Οι μετοχές στην Wall Street κατέγραψαν μία από τις πιο απότομες πτώσεις τους εδώ και μήνες την Πέμπτη, καθώς τα οικονομικά αποτελέσματα μεγάλων εταιρειών τεχνολογίας και η κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή προκάλεσαν ανησυχία στους επενδυτές.
Από την Aruni Soni/The New York Times
Ο δείκτης S&P 500 υποχώρησε κατά 1,2%, στη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση του από τον Ιούλιο, ενώ ο τεχνολογικός δείκτης Nasdaq σημείωσε βουτιά 2,6%, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση του από τον Ιούνιο.
Οι επενδυτές γίνονται όλο και πιο επιφυλακτικοί απέναντι στις τεράστιες δαπάνες των κολοσσών της τεχνολογίας για την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων τους στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης, οι οποίες εξαντλούν τα ταμειακά τους διαθέσιμα και απαιτούν τη σύναψη μεγάλου δανεισμού.
Οι μετοχές του τεχνολογικού κολοσσού Meta υποχώρησαν κατά 7% την Πέμπτη, μία ημέρα αφότου η εταιρεία ανακοίνωσε σημαντική μείωση των ελεύθερων ταμειακών ροών της και γνωστοποίησε την πρόθεσή της να εκδώσει μια νέα κατηγορία μετοχών, προκειμένου να αντλήσει επιπλέον κεφάλαια για επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων και άλλες πρωτοβουλίες που σχετίζονται με την A.I..
Η SpaceX, η οποία επίσης ανακοίνωσε ότι σχεδιάζει να δαπανήσει δεκάδες δισεκατομμύρια επιπλέον για την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της στην Τεχνητή Νοημοσύνη κατά το τρέχον τρίμηνο, είδε τη μετοχή της να υποχωρεί κατά περισσότερο από 9%.
Θορυβημένοι από τις αυξανόμενες ανησυχίες σχετικά με τις δαπάνες για την Τεχνητή Νοημοσύνη, οι επενδυτές αναζήτησαν καταφύγιο στην ασφάλεια των αμερικανικών κρατικών ομολόγων, οδηγώντας τις αποδόσεις τους σε μία από τις πιο απότομες ημερήσιες πτώσεις εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο. (Σημειώνεται ότι οι αποδόσεις των ομολόγων πέφτουν όταν οι τιμές τους ανεβαίνουν).
Η απόδοση του 10ετούς ομολόγου υποχώρησε κάτω από το 5%, ενώ η απόδοση του 30ετούς μειώθηκε στο 5,3%.
Οι κινήσεις αυτές στην αγορά κρατικών ομολόγων την Πέμπτη έρχονται μετά από μήνες ανόδου των αποδόσεων, εν μέσω ανησυχιών για τον πληθωρισμό, ο οποίος, εν μέρει, τροφοδοτείται από την ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Ακόμη και εταιρείες κατασκευής ημιαγωγών, όπως η Nvidia και η Broadcom —οι οποίες θα έπρεπε να επωφελούνται από τη δέσμευση των τεχνολογικών ομίλων να επενδύσουν περισσότερα κεφάλαια στην κατασκευή κέντρων δεδομένων και στην προμήθεια περισσότερων τσιπ— είδαν τις μετοχές τους να καταγράφουν πτώση.
«Υπάρχει ένα μεγάλο ερωτηματικό που θέτουν οι επενδυτές σχετικά με την υγεία ολόκληρου του οικοσυστήματος», δήλωσε ο Malik Ahmed Khan, αναλυτής μετοχών στην Morningstar.
Το αρνητικό κλίμα ήταν εμφανές και στις μεγάλες αγορές της Ασίας, οι οποίες επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από τις τάσεις στον κλάδο της τεχνολογίας. Οι βασικοί δείκτες στο Χονγκ Κονγκ, την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα υποχώρησαν όλοι κατά περίπου 3%. Στην Ευρώπη, ο δείκτης Stoxx 600, ο οποίος παρακολουθεί τις μεγαλύτερες εταιρείες της περιοχής, υποχώρησε κατά περισσότερο από 1%.
Το κύμα ρευστοποιήσεων της Πέμπτης ανέδειξε τη διχογνωμία που επικρατεί στη Wall Street σχετικά με το μέγεθος των κινδύνων που ενέχουν οι επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη.
Αυτή την εβδομάδα, ο Ken Griffin, διευθύνων σύμβουλος του hedge fund Citadel, δήλωσε ότι η αγορά βρίσκεται «σχεδόν βέβαια» σε φάση φούσκας, ενώ ο πρόεδρος της Blackstone, Jon Gray, ανέφερε την Πέμπτη στο Bloomberg TV ότι η άνθηση παραμένει σε γερά θεμέλια, με τη ζήτηση για A.I,. να είναι «σχεδόν παραβολική».
Τους επενδυτές προβληματίζει επίσης η αστάθεια στις συναλλαγές πετρελαίου.
Επιθέσεις στη Σαουδική Αραβία και στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου οδήγησαν σε άνοδο 3% την τιμή του αργού τύπου Brent, του παγκόσμιου δείκτη αναφοράς για το πετρέλαιο, η οποία έφτασε περίπου τα 113 δολάρια το βαρέλι, στο υψηλότερο επίπεδό της από τον Μάιο. Αντίστοιχα, το αργό τύπου West Texas Intermediate (WTI), ο δείκτης αναφοράς για τις ΗΠΑ, σημείωσε επίσης άνοδο, πλησιάζοντας τα 100 δολάρια το βαρέλι.
Η τιμή του πετρελαίου είχε φτάσει έως και τα 120 δολάρια το βαρέλι από την έναρξη του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ-Ισραήλ και Ιράν, πριν από σχεδόν οκτώ μήνες, μια σύγκρουση που έχει διαταράξει τις εξαγωγές από την πλούσια σε ενεργειακούς πόρους περιοχή του Περσικού Κόλπου. Πριν από τον πόλεμο, η τιμή του πετρελαίου διεθνώς κυμαινόταν γύρω στα 70 δολάρια το βαρέλι, ενώ περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου διερχόταν από τα Στενά του Ορμούζ, έναν δίαυλο μεταξύ Ιράν και Ομάν που, από την έναρξη των εχθροπραξιών, έχει καταστεί επικίνδυνος για τα εμπορικά πλοία.
Σύμφωνα με την εταιρεία ναυτιλιακών δεδομένων Kpler, η ροή πετρελαίου μέσω των Στενών ανέρχεται πλέον περίπου στο 75% των επιπέδων που καταγράφονταν πριν από τον πόλεμο.
Η άνοδος της τιμής του πετρελαίου συμπαρέσυρε ανοδικά και τις τιμές άλλων καυσίμων, όπως η βενζίνη και το ντίζελ. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με την οργάνωση αυτοκινητιστών AAA, η μέση τιμή της βενζίνης διαμορφώθηκε την Πέμπτη στα 4,27 δολάρια ανά γαλόνι, σημειώνοντας αύξηση 43% από την έναρξη του πολέμου. Αντίστοιχα, η μέση τιμή του ντίζελ έχει εκτιναχθεί κατά 68% κατά το ίδιο διάστημα, φτάνοντας τα 6,31 δολάρια ανά γαλόνι.







