Είναι πράγματι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το άρθρο του Γρηγόρη Δημητριάδη στον ιστότοπο της huffingtonpost με θέμα την στεγαστική κρίση στο δυτικό κόσμο. Είναι πολύ ενδιαφέρον και θα λέγαμε ακόμη ότι είναι δραματικά επίκαιρο.
Ο τίτλος του άρθρου είναι>
-Το στεγαστικό, πλέον, ρίχνει κυβερνήσεις
Πάμε λοιπόν να δούμε τι γράφει στο άρθρο του ο πρώην ΓΓ του Πρωθυπουργού κ. Δημητριάδης>
Από την Ισπανία και τη Νέα Υόρκη έως το Βερολίνο, τη Βρετανία και τον Καναδά, η διεθνής συζήτηση για το στεγαστικό αλλάζει κατεύθυνση: από τις επιδοτήσεις για την αντιμετώπιση του ακριβού σπιτιού, στην αύξηση της προσφοράς και τη μαζική δημιουργία προσιτών κατοικιών
Γράφει ο Γρηγόρης Δημητριαδης, πρώην ΓΓ του Πρωθυπουργού
- Το στεγαστικό ζήτημα αποτελεί πλέον κεντρικό πολιτικό πρόβλημα διεθνώς, οδηγώντας σε κυβερνητικές ανακατατάξεις και εκλογικές νίκες με επίκεντρο το κόστος κατοικίας.
- Πολλά κράτη και πόλεις στρέφονται από τις απλές επιδοτήσεις προς τη μαζική δημιουργία προσιτής στέγης, επιδιώκοντας την αύξηση της προσφοράς μέσω συνεργασιών δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
- Διεθνή παραδείγματα, όπως της Νέας Υόρκης, της Βρετανίας και του Καναδά, αναδεικνύουν την ανάγκη για αξιοποίηση δημόσιας γης, ταχύτερες αδειοδοτήσεις και συμπράξεις για την κατασκευή κατοικιών.
- Αντίστοιχα, η Ελλάδα έχει εφαρμόσει προγράμματα οικονομικής ενίσχυσης, ωστόσο η συζήτηση μετατοπίζεται στην ανάγκη για πιο δραστικές παρεμβάσεις που θα αυξήσουν το απόθεμα προσιτών κατοικιών στη χώρα.
Πριν από μερικούς μήνες, σε άρθρο μου στην Athens Voice, επεσήμανα την επιτακτική ανάγκη λήψης μέτρων για το στεγαστικό.
Και πράγματι, οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν πως αν υπήρχαν έως τώρα κάποιες αμφιβολίες για την οξύτητα του στεγαστικού, πλέον διαλύονται: το στεγαστικό μετακινείται από την περιφέρεια στο κέντρο της πολιτικής ατζέντας. Και, ακόμη σημαντικότερο, η συζήτηση μετακινείται από το «να βοηθήσουμε τον πολίτη να πληρώσει το ακριβό σπίτι» στο «να δημιουργήσουμε πολύ περισσότερα προσιτά σπίτια».
Δεν υπάρχει πιο απτή επιβεβαίωση από τις δραματικές εξελίξεις στην Ισπανία τα τελευταία 24ωρα: Η κρίση για το στεγαστικό οδήγησε σε παραίτηση την κυβέρνηση Σάντσεθ και η χώρα πάει για πρόωρες εκλογές στις 29 Νοεμβρίου. Η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει ήταν η έξωση της 87χρονης Μαρί Αμπασκάλ από διαμέρισμα στη Μαδρίτη, όπου ζούσε για 70 και πλέον χρόνια. Αυτό πυροδότησε μεγάλες διαδηλώσεις και ανέδειξε μια σκληρή αλήθεια ότι το στεγαστικό στην Ισπανία έχει εξελιχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της χώρας. Τα συστατικά της κρίσης έχουν αρκετές ομοιότητες με τις δικές μας αρρυθμίες: Οι τιμές αγοράς και ενοικίασης κατοικιών αυξάνονται πολύ ταχύτερα από τους μισθούς, ενώ η προσφορά προσιτής στέγης παραμένει περιορισμένη. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την τουριστική έκρηξη, την εξάπλωση του Airbnb, την κερδοσκοπία στην αγορά ακινήτων και τη χρόνια έλλειψη νέων κατοικιών δημιουργούν ένα εκρηκτικό κοινωνικό και πολιτικό κοκτέιλ.
Και δεν είναι μόνο η Ισπανία…
Στις 21 Σεπτεμβρίου 2026, ο Δήμαρχος Νέας Υόρκης Ζόραν Μαμντάνι, έκανε μια κίνηση που έκανε τους απανταχού της υφηλίου υποστηρικτές του να ανατριχιάσουν. Συναντήθηκε με τον Πρόεδρο Τραμπ για να συζητήσουν ένα mega project στο Queens: την κατασκευή ουσιαστικά μιας νέας συνοικίας πάνω από τον τεράστιο σιδηροδρομικό χώρο, με περίπου 12.000 κατοικίες και 30.000 θέσεις εργασίας. Ο Μαμντάνι ζήτησε ομοσπονδιακή συμμετοχή και χρηματοδότηση, ενώ ο Τραμπ αναγνώρισε ότι το έργο χρειάζεται ομοσπονδιακές εγκρίσεις και χρήματα. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν να δημιουργήσουν νέο επίπεδο συνεργασίας μεταξύ Λευκού Οίκου και City Hall. Εδώ βρίσκεται ένα εξαιρετικό πολιτικό παράδοξο: ο σοσιαλιστής Μαμντάνι ζητά τη βοήθεια του developer Τραμπ για να χτίσει μαζικά κατοικίες.
Και ο ίδιος ο Μαμντάνι επικαλέστηκε δημόσια την κατασκευαστική εμπειρία του Τραμπ στη Νέα Υόρκη. Είναι μια απόδειξη ότι η οξύτητα του στεγαστικού υπερβαίνει ιδεολογικά σύνορα και αγκυλώσεις, καθώς απαιτούνται ρεαλιστικές λύσεις. Άλλωστε το πρόγραμμα του Μαμντάνι προβλέπει 200.000 νέες προσιτές κατοικίες σε μία δεκαετία, διατήρηση άλλων 200.000 στο απόθεμα προσιτής κατοικίας και επένδυση 22 δισ. δολαρίων σε πέντε χρόνια.
Για τα δύο πρώτα χρόνια προβλέπονται σχεδόν 5 δισ. δολάρια για νέα σπίτια με σταθεροποιημένα ενοίκια και άλλα προσιτά σπίτια. Όλα αυτά οδήγησαν σε μια άλλη προσέγγιση εξίσου ανεξήγητη για τους αριστερούς ιδεολόγους. Πλέον ο Μαμντάνι δεν αντιμετωπίζει τον ιδιωτικό κατασκευαστικό τομέα ως αντίπαλο. Δηλώνει ρητά ότι η πόλη θα συνεργαστεί με ιδιώτες developers, χρησιμοποιώντας δημόσιες επιδοτήσεις, νέα χρηματοδοτικά εργαλεία, ταχύτερες αδειοδοτήσεις. Δηλαδή: ισχυρή δημόσια παρέμβαση αλλά και κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων για δραστική αύξηση της προσφοράς.
Άλλη μια ένδειξη το πώς το στεγαστικό αποτελεί πλέον κυρίαρχο ζήτημα στην πολιτική ατζέντα είναι η περίπτωση της νέας Δημάρχου του Βερολίνου Elif Eralp, που κέρδισε τις εκλογές, βάζοντας στο επίκεντρο της προεκλογικής της καμπάνιας την εκρηκτική αύξηση του κόστους κατοικίας στην γερμανική πρωτεύουσα.
Στις 20 Σεπτεμβρίου, οι Βερολινέζοι ανέδειξαν το κόμμα της, το Die Linke, πρώτη δύναμη με 25,3%, σχεδόν διπλασιάζοντας τη δύναμή της. Βέβαια, η πρόταση της κ. Eralp συνδέει το στεγαστικό με τον περιορισμό της κερδοσκοπίας στην αγορά ακινήτων. Το σχέδιο, πάντως, έχει σημαντικά οικονομικά και νομικά εμπόδια και η εφαρμογή του θα εξαρτηθεί από τις διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Κυρίως, η πρόταση δεν συνάδει με το πλάνο του Δημάρχου της Νέας Υόρκης. Ο Μαμντάνι δίνει πλέον τεράστια έμφαση στην αύξηση της παραγωγής κατοικίας ενώ η Eralp περισσότερο στην ιδιοκτησιακή δομή και στον δημόσιο έλεγχο του υπάρχοντος αποθέματος. Κρατάμε ωστόσο τον κοινό παρονομαστή ότι δηλαδή το στεγαστικό όχι μόνο κυριάρχησε στην ατζέντα των δύο Δημάρχων αλλά τους έδωσε και τη νίκη.
Το ερώτημα που ανακύπτει είναι, μπορεί μια κυβέρνηση να γίνει καταλύτης στην παραγωγή κατοικίας; Εκτός από το βρετανικό πείραμα, η απάντηση στο κρίσιμο αυτή ζήτημα έρχεται από τον Καναδά και το πρόγραμμα Build Canada Homes, με την υπογραφή του Πρωθυπουργού Mark Carney
Εδώ έχουμε ήδη μετρήσιμα αποτελέσματα. Μέχρι τον Απρίλιο του 2026 είχαν δεσμευθεί περισσότερες από 10.000 κατοικίες, με πάνω από 1.400 ήδη υπό κατασκευή. Μόνο στην Οτάβα εγκρίθηκαν οκτώ projects με περισσότερες από 1.100 νέες ενοικιαζόμενες κατοικίες. Τον Αύγουστο ακολούθησε το Τορόντο. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ανακοίνωσε πάνω από 310 εκατ. δολάρια για εννέα projects σε δημοτική γη- περίπου 1.900 κατοικίες. Παράλληλα, μέσω χαμηλού κόστους χρηματοδότησης άνω των 1,8 δισ. δολαρίων προς ιδιωτικά projects, προβλέπονται περισσότερες από 3.700 πρόσθετες κατοικίες.
Το καναδικό μοντέλο είναι ιδιαίτερα διδακτικό για τη χώρα μας, καθώς συνδυάζει την δέσμευση δημόσιας γης και την παροχή δημόσιου χρήματος για την κατοικία, σε συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τη σύμπραξη ιδιωτών κατασκευαστών και ορίζοντα ένα συγκεκριμένο πλάνο κατασκευής προσιτών κατοικιών.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η ελληνική κυβέρνηση δεν είναι αδρανής. Υπάρχουν το «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ», η ετήσια επιστροφή ενός ενοικίου και άλλα προγράμματα. Το «Σπίτι μου ΙΙ» είχε προϋπολογισμό 2 δισ. ευρώ και χρηματοδότηση κατά 50% άτοκη από το Ταμείο Ανάκαμψης. Μέχρι την ολοκλήρωσή του, στις 31 Αυγούστου 2026, η κυβέρνηση εκτιμά ότι περισσότεροι από 14.000 πολίτες είχαν βρει κατοικία μέσω του προγράμματος. Η κυβέρνηση έχει επίσης μονιμοποιήσει την επιστροφή ενός ενοικίου ετησίως και το 2026 διεύρυνε τα εισοδηματικά κριτήρια.
Η βασική διαφορά με τα διεθνή παραδείγματα, όμως, είναι εμφανής: μεγάλο μέρος της ελληνικής πολιτικής εξακολουθεί να επικεντρώνεται στην οικονομική ενίσχυση του ενοικιαστή ή του αγοραστή και όχι στη μαζική δημιουργία νέου αποθέματος προσιτής κατοικίας. Και εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό πεδίο πολιτικής συζήτησης.
Η Ελλάδα θα μπορούσε να μετατοπίσει περισσότερο το βάρος προς την προσφορά: μεγάλη καταγραφή και αξιοποίηση δημόσιας γης, κοινωνική αντιπαροχή πραγματικής κλίμακας, συμπράξεις Δημοσίου-ιδιωτών με αντάλλαγμα δεσμευμένες προσιτές κατοικίες, αξιοποίηση κενών κτιρίων, ταχύτερη αλλαγή χρήσεων, ειδικά προγράμματα για εκπαιδευτικούς, γιατρούς και εργαζομένους στα νησιά, φοιτητικές εστίες και πολύ ισχυρότερα κίνητρα για επιστροφή κλειστών κατοικιών στη μακροχρόνια μίσθωση.
Το ερώτημα δηλαδή πρέπει σταδιακά να αλλάξει από «πόσο θα επιδοτήσουμε το ακριβό σπίτι;» σε «πώς θα κάνουμε το σπίτι περισσότερο και φθηνότερο;» Από τον Μαμντάνι και το Βερολίνο έως τον Μπερναμ και τον Κάρνεϊ, φαίνεται να διαμορφώνεται μια διεθνής μετατόπιση από τις απλές επιδοτήσεις προς το «χτίζω – αυξάνω την προσφορά – δημιουργώ κοινωνική και προσιτή κατοικία. Και έτσι, ξεκινάει μια συζήτηση για το ποια εργαλεία από τα διεθνή παραδείγματα θα μπορούσαν πράγματι να εφαρμοστούν και στον τόπο μας.
Στο τέλος της ημέρας, κι όπως άλλωστε επιβεβαιώνει η οικονομική επιστήμη, τα πάντα είναι θέμα προσφοράς και ζήτησης. Οι κυβερνήσεις που θα μακροημερεύσουν είναι αυτές που θα αυξήσουν με εντυπωσιακό ρυθμό την προσφορά.
«Δεν μπορούμε να λύσουμε τα προβλήματά μας χρησιμοποιώντας τον ίδιο τρόπο σκέψης που είχαμε όταν τα δημιουργήσαμε» – Albert Einstein





