδιωτικής έρευνας στον κόσμο, οι Rockefellers μπόρεσαν να αγκιστρώσουν το ζήτημα του κλίματος τόσο επιστημονικά όσο και πολιτικά. Ωστόσο, ποιο είναι το σκεπτικό πίσω από αυτό;

Ο συγγραφέας και ερευνητής Jacob Nordangård ακολουθεί την οικογένεια από την ίδρυση της Standard Oil και του Ιδρύματος Rockefeller, μέχρι τις συνέπειες της Συμφωνίας του Παρισιού, με τη διακήρυξη της Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης τον Ιανουάριο του 2016, μέχρι σήμερα.

Η εις βάθος έρευνα του Nordangård περιλαμβάνει τις μεγάλες ποσότητες νέου υλικού που διατέθηκε πρόσφατα στο Διαδίκτυο, καθώς και τις ετήσιες εκθέσεις του Ιδρύματος Rockefeller.

Η κύρια εστίαση του Nordangård είναι η συμμετοχή της οικογένειας Rockefeller στην κλιματική έρευνα και πολιτική, αλλά διερευνώνται επίσης οι ενέργειες και τα κίνητρα ορισμένων συμμάχων τους, καθώς και η επιρροή της οικογένειας στην ανάπτυξη της σύγχρονης ιατρικής, του οικογενειακού προγραμματισμού, της γεωργίας, της τέχνης, της αρχιτεκτονικής, της συμπεριφορικής επιστήμη, της τεχνολογίας πληροφοριών και της πολιτικής.

Το ουτοπικό όνειρο της οικογένειας Rockefeller για έναν τέλειο κόσμο θα έχει σοβαρές συνέπειες για την επιβίωση του ανθρώπινου είδους και της ζωής όπως τη ξέρουμε.

Η δεδηλωμένη αποστολή του Ιδρύματος Rockefeller να «προάγει την ευημερία της ανθρωπότητας σε όλο τον κόσμο» έχει μια σκοτεινή όψη, όπως θα αποδείξει ο Nordangård, η μακρόχρονη μάχη της οικογένειας Rockefeller κατά της κλιματικής αλλαγής περιέχει στοιχεία εξελιγμένων τεχνικών προπαγάνδας, φουτουρισμού και New Age φιλοσοφίας, με στόχο τον πλήρη μετασχηματισμό ολόκληρου του γήινου συστήματος, συμπεριλαμβανομένης της οικονομίας, της οικολογίας, του πολιτισμού, ακόμη και της ίδιας της ανθρωπότητας.

The five Rockefeller brothers. Left to right> David, Winthrop, John D Rockefeller III, Nelson and Laurance

Στο μεταξύ έχουν φύγει από τη ζωή τα 5 αδέλφια Rockefellers και μένει να αποδειχθεί εάν οι νεαροί κληρονόμοι τους είναι εξίσου ικανοί να τρέξουν αυτό το μεγαλειώδες project μετανθρωπισμού.

Για την ώρα τη δουλειά της προώθησης της Κλιματικής Αλλαγής έχει αναλάβει κατά κύριο λόγο ο Πρόεδρος του Rockefeller Foundation Dr. Rajiv J. Shah-photo κάτω, ο οποίος προωθεί 24/7 το αφήγημα της κλιματικής κρίσης.

Dr. Rajiv J. Shah

Το ερώτημα είναι εάν οι νεαροί κληρονόμοι της οικογένειας, πολλοί από τους οποίους έσπευσαν να πουλήσουν τις κατοικίες που κληρονόμησαν μετά τον θάνατο του τελευταίου των Rockefellers, του David Rockefeller, έχουν πειστεί για το όραμα του μετανθρωπισμού και κατά πόσο είναι έτοιμοι να το υπερασπιστούν και από την άλλη η ανθρωπότητα κατά πόσο είναι έτοιμη να διεκδικήσει την ελευθερία και την επιβίωσή της.

Δείτε για παράδειγμα την “προφητεία” του Ιδρύματος Rockefeller από το 2010. Ηδη από το 2010 το Rockefeller Foundation σε μία προφητική έκθεση [Eνότητα Lock Step] περιέγραφε το lockdown και την πανδημία COVID του 2019.

Περί αυτού πρόκειται.

Κουρδιστό Πορτοκάλι

Στην αρένα και της κλιματικής αλλαγής (όπως και της planδημίας), οι Rockefellers έχουν πάντα τον πρώτο λόγο.

Το όλο θέμα ήταν ιδέα τους, καθώς πήραν μια ανόητη αλλά ενδιαφέρουσα θεωρία και την ενίσχυσαν με εκατοντάδες των εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων. Ίδρυσαν θεσμούς και συνέδεσαν την επιβίωση αυτών των ιδρυμάτων με την προώθηση της κλιματικής αλλαγής και τη μείωση του πληθυσμού. Και πήραν με το μέρος τους τον έναν πολιτικό μετά τον άλλο.

Από την Elizabeth Nickson*

Οι Rockefellers έχουν δημιουργήσει 990 οργανώσεις ακτιβιστών για την Κλιματική Αλλαγή. Τους δίνουν κατευθύνσεις, τους χρηματοδοτούν και τους εξαπολύουν στον κόσμο.

Το Πράσινο Κίνημα ξεκίνησε, χρηματοδοτήθηκε, οργανώθηκε και στρατιωτικοποιήθηκε από τους Rockefellers. Στα τέλη της δεκαετίας του ’40 όλη η οικογένεια βρισκόταν στην ίδια σελίδα της ιστορίας.

Στη δεκαετία του ’50 άρχισαν να στηρίζουν αμέτρητα ιδρύματα, επιτροπές, πανεπιστημιακά τμήματα, πανεπιστημιακά ιδρύματα και κόμματα που συγκεντρώθηκαν γύρω από αυτή τη μοναδική ιδέα, όπως φαίνεται και στο κείμενο παρακάτω:

Ο άνθρωπος τώρα υποβαθμίζει το περιβάλλον του με τρομακτικό ρυθμό. Οι σωρευτικές επιπτώσεις της τεχνολογίας προόδου, η μαζική εκβιομηχάνιση, η συγκέντρωση στις πόλεις και η αύξηση του πληθυσμού έχουν συνδυαστεί όχι μόνο για να δημιουργήσουν άμεσο κίνδυνο για την ποιότητα της ανθρώπινης ζωής, αλλά ακόμη και απειλές για την ίδια τη ζωή. [Rockefeller Foundation, Ετήσια έκθεση 1969]

Ας κάνουμε μια παύση εδώ και ας παραδεχτούμε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Καναδάς είναι ανεπτυγμένες κατά 5%.

Αν ήταν κατά 50%, τότε ίσως θα είχαμε λόγους να ανησυχούμε για τις επιπτώσεις των αερίων που καταλαμβάνουν μόλις το 0,04% της ατμόσφαιρας, το 3% των οποίων συνεισφέρεται σήμερα από τον άνθρωπο.

Αλλά αν είχαμε αυτό το επίπεδο ανάπτυξης, δηλαδή το 50%, η επιστήμη μας θα είχε λύσει προ πολλού το πρόβλημα. Η αίσθηση της αναλογίας, του μεγέθους και των συνεπειών του ανθρώπων έχει διαστρεβλωθεί και προπαγανδιστεί μέσω εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων που έχουν συγκεκριμένους στόχους.

Και όλα αυτά είναι μια υπερβολικά φλύαρη επιστήμη που δημιουργήθηκε από επιστήμονες που συμβιβάστηκαν, έχοντας τα χρήματα των Rockefeller.

Μέχρι το 1998, η οικογένεια Rockefeller είχε καθαρίσει το πεδίο από κάθε αντίθεση σε αυτή τη μία ιδέα. Οποιοσδήποτε επιστήμονας δεν συμμετείχε στη συγκεκριμένη ατζέντα τέθηκε σε κίνδυνο. Οποιοδήποτε πανεπιστημιακό τμήμα δεν εργαζόταν προς αυτόν, τον ένα τεχνητό στόχο, κινδύνευε να περιθωριοποιηθεί. Επίσης, είχε αρχίσει ήδη η διείσδυση σε κάθε οργανισμό μέσων ενημέρωσης, σε κάθε τμήμα ψυχαγωγίας κάθε μεγάλης εταιρείας. Αυτό, όπως αναφέρεται παρακάτω, θα ήταν ένας στόχος μιας ολόκληρης γενιάς. Για όλους. Αλλιώς, «κατεβείτε από το λεωφορείο».

Αυτό που αποδεικνύεται, αυτό που μπορεί να αποδειχθεί σε ένα δικαστήριο, αντί να αποτελεί απλά μια άποψη, ωστόσο, είναι ότι οι Fabians (η Fabian Society είναι μια βρετανική σοσιαλιστική οργάνωση, σκοπός της οποίας είναι να προωθήσει τις αρχές της σοσιαλδημοκρατίας και του δημοκρατικού σοσιαλισμού μέσω της σταδιακής και μεταρρυθμιστικής προσπάθειας στις δημοκρατίες, παρά με επαναστατική ανατροπή) ξεκίνησαν την ιδέα ενός ολόκληρου, ενιαίου κόσμου, χωρίς κράτη-έθνη.

Είναι επίσης ξεκάθαρο ότι μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Fabians δέθηκαν πάνω στη δεύτερη γενιά των Rockefeller. Ήταν ένα πολύ σημαντικό εύρημα. Αυτό σήμαινε ότι είχαν καταλάβει την Αμερική. Και ήταν και πνευματική κυριαρχία. Είχε σκοπό να αλλάξει την ανθρωπότητα, να σκοτώσει τον Homo Sapiens και να μας γυρίσει στον Homo Universalis.

Ο Νέος Άνθρωπος δεν θα ήταν χριστιανός, θα ήταν ήσυχος και ήρεμος και θα είχε εμμονή με τον εαυτό του. Η οικονομία θα έτεινε προς τη μηδενική ανάπτυξη αν όχι την αποανάπτυξη. Θα έστρεφαν την εκπαίδευση μακριά από την πρακτική επιστήμη, τη μηχανική και την οικοδόμηση πραγμάτων προς τα κοινωνικά κινήματα, τις ανθρωπιστικές επιστήμες, τις τέχνες και την ευχαρίστηση. Και μέσω των χρημάτων και των οργανωτικών δεξιοτήτων του Laurance Rockefeller, κατέστρωσαν και επινόησαν την ιδέα της Κυβερνητικής (η μελέτη ελέγχου και επικοινωνίας στα ζώα και τις μηχανές) η οποία διέπει το Διαδίκτυο.

Ο πρώτος Rockefeller, όπως σχεδόν όλοι γνωρίζουν, ήταν ο John D., κατά γενική ομολογία ένα βαθιά δυσάρεστο άτομο που τον συμβούλεψαν να στραφεί στη φιλανθρωπία σε υπερθετικό βαθμό προκειμένου να σώσει τη φήμη του. Κάτι που πράγματι έκανε, και κατάφερε να παραμερίσει τους όποιους επικριτές και τον Teddy Roosevelt και να χτίσει την αυτοκρατορία του πάνω από τους νικημένους ανταγωνιστές του.

Και μετά, όπως επίσης τον συμβούλεψαν, ξεκίνησε να αγοράζει μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η αυτοκρατορία του Henry Luce των Time και Life έπεσε πρώτη. Από τη δεκαετία του ’60 τα Time και Life καβάλησαν το κύμα του κόσμου των μέσων ενημέρωσης, προσελκύοντας τους καλύτερους, τις αυθεντίες σε κάθε θέμα και ζήτημα. Εκπαιδεύτηκα εκεί και εκπαιδεύτηκα καλά, αλλά όλη η συγγραφή γίνονταν πίσω, στη Νέα Υόρκη, στο κτίριο Time-Life στο Rockefeller Center. Γίνονταν το κατάλληλο μασάζ για να ταιριάζουν όλα στο μήνυμα. Ήθελα να γράφω και έφυγα.

Μέχρι τη δεύτερη γενιά, η οικογένεια είχε βρει τον σκοπό της, το νόημα για όλο τον πλούτο, για την πορεία προς τα εμπρός. Ο John D., σύμφωνα με τον Sir Stephen Wilkinson, ο οποίος τον μελετούσε όλη του τη ζωή, πίστευε στον πυρήνα του ότι ο Θεός τον είχε ευνοήσει με τόσα πολλά πλούτη επειδή ήταν καλός άνθρωπος. Η πίστη του στους Βαπτιστές σε συνδυασμό με τον τεράστιο πλούτο τον έκαναν σύγχρονο ιερέα.

Η οικογένειά του, οι κληρονόμοι του, θα ήταν ένα Βασιλικό Ιερατείο που θα οδηγούσε την ανθρωπότητα σε έναν νέο παράδεισο. Πώς άλλωστε θα μπορούσε διαφορετικά η οικογένεια να μην κυριαρχήσει στους Fabians, με μέλη τους όλα τα αστέρια, τον Bertrand Russell, όλους τους Huxley, τον H.G. Wells, την Emmeline Pankhurst. Ο σοσιαλισμός είναι απίστευτα σαγηνευτικός για την τάξη των διανοουμένων. Τους δίνει το δικαίωμα, όντας τόσο έξυπνοι, να διατάζουν την ανθρωπότητα. Να επιλέγουν το μέλλον για εμάς και όλους τους υπόλοιπους. Πολλοί λίγοι από τους τελευταίους θα μπορούσαν να διατηρούν ένα κατάστημα-γωνία.

Αυτή είναι η πιο γνωστή από τις ιδιοκτησίες τους, αλλά πιστέψτε με, σπίτια των Rockefeller, επαύλεις, ξενώνες, παλάτια πόλεων, παραθαλάσσια κτήματα και δεκάδες δεκάδες εξοχικές κατοικίες κατακλύζουν όλη την Αμερική.

Η αποπλάνηση από τον τεράστιο πλούτο είναι λίγο πολύ ακαταμάχητη. Όλοι πέφτουν από αυτόν. Η τελευταία φορά που ήμουν «στην κοινωνία» ήταν σε έναν γάμο που διοργάνωσαν οι Βοστωνέζοι Cabot –μια οικογένεια τόσο παλιά που έφτασε στον Νέο Κόσμο το 1498. Άλλωστε είναι γνωστό το ρητό, «Οι Στοές μιλούν μόνο στους Cabots και οι Cabots μόνο στον Θεό». Έτσι είναι…

Ο πλούτος τους που επιδείχθηκε εκείνο το Σαββατοκύριακο ήταν σαν να έμπαινες στον παράδεισο, ήταν όλα τόσο όμορφα, τόσο τέλεια σε κάθε λεπτομέρεια. Ήταν ένα καταπράσινο συναίσθημα βύθισης, εντελώς σαγηνευτικό για το εγώ. Οποιοσδήποτε Clinton, Gore, Obama, Kerry, Bush, οποιοσδήποτε φτωχός επιστήμονας, οποιοσδήποτε φιλόδοξος διοικητικός υπάλληλος πανεπιστημίου, κάθε χορηγός, κάθε περιθωριοποιημένος στρατιωτικός, θα έπεφτε στα πόδια τους σαν μια φιλόδοξη 20χρονη αντιμέτωπη με τον πρώτο της δισεκατομμυριούχο. Πάρε με, είμαι δική σου.

Οι Cabots σε πλήρη ανάπτυξη

Και αυτό έγινε. Έτσι το έκαναν, προσκαλώντας πιθανούς υπηρέτες τους στα σπίτια και στα κυνηγετικά τους καταφύγια, δωρίζοντας κτίρια, αγοράζοντας τη γη για τον ΟΗΕ, χρηματοδοτώντας οργανισμούς, κάνοντας ελκυστική τη ματαιοδοξία και την απληστία και πάνω απ’ όλα, απευθυνόμενοι στην απελπισμένη ανάγκη του ανθρώπου να του δίνουν σημασία. Δημιούργησαν μια υπερ-τάξη αδέσμευτη στην πραγματικότητα και εξ ολοκλήρου 100% καταστροφική για την ανθρώπινη ζωή. Ήταν κάτι το συστηματικό, ένα σκληρό, ασταμάτητο, λεπτομερές σχέδιο διακοσίων ετών. Κάθε γενιά θα έπρεπε να συνεισφέρει σε αυτό.

Ξεκίνησε με την ανάγκη αισθητής μείωσης του πληθυσμού και μετατροπής του ανθρώπου σε κάτι άλλο. Το άγχος, ο περιβαλλοντισμός, ο νεομαλθουσιανισμός. Η «σωτηρία του πλανήτη» ήταν το κίνητρο για καθεμία από τις επακόλουθες ενέργειες.

Εάν αποδεχτήκατε τη χρηματοδότηση των Rockefeller, ήσασταν πιστός στη γραμμή: Υπήρχαν πάρα πολλοί άνθρωποι στον πλανήτη, η φέρουσα ικανότητα της γης είχε ήδη χαθεί, ο πλανήτης πέθαινε, χρειαζόμαστε μια νέα μορφή ανθρώπου. Όλες αυτές οι ιδέες βγήκαν από το στάβλο των Fabian και έκαναν μετάσταση μέσα από την κουλτούρα σαν το πιο νόστιμο δηλητήριο. Κάθε διανοούμενος, όλα τα πανεπιστήμια άρχισαν να προωθούν αυτήν την ιδέα. Ήταν μεθυστικό, συναρπαστικό. Ήταν γιορτή για τον Άνθρωπο, όχι για κάποια απρόσωπη μακρινή Θεότητα. Οι Fabians μισούσαν τον Χριστιανισμό και ήθελαν, πάνω από όλα, να τον αντικαταστήσουν. Αλλά πρώτα, έπρεπε να διοικούν κάθε θεσμό της κοινωνίας των πολιτών.

Ακολουθεί μια μερική λίστα των θεσμών με τους οποίους η οικογένεια Rockefeller έχτισε τον σύγχρονο κόσμο, σε κάθε πτυχή του πολιτισμού. Ήταν κάτι το αριστοτεχνικό. Οι αρχαίοι βασιλιάδες και οι αυτοκράτορες θα το είχαν θαυμάσει:

Το 1920, ο John D. συνίδρυσε την Κοινωνία των Εθνών. Ήταν ο κύριος δωρητής. Ο οργανισμός απέτυχε επειδή οι ΗΠΑ αρνήθηκαν να υπογράψουν. Η οικογένεια άρχισε να διεκδικεί αξιώματα, προκειμένου να χειραγωγεί παρασκηνιακά μοχλούς εξουσίας. Σήμερα, υπάρχει σχεδόν πάντα ένας Rockefeller στην εξουσία σε κάθε επίπεδο διακυβέρνησης.

Το 1921 ίδρυσαν το Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων (CFR). Ο David έχτισε και δώρισε τα κεντρικά γραφεία του Συμβουλίου. Το CFR είναι στενά συνδεδεμένο με το Βασιλικό Ινστιτούτο Διεθνών Υποθέσεων (RIIA) στο Λονδίνο, το Chatham House, το οποίο συνδέεται στενά με τη Βρετανική Στρογγυλή Τράπεζα και τους Fabians. Όταν γίνεται λόγος για τη θεωρία των 13 οικογενειών, η Στρογγυλή Τράπεζα και η RIIA καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος.

Το 1944, συνίδρυσαν την Παγκόσμια Τράπεζα, τα ιδανικά και ο σκοπός της οποίας επινοήθηκε από την Επιτροπή Μελετών Πολέμου και Ειρήνης του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων.

Το 1945, συνίδρυσαν τα Ηνωμένα Έθνη, μαζί με το CFR και το RIIA. Ο David Rockefeller έγραψε το προοίμιο του Χάρτη του ΟΗΕ. Ο John D. Jr αγόρασε τα 68 στρέμματα για το κτίριο του ΟΗΕ. Ο Nelson επέλεξε τον αρχιτέκτονα Philip Johnson, εισάγοντας έτσι το Διεθνές Στυλ. Η οικογένεια χρηματοδότησε το κτίριο του ΟΗΕ.

Το 1948, ήρθε η δήλωση του σκοπού τους:

Εάν ο σκοπός της παγκόσμιας διακυβέρνησης θέλει να θριαμβεύσει, θα χρειαστεί κάτι περισσότερο από τη συμπαθητική υποστήριξη της πλειοψηφίας. Οι άνθρωποι πρέπει να αισθάνονται ότι η δική τους ασφάλεια, ελευθερία και ευημερία, ναι, η δική τους επιβίωση, εξαρτώνται από τη δημιουργία στην εποχή μας, ενός παγκόσμιου κράτους δικαίου. Πρέπει να πιστέψουν ότι η ίδρυση μιας Παγκόσμιας Κυβέρνησης είναι πιο επείγουσα από τη διατήρηση υψηλών εγχώριων προτύπων, όπως και η πλήρη στρατιωτική ετοιμότητα.
–Ατομικός φυσικός, Edwin Rabinowitch, πελάτης/υπηρέτης των Rockefeller, 1948

Το 1948, σε συνεργασία με τον Julian Huxley, τον «Mr. Population», ηγετικό μέλος της British Eugenics Society και της British Humanist Society, σχημάτισαν τη Διεθνή Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης (IUCN). Δηλωμένος στόχος: Καλύτερη κατανομή του παγκόσμιου πληθυσμού (που βρίσκεται πίσω από τη μεταναστευτική κρίση) και έλεγχος της γονιμότητας. Η IUCN έχει εκκαθαρίσει συστηματικά δεκάδες εκατομμύρια παραδοσιακούς και αυτόχθονες πληθυσμούς από τα εδάφη τους στην Αφρική και την Ανατολή.

Το 1948 ίδρυσαν το Ίδρυμα Διατήρησης. Το 1953, το χρηματοδότησαν με 53 εκατομμύρια δολάρια, που ισοδυναμεί με σημερινά 650 εκατομμύρια δολάρια.

Το 1954, ίδρυσαν, με τον Bernhard της Ολλανδίας την ομάδα Bilderberg.

Το 1955, συνίδρυσαν το Διεθνές Μετρολογικό Ινστιτούτο (IMI).

Το 1959, η πρώτη δημοσίευση του Ινστιτούτου Rockefeller Press περιλάμβανε μια ενότητα με θέμα «Αλλαγές στην περιεκτικότητα σε διοξείδιο του άνθρακα της ατμόσφαιρας και της θάλασσας λόγω της καύσης ορυκτών καυσίμων».

Στον Laurance Rockefeller είχε ανατεθεί ο πνευματικός βραχίονας της επιχείρησης. Ξεκινώντας από τα τέλη της δεκαετίας του ’40. Ο Laurance ίδρυσε πενήντα περιβαλλοντικές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένων της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Άγριας Ζωής, του Παγκόσμιου Ιδρύματος Πόρων, της IUCN και της UNESCO. Ο Laurence βρίσκεται πίσω από το Esalen and Lindesfarne Association και είναι υπεύθυνος για τη δημιουργία του όρου «New Age».

Ίδρυσε και χρηματοδότησε το Ταμείο για την Προώθηση του Ανθρώπινου Πνεύματος, το Ίδρυμα για τη Συνειδητή Εξέλιξη, το Ίδρυμα Διατήρησης. Ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου του National Resources Defense Council, της National Geographic Society, της Woods Hole Geographic Society, του Resources for the Future και του ιδρύματος Sloan. Ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Ταμείου Περιβαλλοντικής Άμυνας και του WWF. Συνίδρυσε το Rockefeller Brothers Fund και διετέλεσε πρόεδρος του από το 1958-1979.

Ο Laurance Rockefeller ίδρυσε την Cybernetics ως επιστημονικό κλάδο, χρηματοδοτώντας τη μελέτη της.

Αυτός ο άνθρωπος δημιούργησε το «New Age», τον φόβο για το κλίμα και τον τρόμο της Έκτης Μεγάλης Εξάλειψης (Sixth Great Extinction)

Ο ίδιος στάθηκε δυνατά στα πόδια του και χρηματοδότησε τους περισσότερους γκουρού της Νέας Εποχής («New Age») που ακολουθούνται σήμερα από δεκάδες εκατομμύρια, αν όχι εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους.

Η Νέα Εποχή λέει «Μείνετε μακριά από το πεδίο της μάχης, μην ανησυχείτε για τον γείτονά σας, την οικογένειά σας, την πόλη σας, τη χώρα σας. Να ανησυχείτε για την προσωπική σας πνευματική εξέλιξη, την ανοχή και τη συγχώρεση σας. Εργαστείτε πάνω στον εαυτό σας. Κάντε τη “σκιώδη δουλειά” σας, είστε τα πάντα, όλα είναι μια αντανάκλαση του εαυτού σας».

Επίσης, χρηματοδότησε το Κίνημα Αποκάλυψης, το οποίο ισχυρίζεται ότι οι εξωγήινοι περπατούν ανάμεσά μας και ότι η τεχνολογία τους, που απελευθερώθηκε από τα Ναυτικά Ερευνητικά Εργαστήρια (άλλη εφεύρεση των Rockefeller) θα σώσει την ανθρωπότητα. Ήταν ένα άγριο, καταστροφικό «καρύδι».

Στη συνέχεια, η οικογένεια ίδρυσε, χρηματοδότησε και οργάνωσε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τον ΟΠΕΚ και το Αναπτυξιακό Πρόγραμμα του ΟΗΕ.

Το 1973 ίδρυσαν την Τριμερή Επιτροπή.

Τα σχέδια για το Ινστιτούτο Προηγμένων Σπουδών του Princeton είχαν εκπονηθεί από τον Tom Jones από το Βρετανικό Στρογγυλό Τραπέζι (British Round Table), και προοριζόταν ως η αμερικανική εκδοχή του All Souls της Οξφόρδης, το οποίο είναι κυρίως ένα ακαδημαϊκό ερευνητικό ίδρυμα που εξιδεικεύεται στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές και θεωρητικές επιστήμες. Οι Rockefellers συμμετείχαν στενά μέσω της χρηματοδότησης του Ινστιτούτου και της χρηματοδότησης όλων των επικεφαλής του και ιδιαίτερα των σημαντικών επιστημόνων, παρέχοντας επιχορηγήσεις για το έργο τους.

Εδώ αναπτύχθηκε και η επιστήμη της κλιματικής πρόβλεψης χρησιμοποιώντας μοντελοποίηση του κλίματος κατά τη δεκαετία του 1950. Αρχικά θεωρήθηκε ότι η γεω-μηχανική θα ήταν η κύρια μέθοδος που θα χρησιμοποιούνταν, αντί η μέθοδος μέσω της μείωσης των εκπομπών αερίου.

Ήταν φρικιά των μαθηματικών, ένα από τα οποία δημιούργησε την παρακάτω βολική προφητεία:

Έχοντας ήδη πλημμυρίσει τον κόσμο με το φόβο για το κλίμα, η οικογένεια έστρεψε την προσοχή της στην τέχνη και την αρχιτεκτονική. Το σπάσιμο της αρχιτεκτονικής παράδοσης ήταν σκόπιμο. Η μοντέρνα αρχιτεκτονική, το Διεθνές Στυλ δημιουργήθηκε με σκοπό να διαταράξει και να κάνει ανήσυχο τον Homo Sapiens.

«Το διεθνές στυλ ταίριαζε στις διεθνιστικές φιλοδοξίες των αδελφών Rockefellers σαν γάντι. Ενέπνευσε επίσης ριζικά νέους νόμους για τη χωροθέτηση και μοντέλα πολεοδομικού σχεδιασμού, που οδήγησαν όχι μόνο σε έναν ορθογώνιο ορίζοντα ορθογώνιων πολυώροφων λωρίδων, αλλά σε εκτεταμένη εξάπλωση και εξάρτηση από τα αυτοκίνητα –που ήταν επίσης εξαιρετικά κερδοφόρα για τις βιομηχανίες πετρελαίου και αυτοκινήτων». (Nordangard)

Μόνο στη Νέα Υόρκη, συνέβαλαν αποφασιστικά στη δημιουργία των ακόλουθων κτιρίων, όλων χτισμένων για να είναι σκόπιμα «ανησυχητικά», εσκεμμένα «καταστροφικά». Ο μοντερνισμός έσβησε σκόπιμα το παρελθόν. Είχε σκοπό να κάνει τον άνθρωπο που περπατά από και μέσα από αυτά τα κτίρια, να αισθάνεται τον εαυτό του ως βάση, ασήμαντο, υποταγμένο και υποκείμενο.

Μερικά από τα κτίρια που χρηματοδοτήθηκαν από τους Rockefeller:

Πανεπιστήμιο Rockefeller

Η έδρα του ΟΗΕ

Κέντρο Καρκίνου Memorial Sloan Kettering

Riverside Church

The Cloisters

Lincoln Center of the Performing Arts

Empire State Plaza στο Albany

One Chase Manhattan Plaza

Το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου

Ο Kissinger, τότε καθηγητής στο Harvard, ήταν ένα από τα πιο πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία της οικογένειας. Πίστευε ότι «θα χρειαζόταν μια νέα πολιτική αρχιτεκτονική, η οποία θα μπορούσε να προσφέρει μακροπρόθεσμη διακυβέρνηση». Έγινε μέρος του «φορητού έμπιστου εγκεφάλου» του Nelson, του ταμείου των αδερφών Rockefellers, του Special Studies Project. Το SSP εργάστηκε από το 1956 έως το 1961 για να χτίσει αυτή τη νέα πολιτική αρχιτεκτονική:

Συνίδρυσαν το Ωκεανογραφικό Ινστιτούτο Woods Hole.

Συνίδρυσαν το Ινστιτούτο Ωκεανογραφίας Scripps.

Συνίδρυσαν την Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας, το Γραφείο Ναυτικών Ερευνών και το Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών ενώ ο Nelson Rockefeller ήταν στην εξουσία.

Αυτή είναι μόνο μια μικρή λίστα. Κάθε ένας από αυτούς τους θεσμούς είναι νεομαλθουσιανοί, προσηλωμένοι σε έναν κόσμο με λιγότερους ανθρώπους και μας μεταφέρουν από τη γη σε γιγάντια συλό, ελεγχόμενα, μετρημένα και νομισματοποιημένα.

Το 1989, απεικονίζοντας την εμβέλεια της οικογένειας στο εξωτερικό, η Διακήρυξη της Χάγης (με 24 υπογράφοντες) ζήτησε τη δημιουργία μιας νέας διεθνούς θεσμικής αρχής που θα μπορούσε να διατηρήσει την ατμόσφαιρα της Γης και να καταπολεμήσει την υπερθέρμανση του πλανήτη.

Στη συνέχεια, την ίδια χρονιά, το 1989, το Rockefeller Brothers Fund υπό την ηγεσία του David Rockefeller και του Henry Kissinger ίδρυσε την Ομάδα των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) και τη χρηματοδότησε με σχεδόν απεριόριστους πόρους.

Στα παραρτήματα του βιβλίου του Norgangard, απαριθμούνται όλα τα ιδρύματα που ίδρυσε η οικογένεια. Χαζεύοντάς τα, βρέθηκα να πηδάω από την καρέκλα του γραφείου μου και να φωνάζω στο κενό. Ο σκύλος εξαφανίστηκε, η γάτα κρύφτηκε. Είναι εξοργιστικό –χρησιμοποίησαν τη δύναμή τους για να διαφθείρουν κάθε ίδρυμα που θα εξυπηρετούσε το τελικό τους παιχνίδι. Εδώ είναι μια σελίδα.

Το 2012, το Ταμείο του ΟΗΕ για το Κλίμα ανακοίνωσε την καθιέρωση του μοντέλου για τις πόλεις του μέλλοντος, έξω από τη Σεούλ της Κορέας, το Songdo. Το Songdo απέτυχε. Κανείς δεν θέλει να ζήσει εκεί. Όσοι το επισκέπτονται περιγράφουν το μέρος ως άψυχο, χωρίς κόσμο, χωρίς ζωντανή ζωή. Για τη δημιουργία του δαπανήθηκαν δισεκατομμύρια.

Ο Nordangard περιγράφει:

«Η ροή της κυκλοφορίας και η συμπεριφορά των πολιτών παρακολουθούνται σε πραγματικό χρόνο μέσω πεντακοσίων καμερών παρακολούθησης. Τα οικιακά απορρίμματα μεταφέρονται αυτόματα μέσω συστήματος πεπιεσμένου αέρα κάτω από την πόλη και μετατρέπονται σε ενέργεια. Όλα τα διαμερίσματα διαθέτουν έξυπνες κλειδαριές, με έξυπνες κάρτες που μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για δανεικά ποδήλατα, πάρκινγκ, μετρό και εισιτήρια κινηματογράφου.

Όλα τα διαμερίσματα διαθέτουν έξυπνους μετρητές (που επιτρέπουν στους κατοίκους να συγκρίνουν την κατανάλωση ενέργειας με αυτή των γειτόνων τους) και ενσωματωμένες κάμερες παντού. Οι αισθητήρες δαπέδου ανιχνεύουν αλλαγές πίεσης και ειδοποιούν αυτόματα μια υπηρεσία συναγερμού για πιθανή πτώση. Δοκιμάζονται συστήματα όπου οι κάτοικοι μπορούν να λάβουν μαθήματα γλώσσας μέσω της οθόνης της τηλεόρασης ή να επικοινωνήσουν με τον γιατρό τους καθώς και με γείτονες και συγγενείς, καθώς και βραχιόλια για τον εντοπισμό των παιδιών μέσω GPS.

Με άλλα λόγια, ένα φουτουριστικό όνειρο κατευθείαν από το όραμα της World Future Society της δεκαετίας του 1970 —ή του 1984 του Orwell. Και αυτή είναι η Νότια Κορέα.

Το πόσο επιτυχημένο, φιλικό προς το περιβάλλον και χωρίς αποκλεισμούς αποδείχτηκε πραγματικά η Songdo, μια έξυπνη πόλη, είναι αμφισβητήσιμο. Κατασκευάστηκε κυρίως για μια εύπορη μεσαία τάξη που αναμένεται να είναι σε θέση να αντέξει οικονομικά τα υψηλότερα κριτήρια και τη νέα τεχνολογία. Η ηλεκτρική ενέργεια προέρχεται από σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα και τα κτίρια είναι πλήρως με τζάμια με παράθυρα που δεν ανοίγουν, κάτι που απαιτεί κλιματισμό όλο το χρόνο.

Επίσης, το σύστημα πεπιεσμένου αέρα για τη διάθεση απορριμμάτων δεν λειτουργεί πάντα σωστά. Από τον Μάρτιο του 2018 δεν υπήρχε ακόμα πολιτιστική ζωή, δεν υπήρχαν πλανόδιοι πωλητές ή ηλικιωμένοι, τα μέσα μαζικής μεταφοράς, τα συστήματα μεταφορών ήταν άδεια και τα τρία τέταρτα των σπιτιών ήταν άδεια.

Το κακό έχει ανθρώπινο πρόσωπο, αλλά παρά τα δισεκατομμύρια που πετάγονται στους ανθρώπους της γης, όλο και λιγότεροι τα απολαμβάνουμε. Αυτή η τελευταία ανάρτηση στο Facebook-υστερία-ο ουρανός-πέφτει από το Κέντρο Κλιματικής Αλλαγής της NASA, έλαβε 5.600 αντιδράσεις. 5.300, συμπεριλαμβανομένων των δικών μου, ήταν emoji με γέλια. Και το κορυφαίο σχόλιο αναφέρθηκε από τον Torecelli, και το οποίο αντικρούει κάθε μεμονωμένη θεωρία της κυβερνητικής προπαγανδιστικής μηχανής. Το Facebook, θυμηθείτε, είναι ελεγχόμενος λόγος και παρόλα αυτά, ο κόσμος το αγαπά.

* Η Elizabeth Nickson ξεκίνησε κάνοντας ρεπορτάζ για το TIME, έγινε European Bureau Chief του LIFE και έχει γράψει για τα Harper’s, The Guardian, Observer, Independent, Telegraph, Sunday Times, Globe and Mail, Bloomsbury, Knopf και Harper Collins US.

Η Καναδή δημοσιογράφος Elizabeth Nikson σκάβει βαθιά στο επικό βιβλίο του Jacob Nordangard, Rockefeller: Controlling the Game. Κάθε επικίνδυνος οργανισμός στην Αμερική έχει ιδρυθεί ή χρηματοδοτηθεί από χρήματα των Rockefeller. Το 1973, με την ίδρυση της Τριμερούς Επιτροπής, το σχέδιό τους ξεκίνησε να ξετυλίγεται με σκοπό να κατακτηθούν όλοι οι πόροι του κόσμου.

Ο θρύλος των Rockefeller ξεκίνησε με το “Devil Bill”. Όπως έγραψα στο Technocracy: The Hard Road to World Order, ο Dr. William Levingston ήταν στην πραγματικότητα ένας πλανόδιος πωλητής με ψεύτικο όνομα που δημιούργησε ένα παρασκεύασμα από λάδι και καθαρτικό και το χαρακτήρισε ως θεραπεία για τον καρκίνο. Δεδομένου ότι ο καρκίνος ήταν μια τρομακτική και συνήθως θανατηφόρα ασθένεια, οι άνθρωποι αγόραζαν και δοκίμαζαν κυριολεκτικά οτιδήποτε για θεραπεία.

Εξηγούσε ο ίδιος ότι αν η θαυματουργή του θεραπεία ήταν αρκετά ισχυρή για να νικήσει τον καρκίνο, τότε σίγουρα θα φρόντιζε και για πολλές άλλες ασθένειες! Όταν ο William ερχόταν σε μια νέα πόλη, μάγευε και ξεγελούσε τους ανθρώπους να αγοράζουν τη «θαυματουργή του θεραπεία». Μόλις κάποιος αμφισβητούσε την ψεύτικη αποτελεσματικότητα της, έφευγε από την περιοχή πολύ πιο γρήγορα από ό,τι είχε αρχικά φτάσει. Ο William ήταν πράγματι απατεώνας, αλλά πάντα κατάφερνε να γλιτώσει τη σύλληψη ή το λιντσάρισμα. Πέθανε το 1906 σε μεγάλη ηλικία, 95 ετών. Νωρίτερα στη ζωή του, φέρεται να καυχιόταν: «Απατάω τα αγόρια μου και το δείχνω με κάθε ευκαιρία που έχω. Θέλω να τα κάνω πιο έξυπνα».

Ωστόσο, το όνομα του Levingston ήταν πράγματι ψεύτικο. Το πραγματικό του ήταν William Avery Rockefeller, Sr. και ένας από αυτά τα «ξυράφια» γιους ήταν ο John D. Rockefeller, ο οποίος σύντομα θα γινόταν ο πλουσιότερος άνθρωπος στην Αμερική και παππούς του David A. Rockefeller, ιδρυτή της Τριμερούς Επιτροπής το 1973.

Ολόκληρη η απάτη που διαπράττεται από τα Ηνωμένα Έθνη, με τις βαθιές ρίζες της στην οικογένεια Rockefeller και με το σύγχρονο πρόσωπο της την Τριμερή Επιτροπή και την Τεχνοκρατία, μυρίζει από την κληρονομιά του φιδιού των Rockefeller που χρονολογείται από τη βάση του γενεαλογικού τους δέντρου το 1800.

Η δομή της σημερινής απατεωνιάς είναι η ίδια, ακόμη κι αν η κλίμακα της είναι πολύ μεγαλύτερη: Η ουτοπία είναι δική σας αν απλώς παρατήσετε τον έλεγχο όλης της παραγωγής και της κατανάλωσης σας, δηλαδή ολόκληρης της οικονομίας του κόσμου! Δυστυχώς, οι άνθρωποι είναι εξίσου ευκολόπιστοι σήμερα όπως ήταν τότε.
– TN Editor

> elizabethnickson.substack.com

> TECHNOCRACY.NEWS

Σεπτέμβριος 2025

Ένα Βιβλίο Πιο Καθηλωτικό από το 1984 του George Orwell γιατί συμβαίνει τώρα.

Συμβαίνει τώρα, στη πραγματική ζωή εκεί έξω, καθώς ένας ακόμη νεκρός, ο Charlie Kirk, 31 έρχεται να προτεθεί στη Μεγάλη Μαύρη Λίστα της Παγκοσμιοποίησης.

Πίστεψες ότι είσαι συστημικός; Μόνο που το Παγκόσμιο Σύστημα αποτελεί ιδιοκτησία και τα όριά της Προκρούστεια.

[Θα υποταχθείς! Εσύ, η Οικογένειά σου, οι Επιχειρήσεις σου, ακόμη και η Σκέψη σου]

Ο Σουηδός συγγραφέας και ερευνητής Jacob Nordangård στην πραγματικότητα αυτό που κάνει είναι να σε φέρει αντιμέτωπο με τις αποδείξεις για τον ΤΕΛΕΙΟ Βig Brother μέσα στον οποίο σπαταλάς τη ζωή που σου εδόθη.

Μια ζωή που κάποιοι άλλοι την ελέγχουν, στην απόλυτη λεπτομέρειά της, όπως αποδείχθηκε περίτρανα στη διάρκεια της Παγκόσμιας Στρατιωτικής Επιχείρησης COVID-19.

Το Μεγάλο Ερώτημα που σε αφορά και θα κληθείς-μάλλον σύντομα- να απαντήσεις είναι>

-Πόση Αλήθεια Αντέχεις;

Rockefeller>Eλέγχοντας το Παιχνίδι

Γιατί η Πρώτη Οικογένεια Πετρελαίου θα υποστήριζε τόσο θερμά την Περιβαλλοντική Έρευνα και τον Ακτιβισμό για το Κλίμα;

Η οικογένεια Rockefeller είναι μια από τις πλουσιότερες στον κόσμο. Ωστόσο, γιατί η οικογένεια που έκανε τον κόσμο εξαρτημένο από το πετρέλαιο χρηματοδοτεί την περιβαλλοντική και κλιματική έρευνα από τη δεκαετία του 1950, βοηθά στη διαμόρφωση μέτρων πολιτικής για το κλίμα από τη δεκαετία του 1980 και υποστηρίζει τον ακτιβισμό για το κλίμα από τη δεκαετία του 1990;

Το Rockefeller: Ελέγχοντας το παιγνίδι είναι η συναρπαστική και παράδοξη ιστορία ενός από τους πιο σημαντικούς παγκόσμιους παίκτες στον κόσμο. Μέσω της κορυφαίας θέσης τους στις αμερικανικές επιχειρήσεις, των στενών επαφών με τον Λευκό Οίκο και με την τεράστια οικονομική τους ισχύ ως ένας από τους κορυφαίους χρηματοδότες ιδιωτικής έρευνας στον κόσμο, οι Rockefeller μπόρεσαν να καθιερώσουν το ζήτημα του κλίματος τόσο επιστημονικά όσο και πολιτικά. Ωστόσο, ποιο είναι το σκεπτικό πίσω από αυτό;

Ο συγγραφέας και ερευνητής Jacob Nordangård ακολουθεί την οικογένεια από την ίδρυση της Standard Oil και του Ιδρύματος Rockefeller, τις συνέπειες της Συμφωνίας του Παρισιού, τη διακήρυξη της Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης τον Ιανουάριο του 2016, μέχρι σήμερα.

Η σε βάθος έρευνα του Nordangård περιλαμβάνει τις μεγάλες ποσότητες νέου υλικού που διατέθηκαν πρόσφατα στο Διαδίκτυο, καθώς και τις ετήσιες εκθέσεις του Ιδρύματος Rockefeller.

Η κύρια εστίαση του Nordangård είναι η συμμετοχή της οικογένειας Rockefeller στην κλιματική έρευνα και πολιτική, αλλά διερευνώνται επίσης οι ενέργειες και τα κίνητρα ορισμένων συμμάχων τους, καθώς και η επιρροή της οικογένειας στην ανάπτυξη της σύγχρονης ιατρικής, του οικογενειακού προγραμματισμού, της γεωργίας, της τέχνης, της αρχιτεκτονικής, της επιστήμης συμπεριφοράς, της τεχνολογίας πληροφοριών και της πολιτικής.


Το ουτοπικό όνειρο της οικογένειας Rockefeller για έναν τέλειο κόσμο θα έχει σοβαρές συνέπειες για την επιβίωση του ανθρώπινου είδους και της ζωής όπως την ξέρουμε.

Η δηλωμένη αποστολή του Ιδρύματος Rockefeller να «προάγει την ευημερία της ανθρωπότητας σε όλο τον κόσμο» έχει μια σκοτεινή όψη και η μακρόχρονη μάχη της οικογένειας Rockefeller κατά της κλιματικής αλλαγής περιέχει στοιχεία εξελιγμένων τεχνικών προπαγάνδας, φουτουρισμού και φιλοσοφίας της Νέας Εποχής, με στόχο τον πλήρη μετασχηματισμό ολόκληρου του γήινου συστήματος, συμπεριλαμβανομένης της οικονομίας, της οικολογίας, του πολιτισμού, ακόμη και της ίδιας της ανθρωπότητας.

Ο JACOB NORDANGÅRD είναι Σουηδός συγγραφέας και ερευνητής με διδακτορικό στις Επιστημονικές και Τεχνολογικές Σπουδές. Έχει γράψει έξι βιβλία για τις ιστορικές ρίζες και την εξέλιξη του παγκόσμιου συστήματος διαχείρισης που έχει εκδηλωθεί τα τελευταία χρόνια. Είναι ο ιδρυτής των Stiftelsen Pharos και Pharos Media Productions. Είναι επίσης ο front man του heavy metal συγκροτήματος Wardenclyffe.

«Αποκαλύπτει τις εσωτερικές λειτουργίες της οικογένειας Rockefeller … την κινητήρια δύναμη πίσω από κάθε πτυχή της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης.» — PATRICK WOOD

«Η έρευνα του Jacob για τον αντίκτυπο της φιλανθρωπίας των Rockefeller στη δημόσια πολιτική είναι η καλύτερη που έχω δει σε μια μακρά καριέρα χαρακτηρισμού της ελίτ εξουσίας με πραγματικούς όρους, όχι με όρους θεωρίας συνωμοσίας». — RON ARNOLD, πρώην εκτελεστικός αντιπρόεδρος του Center for the Defense of Free Enterprise

«Αυτό το βιβλίο παρέχει στέρεες αποδείξεις για τον μηχανισμό του κεντρικού ελέγχου, συμπεριλαμβανομένης της μετατροπής των περιβαλλοντικών ανησυχιών σε όπλο με σκοπό την υποστήριξη, μέσω του ελέγχου της ενέργειας και του άνθρακα, του καρτέλ των κεντρικών τραπεζών που τα συμφέροντα και το συνδικάτο των Rockefeller χρησιμοποίησαν για να κυριαρχήσουν στην Αμερική». — CATHERINE AUSTIN FITTS, πρόεδρος της Solari Inc. και εκδότρια της Έκθεσης Solari

>

WHY WOULD THE FIRST FAMILY OF OIL SO ARDENTLY SUPPORT ENVIRONMENTAL CLIMATE RESEARCH AND ACTIVISM?

The Rockefeller family is one of the richest in the world. Yet, why would the family that made the world dependent on oil fund environmental and climate research since the 1950s, help shape climate policy measures since the 1980s, and support climate activism since the 1990s?
Rockefeller: Controlling the Game is the thrilling and paradoxical story of one of the world’s more influential global players. Through its top position in American business, close contacts with the White House, and with immense financial power as one of the world’s leading private research funders, the Rockefellers have been able to anchor the climate issue both scientifically and politically. Yet what is the reasoning behind doing so?
Author and researcher Jacob Nordangard follows the family from the founding of Standard Oil and the Rockefeller Foundation, up through the aftermath of the Paris Agreement, with the declaration of the Fourth Industrial Revolution in January 2016, to the present day. Nordangard’s in depth research includes the large quantities of new material recently made available online, as well as the Rockefeller Foundation’s own annual reports. Nordangard’s main focus is the Rockefeller family’s involvement in climate research and politics, but the actions and motives of some of their allies are also explored, as well as the family’s influence on the development of modern medicine, family planning, agriculture, art, architecture, behavioral science, information technology, and politics.
The Rockefeller family’s utopian dream of a perfect world will have serious consequences for the survival of the human species and life as we know it. The Rockefeller Foindation’s stated mission to “promote the well-being of humanity throughout the world” has a dark flipside, and the Rockefeller family’s long-standing battle against climate change contains elements of sophisticated propaganda techniques, futurism, and New Age philosophy, aiming at a complete transformation of the whole earth system, including economy, ecology, culture, and even humanity itself.
JACOB NORDANGARD is a Swedish author and researcher with a PhD in Science and Technology Studies. He has written six books about the historical roots and development of the global management system that has manifested itself in recent years. He is the founder of Stiftelsen Pharos and Pharos Media Productions. He is also the front man of the heavy metal band Wardenclyffe.

“Exposes the inner workings of the Rockefeller family … the driving force behind every aspect of modern globalization” — PATRICK WOOD

“Jacob’s research into the impact of Rockefeller philanthropy on public policy is the best I have seen in a long career of profiling the power elite in factual terms, not in conspiracy theory terms.” — RON ARNOLD, former executive vice president of the Center for the Defense of Free Enterprise

“This book provides solid evidence of the engineering of central control, including the weaponization of environmental concerns to undergird, through the control of energy and carbon, the central banking cartel that the Rockefeller interests and syndicate have used to dominate America.” — CATHERINE AUSTIN FITTS, president of Solari Inc. and publisher of the Solari Report

>

Μishnahbooks

Τhe New Yorker> The Ludlow Massacre Still Matters

On April 20, 1914, members of the Colorado National Guard opened fire on a group of armed coal miners and set fire to a makeshift settlement in Ludlow, Colorado, where more than a thousand striking workers and their families were camped out. Today, the Ludlow massacre, which Caleb Crain wrote about in The New Yorker in 2009, remains one of the bloodiest episodes in the history of American industrial enterprise; at least sixty-six men, women, and children were killed in the attack and the days of rioting that followed, according to most historical accounts. Although it is less well-remembered today than other dark episodes in American labor history, such as the Triangle Shirtwaist Factory fire that claimed a hundred and forty-six lives, the Ludlow massacre—which Wallace Stegner once called “one of the bleakest and blackest episodes of American labor history”—changed the nation’s attitude toward labor and capital for the next several decades. Its memory continues to reverberate in contemporary political discourse.

In the summer of 1913, United Mine Workers began to organize the eleven thousand coal miners employed by the Rockefeller-owned Colorado Fuel & Iron Company. Most of the workers were first-generation immigrants from Italy, Greece, and Serbia; many had been hired, a decade prior, to replace workers who had gone on strike. In August, the union extended invitations to company representatives to meet about their grievances—including low pay, long and unregulated hours, and management practices they felt were corrupt—but they were rebuffed. A month later, eight thousand Colorado mine workers went on strike. Among their demands were a ten-per-cent pay raise, the enforcement of an eight-hour working day, and the right to live and trade outside the company-owned town. Many of the rights they sought were required by Colorado law but remained unenforced.

After getting evicted from their company-owned homes, the workers based their operations in makeshift tent cities surrounding the mines, the largest of which was the Ludlow camp. The Rockefellers responded by hiring a detective agency—comprised of “Texas desperadoes and thugs,” according to “Legacy of the Ludlow Massacre,” a sharply researched 1988 book by Howard M. Gitelman—who would periodically raid the camps, firing rifles and shotguns. In November, the state governor called in the Colorado National Guard at the company’s behest; the Guard’s wages were supplied by the Rockefeller family, and they helped to form militias whose members carried out sporadic raids and shootings in the tent cities.

The strike stretched on for months, and in April, 1914, John D. Rockefeller, Jr., appeared before Congress, where he framed the standoff as “a national issue, whether workers shall be allowed to work under such conditions as they may choose.” He balked at the possibility of allowing “outside people”—meaning union organizers—“to come in and interfere with employees who are thoroughly satisfied with their labor conditions.” The committee chairman asked Rockefeller whether he would stand by his anti-union principles even “if it costs all your property and kills all your employees.” Rockefeller replied, “It is a great principle.”

On April 20th, a day after Orthodox Easter, four militiamen brandished a machine gun at some of the striking miners. At some point, shots were fired—the accounts are predictably inconsistent as to who fired first—and a day-long gunfight ensued.

That evening, the National Guardsmen set fire to the Ludlow colony. Thirteen residents who tried to flee were shot and killed as the camp burned to the ground, and many more burned to death. Discovered among the ruins the following morning was a women’s infirmary, where four women and eleven children had sought to escape the fighting by hiding in a cellar-like pit. All the children and two of the women died. One survivor, Mary Petrucci, lost three of her own children in the infirmary. Years later, she recalled, “I came out of the hole. There was light and lots of smoke. I wandered among the ashes until a priest found me. I couldn’t feel anything. I was cold.”

News of the attack—and especially of the deaths under the infirmary tent—pulled the nation’s attention from the United States’ potential involvement in the Mexican Revolution. To many Americans, the massacre exposed the consequences of unchecked corporate might, and it roused the conscience of a country that had previously demonstrated impassive ambivalence toward organized labor. (Decades later, a song by Woody Guthrie captured the common sentiment of the event’s immediate aftermath: “We took some cement and walled the cave up where you killed these thirteen children inside / I said ‘God bless the Mine Workers Union,’ then I hung my head and cried.”)

Two days later, Congress convened to discuss the events at Ludlow, and to consider how the government might check martial power wielded by private industrialists. One senator, Iowa’s “radical Republican,” William Kenyon, decried the government’s ties to the violence, noting that “the Colorado Fuel & Iron Company, or the company controlling it, has certain of its bonds on deposit with the General Education Board of the Rockefeller Foundation, with which the Department of Agriculture of our Government seems to have been in partnership for some little time.” Another senator expressed a broader concern: “I fear that unless society can in some manner reconcile these troubled conditions as between capital and labor, Mexico is not the only country that will be torn by internecine strife.”

Rockefeller, for his part, released a memorandum in June, months after federal troops had been ordered to Colorado to quell the days of violent rioting that had followed the events of April 20th. “There was no Ludlow massacre,” he wrote. “The engagement started as a desperate fight for life by two small squads of militia … against the entire tent colony, which attacked them with over three hundred armed men.” He also offered a lengthy technical explanation of why the deaths in the infirmary were the result of inadequate ventilation and overcrowding, not of actions taken by “the defenders of law and property, who were in no slightest way responsible for it.”

Despite Rockefeller’s arguments, after Ludlow the Wild West era of company towns began to wane, and stricter labor laws began to appear on the books—and were even enforced. Support for unions reached an all-time high in the nineteen-thirties, as described by James Surowiecki in a 2011 article for the magazine. Yet, as Surowiecki also noted, the influence of trade unions, which supplanted company unions following the 1935 Wagner Act, has been declining for decades, as part of a general rightward shift in American politics which began in the sixties. Since the 2008 recession, there has been growing resentment for union members among non-unionized workers; in 2010, support for unions reached a historic low, according to a Pew poll.

Yet the struggle that Ludlow embodied—and that, historically, unions have taken up—is a contemporary one, even if unions are no longer playing as public a role. Today, some of the fiercest workers’-rights battles take place over government regulations that protect low-income workers’ access to Medicaid and other social services, and that buoy the federal minimum wage, which is currently far below its 1968 peak value. In her recently published autobiography, Senator Elizabeth Warren wrote that “Big corporations hire armies of lobbyists to get billion-dollar loopholes into the tax system and persuade their friends in Congress to support laws that keep the playing field tilted in their favor.” In this, she sounds almost exactly like the Republican senators who, in the days after Ludlow, worried about Colorado Iron & Fuel’s deep government influence.

What was at stake at Ludlow remains pertinent even within the modern coal industry. Last week, the Center for Public Integrity won a Pulitzer Prize for its investigative report on efforts to deny benefits to coal miners with black-lung disease. The series describes how industry-compensated lawyers have frequently withheld evidence from judges in order to defeat the medical claims of miners suffering from the resurgent ailment, which today affects about six per cent of miners in central Appalachia, according to government statistics reported in the series.

A different kind of violence is visited upon today’s miners. There are no overt, bloody showdowns between striking workers and armed National Guardsmen whose paychecks come from corporate barons. But industry money—in the form of fees paid by mine companies for consultant work—still appears to influence the diagnoses of doctors and radiologists, according to copious research compiled by the Center. And the coal industry’s go-to law firm withheld dissenting medical evidence that supported miners’ claims in eleven of the fifteen cases featured in the report. As a result, ailing and dying miners are denied the support they are owed.

There are eighty-five thousand coal miners left in the United States, but, while many are union members, the influence of the United Mine Workers was already waning by the early eighties, according to the Center for Public Integrity report. Today the union represents about twenty thousand active miners, according to the Wall Street Journal. Instead of union pressure, it was more likely the Center’s investigation that prompted the Department of Labor to announce, in February, a series of reforms that will make it easier for miners with black-lung disease to collect their medical benefits. A hundred years ago, it took a great and deadly injustice to spur lasting government reform. Here’s hoping we learn from it.

>

Yiorgos Stavroulakis Remembers his Great Uncle, Louis Tikas

“How will I recognize you?” I asked Yiorgos Stavroulakis over the phone just before my trip to Greece in May, 2022. “You can’t miss me,” he said. “I have a thick mustache that covers half my face.” And so, it does.

When I approach the “Public” building on Syntagma Square in Athens, he stands as in a painting, framed by the door. He too recognizes me and beckons from the distance. After he introduces me to his daughter, a documentary filmmaker, we take the elevator to the café at the top floor.

 

 

I sought out Yiorgos Stavroulakis because I had started a project with Y. Anagnostou on the Greek American labor activist, Louis Tikas (Ilias Spantidakis 1886-1914). And we had discovered that Yiorgos was a grand nephew of the Greek American hero.

As I sit down, I try to analyze Yiorgos’s facial features to discover any similarities between him and his great uncle who was killed at the age of 28 in the cold plains of Ludlow, Colorado. A man in his mid-seventies, he has a full head of silvery hair and his eyes sparkle with energy. He is obviously much taller than Louis, who had declared officially in Denver that at 24 he was 5’ 8 and 151 lbs, with dark hair and brown eyes. The photograph that the family had of Louis and the one remarkably that was found in Louis’s pocket when he was murdered, shows a youth with a thin mustache, hair parted on the left and the strings of a fez, hanging down on his right. He is wearing fancy garb with a vest and a pistol stuck inside. Unsmiling, he seems ready for battle.

Yiorgos is eager to talk about his famous relative and about his own decades-long campaign to commemorate Tikas and preserve the family house in Loútra, a village near Rethymno in Crete. He even wrote a book about him, the first in Greece, which tried to bring to a Greek audience the life, struggle, untimely death of Louis, and, of course, his posthumous heroism. For Louis was clearly a young man who rose to the occasion and met destiny head-on.

We will never know if Louis himself had understood his own fate, that one day he would make the choice between life and death. But his brother, Kostis Spantidakis, Yiorgos’s grandfather, certainly did. Louis was a “born revolutionary,” Yiorgos declares, reaffirming the impression I had from the early photograph. As he tells it, his grandfather had accompanied Louis to Rethymno by horse from where Louis took the boat to Piraeus. But, on his way home, Kostis was overwhelmed by premonitions of doom and, when he returned home, he told his wife, “Argyro, this man will one day either become a great man or he will end up destroying himself (θα φάει το κεφάλι του). And we will lose him.” And when he arrived home from the fields one afternoon in the spring of 1914, his wife told him, “Kosti, a telegraph has arrived from America about Ilias.” Fixing his eyes upon her, he simply whispered, “I expected this.” His premonition was right. Through his boldness and bravery, Louis had indeed met his fate.

Louis’s brother could in no way understand the ramifications of this tragic death, that one day Louis would come to represent the struggle of the Colorado miners for higher wages, better working conditions, and a semblance of dignity. Social, political, and cultural forces were gradually converting the once peasant turned miner and labor organizer into a symbol of struggle against injustice.

Zeese Papanikolas in his remarkable book, Buried Unsung. Louis Tikas and the Ludlow Massacre (1982) first explained how Ilias, the young immigrant, became Louis Tikas, the fighter for labor and national hero. Gradually Tikas began to attain a story, which, given the paucity of information about him, was based partly in reality and partly in the imagination. He was turning into a champion, a saint.

Tikas’s untimely death on Easter Orthodox Sunday of 1914, his youthful body, lying head-down on the ground next to the railway tracks in Ludlow, launched a process of memorialization and sacralization. And in time, the young man was resurrected as a Greek American legend and national labor icon. Indeed, images of death and rebirth feature prominently in the iconography of Tikas, lamentation and despair giving rise to songs of defiance, remembrance, and redemption.

And Yiorgos has taken it upon himself to make sure that Tikas will live forever in our collective memory. His main concern now is to preserve the family house in Loútra. “When you go to Loútra, you will see that it is in need of repair.” When I visited the house with my wife a couple of weeks later, I saw what he meant. A triangular structure at the edge of two streets, it seems squeezed by them, into the shape of a Delta, with a mill on the first floor and family quarters on the second. It now serves as a museum in waiting. Yiorgos has placed a plaque outside and photographs of his uncle along with pictures from the annual commemoration of the massacre in Ludlow.

The inscription reads: Ilias A. Spantidakis (Louis Tikas) was born here, Leader of the Miner’s Union, in Colorado, USA. He fell in the Battle of Ludlow on April 20, 1914.

Standing outside this house, I could understand Yiorgos’s impatience––the house could collapse at any moment. After investing a considerable amount of his own money to keep it from falling apart, he has been looking for funds to save it and convert it into a proper museum. Before I left, I brushed my fingers against the stones of one wall, repeating the same action two months later along Tikas’s red granite tombstone in the Trinidad cemetery, which honors Tikas as a “victim of the Ludlow Massacre,” an “organizer for the UMWA,” and a “patriot.”

I try to conjure the photograph in the Trinidad museum of a mile-long cortege leading from the Trinidad city center to the cemetery. The miners were moved by this terrible injustice and gathered to honor one of their own.

Could they, like Tikas’s brother, have understood that he was destined for greatness? Could they possibly have imagined that Tikas would come one day to symbolize the death and revival in Ludlow? Unlikely. Who could possibly have predicted that Greek Americans from Denver would erect the statue of Tikas in Ludlow or that a bust of his youthful image would be installed in the port of Rethymno? Could anyone possibly have foreseen that, when the then Bishop of Denver, now Metropolitan Isaiah, looked up at the ceiling of the new offices of the Metropolis, he would conceive the idea of panels telling the story of the Greeks in the west, like a frieze in an ancient temple, and that one panel would feature Tikas and the Ludlow Massacre?

Both Tikas and Ludlow live on in the songs of Woody Guthrie, the paintings of Lindsay Hand, the icons of Gigas Teras, the play “Ludlow: El Grito de las Minas” [Ludlow: The Cry of the Mines] by Tony Garcia, and the many exhibits around Colorado. This is why Yiorgos is not lachrymose when he speaks to me. His eyes beam with vitality and promise. Undaunted, he moves ahead with plans about the museum. He wants to make sure that Tikas continues to move us.

Gregory Jusdanis teaches Modern Greek and Comparative Literature at Ohio State. His biography of the Greek poet C. P. Cavafy, co-written with Peter Jeffreys, will be coming out with Farrar Straus and Giroux in 2023.

SHARE

Περισσότερα

MORE NEWS DESK