Το κόμμα Fidesz του Viktor Orban κέρδισε τις τέταρτες συνεχόμενες εκλογές που διεξήχθησαν την Κυριακή στην Ουγγαρία με συντριπτική πλειοψηφία. Όπως συνέβη πριν από τέσσερα χρόνια, η εκλογή του κ. Orban δεν ήταν μια επί ίσοις όροις αναμέτρηση μεταξύ της ουγγρικής κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης.
Από τον András Bíró-Nagy/New York Times
Ναι, οι ψηφοφόροι μπορούσαν να ψηφίσουν όποιον ήθελαν, αλλά ο προεκλογικός στίβος έγερνε υπέρ της κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων των νέων κανονισμών της εκστρατείας που ευνοούσαν το Fidesz, τη μεροληπτική κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης και τη θόλωση των ορίων μεταξύ του κυβερνώντος πολιτικού κόμματος και του κράτους.
Η νίκη του Ούγγρου πρωθυπουργού οφείλεται εν μέρει στον τρόπο με τον οποίο προστάτευσε την οικονομική σταθερότητα, κατά τη διάρκεια της κρίσης κόστους ζωής, με την παροχή κοινωνικών επιδομάτων. Ενίσχυσε επίσης την ήδη σταθερή θέση του στην αγροτική Ουγγαρία.
Ο ίδιος, κέρδισε και στη σύγκρουση των αφηγημάτων για τον πόλεμο στην Ουκρανία, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως εγγυητή της ειρήνης και της ασφάλειας, ενώ κατηγόρησε τον αμφισβητία του, Peter Marki-Zay, και την ενωμένη αντιπολίτευση ότι δυνητικά έφεραν την Ουγγαρία κοντά σε πόλεμο.
Η συνεπής γραμμή του κ. Orban σε όλες τις δημόσιες εμφανίσεις του βασίστηκε στην έννοια της «προστασίας», σε μία δέσμευση για την ανάσχεση των κατά τα άλλα ταχέων αλλαγών στη δημογραφική σύνθεση της χώρας, και η οποία επεκτάθηκε ακόμη και σε πολιτισμικούς μετασχηματισμούς και οικονομικές αλλαγές.
Σύμφωνα με τον κ. Orban, οι Ούγγροι πρέπει να «προστατεύονται» από διάφορες αλλαγές κατά καιρούς, σε όλους τους τομείς της ζωής. Την τελευταία δεκαετία, έχει πολεμήσει ενάντια στη μετανάστευση, τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον Αμερικανο-Ούγγρο δισεκατομμυριούχο George Soros, τις μη κυβερνητικές οργανώσεις, τους δυτικούς φιλελεύθερους, το ΔΝΤ και τους υψηλούς λογαριασμούς κοινής ωφελείας, μεταξύ των άλλων εχθρών.
Η «προστασία» αφορά επίσης και τον τομέα της οικογενειακής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης και της αντιμετώπισης της LGBTQ+ κοινότητας της Ουγγαρίας (βλ. το τελικά άκυρο «Δημοψήφισμα για την Προστασία του Παιδιού», που πραγματοποιήθηκε την ίδια ημέρα με τις βουλευτικές εκλογές) και η οποία υποδηλώνει ότι η έννοια της οικογένειας απειλείται και χρειάζεται την προστασία του κράτους.
Ωστόσο, στην προεκλογική εκστρατεία του 2022, ο πιο επικίνδυνος αντίπαλος του κόμματος Fidesz ήταν η κρίση κόστους ζωής. Αρκετές μελέτες που έγιναν από την Policy Solutions, της οποίας είμαι διευθυντής, έδειξαν ότι έως το 2021, ο φειδωλός, κοινωνικά ευαίσθητος χειρισμός των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας από την κυβέρνηση κατέστησε το κόστος ζωής το πιο σοβαρό πρόβλημα για τους Ούγγρους. Αυτό επιδεινώθηκε το περασμένο έτος από τον αυξανόμενο πληθωρισμό, έναν από τους υψηλότερους στην Ε.Ε.
Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, ο κ. Orban έθεσε σε εφαρμογή προνοιακά επιδόματα, λίγους μήνες πριν από τις εκλογές (έκπτωση φόρου εισοδήματος για οικογένειες με παιδιά, 13η σύνταξη, αύξηση κατώτατου μισθού, απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος για Ούγγρους κάτω των 25 ετών), καθώς και πάγωμα των τιμών των καυσίμων και ορισμένων βασικών προϊόντων διατροφής. Στόχος αυτών των μέτρων ήταν να αμβλύνουν την αίσθηση, τουλάχιστον μέχρι τις εκλογές, ότι η οικονομία βρισκόταν σε δεινή κατάσταση και, λαμβάνοντας έκτακτα οικονομικά μέτρα, η κυβέρνηση Orban κατάφερε να διατηρήσει την οικονομική σταθερότητα, τουλάχιστον προεκλογικά.
Για να είναι ανταγωνιστική έναντι του Fidesz, η αντιπολίτευση είχε δύο σημαντικούς, στρατηγικούς στόχους σε σχέση και με τις τελευταίες κοινοβουλευτικές εκλογές του 2018: Να ενώσει και να ξεπεράσει τον κατακερματισμό που είχε κάνει τους προηγούμενους αμφισβητίες του κ. Orban αποτυχημένους και να ενισχύσει την υποστήριξη της αντιπολίτευσης στις αγροτικές περιοχές. Ήταν ήδη σαφές από τις δημοτικές εκλογές του 2019 ότι εάν η αντιπολίτευση του κ. Orban αποτύγχανε να διεισδύσει στην αγροτική Ουγγαρία, θα περιοριζόταν σε επιτυχία μόνο στη Βουδαπέστη και σε μερικές άλλες πόλεις.
Η επιτυχία του Fidesz στις αγροτικές περιοχές και η ήττα του στη Βουδαπέστη δείχνουν ότι η χώρα δεν είναι μόνο σοβαρά διχασμένη πολιτικά, αλλά και ολοένα και πιο πολωμένη από γεωγραφική και εκπαιδευτική άποψη. Το Fidesz είναι ιδιαίτερα δημοφιλές στα χωριά και στις λιγότερο μορφωμένες και μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες, αλλά δεν έχει εξίσου καλές επιδόσεις στις πόλεις και στους πιο μορφωμένους ανθρώπους και στις νεότερες ηλικιακές ομάδες.
Το εξαιρετικά άνισο περιβάλλον των μέσων ενημέρωσης της Ουγγαρίας έπαιξε επίσης ρόλο. Δεν είναι τυχαίο ότι το Fidesz είχε καλύτερη απόδοση μεταξύ των δημογραφικών ομάδων που δεν έχουν σχέση με το διαδίκτυο. Όσον αφορά τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης, το κόμμα του κ. Orban κυριάρχησε, γεγονός που του επέτρεψε να μεταδίδει αποτελεσματικά το δικό του μήνυμα στους ψηφοφόρους του και να τους «προστατεύει» από αντίθετες απόψεις.
Επίσης, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ώθησε στο επίκεντρο της προεκλογικής αρένας το ερώτημα εάν η Ουγγαρία κλίνει προς την Ανατολή ή τη Δύση και το πόσο αξιόπιστη είναι η χώρα ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, ο κ. Orban αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει το αφήγημα «Ανατολή εναντίον Δύσης» της αντιπολίτευσης.
Αντίθετα, μεταμορφώθηκε σε εγγυητή της ειρήνης και της ασφάλειας, ενώ κατηγόρησε την αντιπολίτευση ότι προσπαθεί να σύρει τη χώρα σε πόλεμο, ένα μήνυμα που συνεχίζουν να διαλαλούν τα δημόσια μέσα ενημέρωσης, εκατοντάδες φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης και χιλιάδες διαφημιστικές πινακίδες σε όλη τη χώρα.
Κάνοντας έκκληση στην λαχτάρα της ουγγρικής κοινωνίας για ασφάλεια και σταθερότητα, ο κ. Orban διασφάλισε ότι οι εκλογές δεν θα γίνουν ένα δημοψήφισμα του τύπου «Putin ή Ευρώπη;». Σύμφωνα με μια δημοσκόπηση, το 91% των ψηφοφόρων της αντιπολίτευσης είπε ότι η εισβολή στην Ουκρανία ήταν περισσότερο «επιθετικότητα» παρά «άμυνα» από τη Ρωσία, σε σύγκριση με μόλις 44% μεταξύ των ψηφοφόρων του Fidesz. Και το ένα τέταρτο των ψηφοφόρων του Fidesz ταυτίζεται με τη ρωσική προπαγάνδα.
Παρά την τέταρτη κατά σειρά εκλογική επιτυχία, μπορούμε να πούμε με ασφάλεια ότι η κυβέρνηση Orban δεν μπορεί να αναμένει μια περίοδο χάριτος. Τώρα, την περιμένει μια τεράστια δημοσιονομική τρύπα που δημιουργήθηκε με τα δικά της μέτρα, ο διψήφιος πληθωρισμός είναι ορατός και τα κεφάλαια της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν ρέουν στην Ουγγαρία λόγω ανησυχιών για τη διαφθορά και το κράτος δικαίου.
Η κυβέρνηση αναμένει ήδη σημαντική επιβράδυνση της οικονομίας ως αποτέλεσμα του πολέμου στην Ουκρανία, και η αντίληψη του κοινού για την οικονομία είναι πιθανό να διαταραχθεί εάν ανατραπούν τα προσωρινά μέτρα περιορισμού των τιμών.
Η επόμενη κυβέρνηση Orban θα πρέπει επίσης να αντιμετωπίσει τη θέση της Ουγγαρίας στον κόσμο. Η εμπορική πολιτική «Ανοιχτοί προς την Ανατολή» είναι αποτυχημένη και καθώς οι επιδεινούμενες σχέσεις της με τον σημαντικότερο σύμμαχό της, την πολωνική κυβέρνηση, δείχνουν ότι εάν ο κ. Orban δεν αλλάξει στάση ως προς τη Ρωσία, θα είναι αδύνατο να ανακάμψει. Φαίνεται ότι η φήμη του θα μπορούσε να υποστεί μόνιμη ζημιά από το πώς η κυβέρνησή του προσεγγίζει τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Συνολικά, η κατάσταση της οικονομίας και η εξωτερική πολιτική καθιστούν πιθανό ότι, παρά μια άλλη μεγάλη νίκη, αυτός θα είναι ένας δύσκολος δρόμος για την κυβέρνηση Orban.





