Η Γαλλία έχει καταστεί ο νέος «ασθενής της Ευρώπης», ακριβώς την ώρα που πλησιάζουν οι επόμενες προεδρικές εκλογές.
Από τους Giorgio Leali και Clea Caulcutt από το Παρίσι/POLITICO
Έπειτα από δύο Σαββατοκύριακα κατά τα οποία εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές βγήκαν στους δρόμους, απαιτώντας από την κυβέρνηση να αυξήσει τους μισθούς των εκπαιδευτικών, να αποκαταστήσει τις υποβαθμισμένες σχολικές υποδομές και να επιδοτήσει το ραγδαία αυξανόμενο κόστος ζωής, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρασύρεται σε έναν φαύλο κύκλο δημοσιονομικής και κοινωνικής κρίσης, όπου τα δύο μέτωπα τροφοδοτούν το ένα το άλλο.
«Η Γαλλία βρίσκεται στα πρόθυρα οικονομικής κρίσης», δήλωσε στο POLITICO ο πρώην πρωθυπουργός Michel Barnier. «Πρέπει να στείλουμε ένα μήνυμα στις αγορές».
Οι γαλλικές αρχές κατάφεραν να αποτρέψουν το Σαββατοκύριακο τα επεισόδια και τις λεηλασίες που είχαν χαρακτηρίσει τον πρώτο γύρο των διαδηλώσεων στις 17-18 Οκτωβρίου, ωστόσο οι χρηματοπιστωτικές αγορές παραμένουν ανήσυχες. Ακόμη και πριν ξεκινήσουν οι διαδηλώσεις, οι επενδυτές ξεφορτώνονταν γαλλικά κρατικά ομόλογα ή απαιτούσαν ιστορικά υψηλές αποδόσεις, λόγω της αποτυχίας της κυβέρνησης να μειώσει ουσιαστικά το επίμονα υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα, να περιορίσει το χρέος των 3,5 τρισεκατομμυρίων ευρώ, να δώσει ώθηση στην ανάπτυξη και να μεταρρυθμίσει ένα μη βιώσιμο συνταξιοδοτικό σύστημα.
Την ίδια στιγμή, οι επενδυτές ανησυχούν περαιτέρω από την προοπτική ενός δεύτερου γύρου στις προεδρικές εκλογές την ερχόμενη άνοιξη, με πρωταγωνιστές την ακροδεξιά Marine Le Pen, η οποία προηγείται στις δημοσκοπήσεις και τον ακροαριστερό αντίπαλό της, Jean-Luc Mélenchon, ο οποίος, σύμφωνα με τις περισσότερες έρευνες, διεκδικεί τη δεύτερη θέση. Και οι δύο υποψήφιοι προτίθενται να δαπανήσουν δισεκατομμύρια για τη μείωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης.
Τα επεισόδια εκτιμάται ότι έχουν προκαλέσει, προς το παρόν, ζημιές δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, ένα μεγάλο μέρος των οποίων θα καλυφθεί από ασφαλιστικές εταιρείες. Ωστόσο, το χάος ρίχνει «λάδι στη φωτιά» μιας ήδη εκρηκτικής κατάστασης, στέλνοντας ανησυχητικά μηνύματα στους επενδυτές, ιδίως εάν η κοινωνική αναταραχή συνεχιστεί.
Οι διαδηλώσεις των «Κίτρινων Γιλέκων» την περίοδο 2018-2020, που έλαβαν χώρα νωρίς στη θητεία του προέδρου Macron, κόστισαν στη γαλλική οικονομία το 0,1% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), με τα εμπορικά καταστήματα να καταγράφουν απώλειες ύψους 2 δισεκατομμυρίων ευρώ.
«Είναι σαφές ότι οι διαδηλώσεις έχουν αντίκτυπο στις αγορές», δήλωσε στο POLITICO ο Eric Lombard, ο οποίος διετέλεσε υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών κατά το προηγούμενο έτος. Δεδομένου ότι ο προϋπολογισμός για το 2027, τον οποίο πρότεινε ο πρωθυπουργός Sébastien Lecornu, περιλαμβάνει ήδη εξοικονομήσεις ύψους 43 δισ. ευρώ, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια για περαιτέρω περικοπές, η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα αδύνατο δίλημμα: είτε να δανειστεί περισσότερα χρήματα, επιβαρύνοντας την επόμενη γενιά με δισεκατομμύρια ευρώ σε τόκους, είτε να ελπίζει ότι οι διαμαρτυρίες θα κοπάσουν από μόνες τους.
«Έχουμε το μαχαίρι στον λαιμό και νιώθουμε τις σταγόνες του αίματος στην καρωτίδα μας», δήλωσε κυβερνητικός αξιωματούχος, ο οποίος ζήτησε να διατηρήσει την ανωνυμία του προκειμένου να μιλήσει για την τρέχουσα κατάσταση.
«Πρέπει να δείξουμε ότι αφουγκραστήκαμε την αγανάκτηση. Ωστόσο, τα περιθώρια ελιγμών μας είναι περιορισμένα, δεδομένης της κατάστασης στις αγορές».
Παίζοντας με τη φωτιά
Ο Mario Monti, ο οποίος αντιμετώπισε μια παρόμοια κατάσταση ως πρωθυπουργός της Ιταλίας και κατάφερε να αποτρέψει μια χρηματοπιστωτική κρίση το 2011 μέσω περικοπών στις δαπάνες και μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος, δήλωσε στο POLITICO ότι «οι εξελίξεις μπορεί να είναι ραγδαίες».
Τότε, η διαφορά αποδόσεων (spread) μεταξύ των ιταλικών και των γερμανικών 10ετών ομολόγων, ένας δείκτης που μετρά τον κίνδυνο του χρέους μιας χώρας σε σύγκριση με τη Γερμανία, η οποία θεωρείται ιστορικά ασφαλής, εκτινάχθηκε από τις περίπου 150 μονάδες βάσης σε πάνω από 500 μέσα σε λίγους μήνες, θυμάται ο Monti. Την Παρασκευή, κατά το κλείσιμο των αγορών, το spread μεταξύ του γαλλικού και του γερμανικού χρέους βρισκόταν στις 169 μονάδες βάσης, ενώ την προηγούμενη ημέρα η απόδοση του γαλλικού 10ετούς ομολόγου αναφοράς άγγιξε το 5,14%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2002.
Η Γαλλία θεωρούνταν επί μακρόν το «κακομαθημένο παιδί» της ΕΕ, ανέφερε ο Monti, καθώς αξιοποιούσε το πολιτικό και οικονομικό της βάρος για να κάμπτει ή να παραβιάζει τους δημοσιονομικούς κανόνες του μπλοκ. Ωστόσο, ελάχιστοι θα φαντάζονταν ότι μια χώρα τόσο μεγάλη και ισχυρή θα βρισκόταν τελικά στην πρώτη γραμμή μιας ευρωπαϊκής κρίσης χρέους.
Αν και η δυνατότητα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να αγοράζει κρατικά ομόλογα στη δευτερογενή αγορά, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, αποτελεί ένα ισχυρό εργαλείο για την αποτροπή μιας κρίσης στην Ευρωζώνη, ο Monti τονίζει ότι οι Γάλλοι ψηφοφόροι πρέπει να συνειδητοποιήσουν πως μια κρίση δημόσιου χρέους στη χώρα τους δεν αποτελεί πλέον σενάριο επιστημονικής φαντασίας.
«Το κύριο πρόβλημα είναι ότι η κοινή γνώμη δεν ανησυχεί όσο θα έπρεπε για αυτόν τον κίνδυνο», δήλωσε ο Monti. «Η Γαλλία δεν είναι ψυχολογικά προετοιμασμένη να αντιληφθεί τον εαυτό της ως στόχο μιας κρίσης, ή ακόμα και ως το σημείο εκκίνησης μιας κρίσης που θα μπορούσε να εξαπλωθεί».
Αυτή η δυσφορία δεν είναι μόνο οικονομική: πολλοί δείκτες καταδεικνύουν ότι η Γαλλία έχει χάσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό της.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση του περασμένου μήνα, 9 στους 10 Γάλλους είναι απαισιόδοξοι για το μέλλον και πιστεύουν ότι τα παιδιά τους θα ζήσουν χειρότερα από τους ίδιους.
Μια πανευρωπαϊκή έρευνα που διεξήχθη νωρίτερα φέτος έδειξε ότι μόνο οι μισοί Γάλλοι ερωτηθέντες αισθάνονται υπερηφάνεια για το δημοκρατικό σύστημα, σε σύγκριση με τα δύο τρίτα των Γερμανών και σχεδόν το 70% των Βρετανών. Αυτή η απαισιοδοξία έχει ωθήσει τους ψηφοφόρους προς πιο ακραίους υποψηφίους, όπως η Le Pen, το οικονομικό πρόγραμμα της οποίας έχει επικριθεί δριμύτατα από ορισμένους οικονομολόγους ως μη ρεαλιστικό και μη σοβαρό και ο Mélenchon, ο οποίος θέλει να βάλει «φωτιά» στο γαλλικό χρέος.
Σύμφωνα με το «Poll of Polls» (συγκεντρωτική δημοσκόπηση) του POLITICO από τις αρχές του μήνα, η Le Pen συγκεντρώνει την υποστήριξη του 34% των ψηφοφόρων, ενώ ο Mélenchon το 15%, γεγονός που σημαίνει ότι σχεδόν το 50% του εκλογικού σώματος προτίθεται να ψηφίσει κάποιον υποψήφιο που τάσσεται κατά του κατεστημένου.
Ο κεντροδεξιός υποψήφιος Edouard Philippe, ο οποίος θεωρείται ίσως ο καταλληλότερος εκπρόσωπος του παραδοσιακού πολιτικού φάσματος για να αντιμετωπίσει τη Le Pen, προσπάθησε να παρουσιαστεί στους ψηφοφόρους ως υποψήφιος της δημοσιονομικής πειθαρχίας, που δεν φοβάται να αναδείξει δυσάρεστες αλήθειες. Ωστόσο, η προεκλογική του εκστρατεία δυσκολεύεται να βρει τον βηματισμό της.
Φαύλος κύκλος
Οι αξιωματούχοι, οι νομοθέτες και οι διπλωμάτες με τους οποίους μίλησε το POLITICO συμφώνησαν όλοι ότι η Γαλλία δεν κινδυνεύει από ένα σενάριο τύπου Ελλάδας, το οποίο θα ανάγκαζε την κυβέρνηση να σταματήσει τις πληρωμές προς τους δημόσιους λειτουργούς και τους πιστωτές. Ωστόσο, θα μπορούσε κάλλιστα να βιώσει μια κρίση παρόμοια με εκείνη που αντιμετώπισε η Ιταλία όταν ο Monti διαδέχθηκε τον Silvio Berlusconi το 2011.
«Δεν είμαστε ακόμα μια “μπανανία” που κινδυνεύει να κηρύξει πτώχευση», δήλωσε ο έμπειρος κεντρώος βουλευτής και ειδικός σε θέματα προϋπολογισμού, Charles de Courson.
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια των ταραχών νωρίτερα αυτόν τον μήνα, μπροστά στη σπασμένη βιτρίνα ενός σούπερ μάρκετ στο 11ο διαμέρισμα του Παρισιού —μια περιοχή γνωστή για το εναλλακτικό της προφίλ—, ένας άνδρας, χωρίς καμία προφανή σχέση με το κατάστημα, παρότρυνε τους περαστικούς να μπουν μέσα και να πάρουν ό,τι χρειάζονταν. Λίγα μέτρα πιο πέρα, ο ιδιοκτήτης ενός κινεζικού εστιατορίου κλείδωνε την πόρτα πίσω από κάθε πελάτη, διασφαλίζοντας ότι οι ταραχοποιοί δεν θα μπορούσαν να εισβάλουν.
Πρόκειται για σκηνές που θα περίμενε κανείς να δει σε μια χώρα που βρίσκεται στα πρόθυρα κρίσης δημόσιου χρέους, όχι σε ένα κράτος-μέλος της G7. Παρατηρώντας τις εξελίξεις από τις Βρυξέλλες, την Ουάσιγκτον ή τη Νέα Υόρκη, διπλωμάτες και οικονομολόγοι εκτιμούν ότι το Παρίσι πιθανότατα δεν θα καταφέρει να μειώσει το δημοσιονομικό του έλλειμμα στο 3% του ΑΕΠ έως το 2029, όπως είχε υποσχεθεί προηγουμένως στην ΕΕ.
Ο de Courson ανέφερε ότι η Γαλλία έχει «χάσει κάθε αξιοπιστία» απέναντι στους Ευρωπαίους εταίρους της όσον αφορά τα δημοσιονομικά ζητήματα. Ο Lombard, ο πρώην υπουργός Οικονομίας, παραδέχθηκε ότι «αποτύχαμε να τηρήσουμε τις δεσμεύσεις μας», εξέφρασε ωστόσο την ελπίδα ότι η κατάσταση μπορεί να αλλάξει.
«Εκ μέρους του γαλλικού λαού, αναλάβαμε δεσμεύσεις για την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, αλλά δεν τις τηρήσαμε. Προσωπικά, ήμουν απόλυτα υπέρ της τήρησης των δεσμεύσεών μου. Ωστόσο, ως σύνολο, δεν το πράξαμε», δήλωσε ο Lombard. «Έτσι, βρεθήκαμε σε θέση αδυναμίας».





