Τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται από τις αμερικανικές τράπεζες αξίζουν 2 τρισεκατομμύρια δολάρια λιγότερο από ό,τι αναφέρεται στους λογαριασμούς τους λόγω των «μη πραγματοποιηθεισών ζημιών» όπως αυτές που προκάλεσαν την κατάρρευση της Silicon Valley Bank, σύμφωνα με μια νέα έρευνα.
Και μία μαζική απόσυρση καταθέσεων, όπως αυτή που συνέβει το περασμένο Σαββατοκύριακο, θα άφηνε τους πελάτες σε σχεδόν 200 ιδρύματα να αντιμετωπίζουν απώλειες έως και 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σύμφωνα με έρευνα κορυφαίων ακαδημαϊκών της οικονομίας.
Στην έρευνα αναφέρεται ρητώς ότι η αξία των περιουσιακών στοιχείων σε όλο το τραπεζικό σύστημα των ΗΠΑ είναι «2 τρισεκατομμύρια δολάρια χαμηλότερη από ό,τι υποδηλώνει η λογιστική τους αξία». Αυτά τα περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνουν ομόλογα του Δημοσίου των οποίων η αξία έχει μειωθεί σημαντικά τους τελευταίους 12 μήνες λόγω της επιθετικής εκστρατείας αυξήσεων επιτοκίων από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ.
Η κατάρρευση της Silicon Valley Bank οφείλονταν εν μέρει στο ότι τα στελέχη χρησιμοποίησαν τις καταθέσεις των πελατών της προκειμένου να αγοράσουν αυτά τα ομόλογα και στη συνέχεια έχασαν χρήματα καθώς έσπευσαν να τα πουλήσουν με ζημία εν μέσω της κρίσης στην τράπεζα.
Οι ειδικοί πίσω από τη νέα έρευνα, που δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα, ανέφεραν ότι ακόμα περισσότερες τράπεζες έχουν επίσης «μη πραγματοποιηθείσες απώλειες» σε περιουσιακά στοιχεία που έχουν μικρότερη αξία από ό,τι όταν αγοράστηκαν. Ο αριθμός των 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων επισκιάζει μια πρόσφατη εκτίμηση ότι οι τράπεζες των ΗΠΑ έχουν απώλειες 620 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Η SVB εξαγοράστηκε την περασμένη εβδομάδα από την Federal Deposit Insurance Corporation (Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφάλισης Καταθέσεων), η οποία συνήθως ασφαλίζει καταθέσεις πελατών έως και 250.000 $ σε περίπτωση πτώχευσης μιας τράπεζας. Στη συνέχεια, οι αμερικανικές ρυθμιστικές αρχές έκαναν το εξαιρετικά ασυνήθιστο βήμα να καλύψουν επίσης τις ανασφάλιστες καταθέσεις εν μέσω των φόβων για αρνητικές επιπτώσεις εάν οι πελάτες της SVB -πολλοί των οποίων οι λογαριασμοί ξεπερνούσαν τα 250.000 $- δεν θα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στα χρήματά τους.
Σε γενικές γραμμές, οι ασφαλισμένοι από την FDIC καταθέτες είναι πιο πιθανό να είναι εργαζόμενοι και μεσαίας τάξης άτομα ή μικρές επιχειρήσεις.
Η νέα έρευνα αναφέρει ότι εάν οι μισοί από τους ανασφάλιστους καταθέτες σε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα των ΗΠΑ αποφάσιζαν να αποσύρουν τα χρήματά τους σε μια κρίση, «σχεδόν 190 τράπεζες θα βρίσκονταν σε δυνητικό κίνδυνο απομείωσης των ασφαλισμένων καταθετών, με πιθανώς 300 δισεκατομμύρια δολάρια ασφαλισμένων καταθέσεων σε κίνδυνο». «Εάν οι αναλήψεις ανασφάλιστων καταθέσεων προκαλούν ακόμη και μικρές εστίες πυρκαγιάς, ουσιαστικά περισσότερες τράπεζες κινδυνεύουν», είπαν οι ερευνητές.
«Συνολικά, αυτοί οι υπολογισμοί υποδηλώνουν ότι οι πρόσφατες μειώσεις στις αξίες των τραπεζικών περιουσιακών στοιχείων αύξησαν πολύ σημαντικά την ευθραυστότητα του τραπεζικού συστήματος των ΗΠΑ σε ανασφάλιστους καταθέτες».
Την έρευνα υπογράφουν οι Erica Xuewei Jiang του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνια, ο Gregor Matvos του Northwestern University Kellogg School of Management, ο Tomasz Piskorski του Columbia Business School και ο Amit Seru του Πανεπιστημίου του Stanford.
Τα κρατικά ομόλογα όπως αυτά που αγόρασε η SVB είναι συνήθως μια ασφαλής επένδυση. Πληρώνουν ένα σταθερό επιτόκιο για μια καθορισμένη χρονική περίοδο και, στη συνέχεια, η αρχική επένδυση επιστρέφεται όταν το ομόλογο λήξει στο τέλος της χρονικής περιόδου. Ωστόσο, οι επενδυτές μπορούν να υποστούν ζημιά εάν χρειαστεί να πουλήσουν το ομόλογο πριν από τη λήξη του, επειδή παράγοντες όπως τα επιτόκια μπορούν να επηρεάσουν την αγοραία αξία του. Οι περισσότερες μεγάλες τράπεζες και ιδρύματα διατηρούν ομόλογα μέχρι τη λήξη τους.
Η αναταραχή στην αγορά που προκλήθηκε από την κατάρρευση της SVB και οι φόβοι για μετάδοση μέσω του τραπεζικού κλάδου, οδήγησαν επενδυτές και ρυθμιστικές αρχές υψηλού προφίλ να ζητήσουν ψυχραιμία. Κάποιοι λένε ότι η εξειδικευμένη θέση της SVB που εξυπηρετεί κυρίως τη βιομηχανία τεχνολογικών startup έχει ελαχιστοποιήσει τις πιθανότητες για ένα φαινόμενο ντόμινο σε ολόκληρο τον κλάδο.






