Ομοσπονδιακές αρχές στο Manhattan ξεκίνησαν έρευνα για τις δραστηριότητες του επί μακρόν λογιστή και του δικηγόρου του Jeffrey Epstein, οι οποίοι ενεργούν ως διαχειριστές της περιουσίας (που κάποτε ήταν τεράστια) του καταδικασθέντος για σεξουαλικά εγκλήματα, σύμφωνα με δύο άτομα που γνωρίζουν την υπόθεση αλλά δεν έχουν άδεια να μιλήσουν δημόσια.
Από τους Matthew Goldstein και Devlin Barrett/New York Times
Ο επί μακρόν δικηγόρος του Epstein, Darren Indyke, και ο λογιστής του, Richard Kahn, έχουν επανειλημμένα αρνηθεί ότι γνώριζαν για τη σεξουαλική κακοποίηση εκατοντάδων έφηβων κοριτσιών και νεαρών γυναικών από τον πρώην εργοδότη τους.
Δεν είναι σαφές σε ποιο ακριβώς σημείο εστιάζει η έρευνα, στην οποία συμμετέχουν πράκτορες του FBI και ομοσπονδιακοί εισαγγελείς της Νέας Υόρκης, ανέφεραν τα εν λόγω άτομα.
Το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ δέχεται εδώ και χρόνια πιέσεις να ερευνήσει πιο δυναμικά ορισμένους συνεργάτες του Epstein, συμπεριλαμβανομένων ατόμων που ενδέχεται να διευκόλυναν τη διακίνηση προσώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση. Ορισμένα από τα θύματά του έχουν κατακρίνει παλαιότερες ανακοινώσεις των ομοσπονδιακών αρχών, σύμφωνα με τις οποίες η υπόθεση Epstein είχε ουσιαστικά κλείσει.
Η δημοσιοποίηση, νωρίτερα φέτος, εκατομμυρίων μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και οικονομικών στοιχείων, που είχαν συγκεντρωθεί κατά τη διάρκεια ομοσπονδιακών ερευνών για τον Epstein, ενίσχυσε τα αιτήματα προς τους εισαγγελείς να επανεξετάσουν την υπόθεση, προκειμένου να διαπιστωθεί αν θα έπρεπε να απαγγελθούν κατηγορίες σε βάρος κάποιων προσώπων.
Την είδηση για την έρευνα σε βάρος των Indyke και Kahn μετέδωσε αρχικά η εφημερίδα The Wall Street Journal.
Οι δικηγόροι τους δήλωσαν ότι οι πελάτες τους δεν έχουν ενημερωθεί πως «αποτελούν αντικείμενο ή στόχο οποιασδήποτε έρευνας».
Οι δύο άνδρες «γνωρίζουν ότι το γραφείο του Ομοσπονδιακού Εισαγγελέα για τη Νότια Περιφέρεια της Νέας Υόρκης ζήτησε πρόσφατα να μιλήσει με τουλάχιστον ένα άτομο που παρείχε υπηρεσίες στον Jeffrey Epstein», ανέφεραν οι δικηγόροι. «Ωστόσο, δεν διαθέτουν πληροφορίες σχετικά με το εύρος ή το αντικείμενο της εν λόγω έρευνας».
Στη δήλωση προστίθεται: «Οι κ. Indyke και Kahn είναι βέβαιοι ότι οποιαδήποτε έρευνα θα αποδείξει πως δεν είχαν καμία εμπλοκή στα εγκλήματα του Epstein, όπως ακριβώς διαπιστώθηκε και στην προηγούμενη έρευνα».
Τα έγγραφα που δόθηκαν στη δημοσιότητα από το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, καθώς και άλλα δικαστικά αρχεία, δείχνουν ότι οι Indyke και Kahn εμπλέκονταν άμεσα σε τραπεζικά εμβάσματα και αναλήψεις μετρητών που κατέληγαν σε ορισμένες από τις γυναίκες τις οποίες φέρεται να κακοποίησε ο Epstein. Και οι δύο άνδρες αρνήθηκαν ότι γνώριζαν οτιδήποτε για τα εγκλήματα του Epstein, όταν κατέθεσαν ενόρκως φέτος ενώπιον επιτροπής του Κογκρέσου που διερευνά τον χειρισμό της υπόθεσης Epstein από το Υπουργείο Δικαιοσύνης.
Εάν απομείνουν χρήματα στην περιουσία του Epstein, o Indyke πρόκειται να λάβει 50 εκατομμύρια δολάρια και ο Kahn 25 εκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με τους όρους της διαθήκης και ενός σχετικού καταπιστεύματος που είχε συντάξει ο Epstein όσο βρισκόταν στη φυλακή.
Οι ομοσπονδιακές αρχές δεν έλαβαν κατάθεση από τον Indyke ή τον Kahn μετά τη σύλληψη του Epstein και την επακόλουθη αυτοκτονία του στο κελί του στο Manhattan το 2019.
Το μόνο άλλο πρόσωπο που κατηγορήθηκε σε σχέση με τον Epstein ήταν η πρώην σύντροφός του, Ghislaine Maxwell. Η Maxwell καταδικάστηκε το 2021, καθώς κρίθηκε ένοχη για τη συμμετοχή της στην προσέλκυση έφηβων κοριτσιών, τις οποίες ο Epstein κακοποιούσε σεξουαλικά. Εκτίει ποινή φυλάκισης 20 ετών.
Γυναίκα παραδέχθηκε απάτη για είσπραξη 750.000 δολαρίων από το ταμείο αποζημιώσεων για τα θύματα του Epstein
Σε μια παράλληλη εξέλιξη, μια γυναίκα από τη Φλόριντα παραδέχτηκε ότι απέσπασε δολίως το ποσό των 750.000 δολαρίων από ταμείο αποζημιώσεων που δημιουργήθηκε για τα θύματα του Jeffrey Epstein, σύμφωνα με τα αρχεία του ομοσπονδιακού δικαστηρίου.
Η 46χρονη Jennifer Percival δήλωσε ένοχη τη περασμένη Δευτέρα στο Manhattan για την κατηγορία της ηλεκτρονικής απάτης (wire fraud), σε σχέση με τις ενέργειές της να εξαπατήσει ένα ταμείο αποζημιώσεων ύψους 290 εκατομμυρίων δολαρίων. Το ταμείο αυτό προέκυψε από τον συμβιβασμό που πέτυχαν τα θύματα του Epstein το 2023 με την JPMorgan Chase, τη μεγαλύτερη τράπεζα των ΗΠΑ.
Η τράπεζα αποτελούσε το βασικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα του Epstein για περίπου 15 χρόνια, προτού διακόψει τη συνεργασία μαζί του το 2013. Τα θύματα της σεξουαλικής κακοποίησης από τον Epstein υποστήριξαν, μέσω ομαδικής αγωγής, ότι η JPMorgan αγνόησε προειδοποιήσεις σχετικά με τον ατιμασμένο χρηματιστή.
Ενώπιον του δικαστηρίου, η Percival δήλωσε στην ομοσπονδιακή δικαστή Ona T. Wang ότι το 2020 ξεκίνησε τη διαδικασία υποβολής αίτησης σε ένα ξεχωριστό ταμείο αποζημιώσεων, το οποίο κατέβαλλε χρήματα στα θύματα του Epstein από την περιουσία του ίδιου του χρηματιστή. Ανέφερε ότι το 2021 έλαβε επιστολή απόρριψης από το εν λόγω ταμείο, στην οποία αναφερόταν ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για να λάβει οποιαδήποτε πληρωμή.
Όπως δήλωσε, τον Φεβρουάριο του 2024 ζήτησε αποζημίωση από το ταμείο που δημιουργήθηκε βάσει του συμβιβασμού με την JPMorgan. Ανέφερε ότι υπέβαλε ένα τροποποιημένο αντίγραφο της επιστολής απόρριψης που είχε λάβει το 2021, παρουσιάζοντάς το έτσι ώστε να φαίνεται πως είχε κριθεί δικαιούχος αποζημίωσης από το άλλο ταμείο και ότι της είχαν καταβληθεί περίπου 500.000 δολάρια.
Με βάση τα ψευδή στοιχεία που παρείχε, όπως είπε στη δικαστή Wang, το ταμείο αποζημιώσεων της JPMorgan για τα θύματα της κατέβαλε το ποσό των 750.000 δολαρίων μέσω τραπεζικού εμβάσματος τον Μάιο εκείνου του έτους.
«Ο σκοπός αυτών των ενεργειών», είπε στη δικαστή, «ήταν να αποκτήσω χρήματα, γεγονός που μου έδινε μια αίσθηση επιβεβαίωσης».
Απαντώντας σε ερωτήσεις της δικαστού, η Percival δήλωσε ότι κατέχει διδακτορικό τίτλο στην εκπαιδευτική ηγεσία και τη μεθοδολογία έρευνας. Δεν ανέφερε —και τα δικαστικά έγγραφα δεν δείχνουν— ποια αποδεικτικά στοιχεία προσκόμισε για να παρουσιάσει τον εαυτό της ως θύμα στις αιτήσεις της για λήψη αποζημίωσης. Από τα δικαστικά έγγραφα δεν προκύπτει σαφώς εάν συναντήθηκε ποτέ ή αν είχε οποιαδήποτε επαφή με τον Epstein. Η Percival κατέστησε σαφές στις δηλώσεις της προς τη δικαστή ότι είπε ψέματα κατά τη διάρκεια μιας εθελοντικής συνέντευξης τον περασμένο Νοέμβριο με ειδικούς πράκτορες του Ομοσπονδιακού Γραφείου Ερευνών (FBI).
Στη συνέντευξη, όπως ανέφερε, υποστήριξε ψευδώς ότι το προγενέστερο ταμείο αποζημιώσεων την είχε κρίνει δικαιούχο αποζημίωσης και της είχε καταβάλει το ποσό των 500.000 δολαρίων.
Όταν οι πράκτορες της παρουσίασαν ένα ακριβές αντίγραφο της προγενέστερης επιστολής απόρριψης του αιτήματός της, εκείνη δήλωσε: «Ισχυρίστηκα ψευδώς ότι είχα ασκήσει επιτυχώς έφεση κατά της απόφασης εκείνης» και ότι είχε κριθεί δικαιούχος αποζημίωσης.
Η Percival δήλωσε ότι, σε μεταγενέστερο χρόνο, ζήτησε από τον δικηγόρο που την εκπροσωπούσε τότε να υποβάλει «αλλοιωμένα και πλαστά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου» στο γραφείο του Εισαγγελέα των ΗΠΑ για τη Νότια Περιφέρεια της Νέας Υόρκης, σε μια προσπάθεια να αποφύγει τη δίωξη για την απάτη που διέπραξε σε βάρος του ταμείου αποζημιώσεων θυμάτων της JP Morgan.
«Γνωρίζω ότι οι πράξεις μου ήταν παράνομες και αναλαμβάνω την πλήρη ευθύνη», είπε στη δικαστή.
Η Percival αφέθηκε ελεύθερη με εγγύηση προσωπικής δέσμευσης ύψους 50.000 δολαρίων. Ο νυν δικηγόρος της δεν ανταποκρίθηκε σε αίτημα για σχολιασμό. Το Inner City Press, ένας διαδικτυακός ειδησεογραφικός ιστότοπος, είχε μεταδώσει νωρίτερα την είδηση για την παραδοχή ενοχής της Percival.
Οι ομοσπονδιακές κατευθυντήριες γραμμές για την επιβολή ποινών στην περίπτωσή της προβλέπουν ποινή φυλάκισης περίπου τριών έως τεσσάρων ετών, σύμφωνα με τη συμφωνία περί παραδοχής ενοχής που συνήφθη με το γραφείο του Εισαγγελέα των ΗΠΑ. Η συμφωνία προβλέπει επίσης τη δήμευση ποσού ύψους 776.000 δολαρίων από την ίδια.
Μετά τον διακανονισμό που επιτεύχθηκε με την JPMorgan τον Νοέμβριο του 2023, οι New York Times, επικαλούμενοι δικαστικά έγγραφα, ανέφεραν ότι σχεδόν 200 θύματα του Epstein ενδέχεται να λάβουν αποζημίωση από την τράπεζα. Την Τετάρτη δεν ήταν σαφές πόσα άτομα έχουν λάβει αποζημίωση έκτοτε ή ποιο ήταν το μέσο ποσό αυτής.








