kourdistoportocali.comNews DeskΠιτυοκάμπιες>Terror in the Bathroom

Γράφει η Λένα Κορομηλά

Πιτυοκάμπιες>Terror in the Bathroom

Έβγαλα την μπλούζα μου και τα εσώρουχά μου και έμεινα γυμνή. Ένιωσα μια φαγούρα στο κεφάλι

Ήταν ένα μεσημέρι, από τα πιο ζεστά και υγρά μεσημέρια, μιας προχωρημένης άνοιξης. Δεν κουνιόταν φυλλαράκι και η υγρασία είχε σκαρφαλώσει σίγουρα στο ενενήντα τοις εκατό. Φορούσα ένα μπλουζάκι ασπροκόκκινο καρό, με σφηκοφωλιά στο στήθος και μανίκι φούσκα. Έσταζα. Είχα βγάλει το σορτς που έσφιγγε υπερβολικά τη μέση μου. Καθόμουν στο μπάνιο, και ετοιμαζόμουν να ανοίξω την βρύση για να γεμίσω με κρύο νερό την μπανιέρα.

Γράφει η Λένα Κορομηλά

Έμοιαζε με μικρή πισίνα: μια μεγάλη στενόμακρη τρύπα –3Χ2- καλυμμένη με γαλάζιο μακρόστενο πλακάκι. Για να μπεις μέσα, έπρεπε να ανέβεις τα δυο σκαλιά που ήταν επενδυμένα με λευκό μάρμαρο όπως και το υπόλοιπο μπάνιο. Στο ύψος των ματιών ένας κρεατί μαίανδρος, θρυμμάτιζε την παγερή ασπρίλα. Πιάστηκα από τις δύο κολώνες που ένωναν το χείλος της μπανιέρας -εκεί που τελείωναν τα σκαλοπάτια- με την οροφή, και μπήκα μέσα.

Ο μεγάλος φλωρεντινός καθρέπτης είχε χάσει την στιλπνότητά του και είχαν δημιουργηθεί δύο στρογγυλάδες σαν ασχημάτιστα αγγελούδια με ανοιχτό στόμα, που μέσα από την θαμπάδα των υδρατμών νόμιζες πως σου έβγαζαν τη γλώσσα. Ένοιωθα να παίρνω λίγη δροσιά από τα πλακάκια στα οποία ακουμπούσαν οι γυμνές μου πατούσες. Γονάτισα αργά και κάθισα στερεώνοντας την πλάτη μου στο τοίχωμα της μικρής πισίνας, έτσι ώστε να βλέπω από το παράθυρο που ήταν από πάνω της.
Πρόσεξα πόσο είχε μεγαλώσει το πεύκο. Tα κλαδιά του άγγιζαν το διπλό τζάμι.

Εξαιτίας του δεν το άνοιγα πια γιατί αισθανόμουν ότι το πιο μεγάλο κλαδί θα εισχωρούσε απειλητικά σαν ξίφος μέσα στο σπίτι. Τότε, είδα μια υπόλευκη μπαμπακένια σακούλα να έχει καλύψει ένα μεγάλο μέρος του κλαδιού. Σε εκείνο το σημείο που ήταν η σακούλα, δεν φαινόταν καθόλου οι πευκοβελόνες. Πρόσεξα καλύτερα. Ήταν σαν να ανάσαινε, σίγουρα κάτι κινιόταν μέσα της. Τότε, δυο ολοστρόγγυλα μάτια ξεπρόβαλαν κάνοντας τρύπες στο κουκούλι, κι ύστερα φάνηκε ολόκληρο το σώμα ενός σκουληκιού. Σπονδυλωτό, πορτοκαλόμαυρο σώμα. Περπατούσε, σερνόταν μάλλον με τρομερή ευλυγισία κατά μήκος του κλαδιού. Και ύστερα ακολούθησε ένα άλλο, κι ύστερα κι άλλο, ώσπου ενώθηκαν μεταξύ τους, σαν ένα μικροσκοπικό ευλύγιστο τρενάκι που κατευθυνόταν προς το σπίτι.

Μετακινήθηκα λίγο στο πλάι και αριστερά, για να αποφύγω τον ήλιο που τώρα είχε γείρει και έπεφτε μέσα από το παράθυρο κατευθείαν επάνω μου. Έπιασα στο χέρι μου το γυάλινο μπουκαλάκι με το ροδί αφρόλουτρο και το έβαλα μπροστά στα μάτια μου. Οι πιτυοκάμπιες φαινόταν τώρα ότι με είχαν πλησιάσει πάρα πολύ. Τα στρογγυλά τους μάτια που προεξείχαν τερατωδώς, με κοίταζαν με βλέμμα απειλητικό και οι κεραίες τους κουνιόνταν στον ρυθμό που λικνιζόταν και το κομματιαστό τριχωτό τους σώμα.

Μερικές φορές σταματούσαν όλες μαζί σαν να υπάκουαν σε κάποιο μυστικό παράγγελμα και με έκαναν να απορήσω με τον συγχρονισμό των κινήσεών τους. Έβλεπα τα σαγόνια τους να ανοιγοκλείνουν και να τσιμπολογούν αβίαστα, μετά να προβάλει ο λαιμός τους προς τα πάνω και ύστερα πάλι να μαζεύονται, να σκύβουν και να έρχονται απειλητικά επάνω μου, ένα είδος μικροσκοπικού αλλά αιμοβόρου στρατού.

Άνοιξα το πώμα και το έγειρα και το υγρό άρχισε να πέφτει στα γυμνά μου πόδια, να καλύπτει ένα σπασμένο όστρακο, και να σχηματίζει μια γλιτσερή ρόδινη γραμμή πάνω στο πλακάκι, ώσπου έφτασε στην τρύπα και άρχισε να χύνεται στο σιφόνι. Άφησα κάτω το μπουκάλι. Έβαλα το χέρι μου στο ρουμπινέ και είπα να ανοίξω την βρύση. Οι πρώτες σταγόνες αντήχησαν, δημιουργώντας έναν τρομακτικό αντίλαλο στον άδειο χώρο. Έπιασα τα μηνίγγια μου. Σταμάτησα αμέσως τον εκκωφαντικό ήχο και ξαναγύρισα στην ένταση της σιωπής.

Ο ήλιος είχε αρχίσει να απομακρύνεται από το κάδρο του παράθυρου και οι σκιές έπεφταν μέσα στην μπανιέρα. Το βλέμμα μου τις ακολούθησε. Είδα τότε το μισό σχεδόν τζάμι να είναι καλυμμένο από μια κινούμενη εξωτερική κουρτίνα. Η συντεταγμένη στρατιά των ριγέ πλασμάτων παρήλαυνε στην γυάλινη επιφάνεια. Τριζοβολούσαν από την χαρά τους και τρίβονταν μεταξύ τους, καθώς βιάζονταν να έρθουν επάνω μου.

Πολυάριθμα κουκούλια, ακόμα και στα πιο απομακρυσμένα κλαδιά, άνοιγαν μπροστά στα μάτια μου, διακορευμένα εσωτερικά από τις κάμπιες. Σταγόνες ιδρώτα άρχισαν να στάζουν από το σώμα μου πάνω στα γαλάζια πλακάκια. Έβγαλα την μπλούζα μου και τα εσώρουχά μου και έμεινα γυμνή. Ένιωσα μια φαγούρα στο κεφάλι. Τα χέρια μου κοκκίνισαν, και σιγά σιγά η κοκκινίλα εξαπλώθηκε σ’ όλο μου το σώμα. Ψηλάφισα κάτι μικροσκοπικά καφετί τριχίδια που δεν θυμόμουν να τα είχα δει πριν επάνω μου. Άνοιξα την βρύση να γεμίσει η μπανιέρα.
Θα τα ‘πνιγα. Όλα.

SHARE

Περισσότερα

MORE NEWS DESK