Οι επενδυτές και οι οικονομολόγοι στις ΗΠΑ είναι σε γενικές γραμμές αισιόδοξοι ότι η αμερικανική ομοσπονδιακή τράπεζα ίσως τελικά και να καταφέρει να επιβραδύνει επιτυχώς τον πληθωρισμό χωρίς να βυθίσει την οικονομία σε ύφεση. Ωστόσο, πολλοί εξακολουθούν να προσβλέπουν σε έναν κίνδυνο που απειλεί να εκτροχιάσει την προσπάθεια: Μία τεράστια ντάνα εταιρικού χρέους που μοιάζει πολύ ζόρικη.
Από τους Joe Rennison και Jeanna Smialek/New York Times
Οι εταιρείες φορτώθηκαν με φτηνό χρέος σε μια εποχή εξαιρετικά χαμηλού κόστους δανεισμού για να βοηθήσουν στη χρηματοδότηση των εργασιών τους. Έκτοτε, η Fed αύξησε τα επιτόκια σε ένα εύρος από 5,25 έως 5,5% από σχεδόν μηδέν, όπου ήταν μόλις τον Μάρτιο του 2022.
Ο φόβος είναι ότι καθώς το χρέος θα λήγει και οι επιχειρήσεις που εξακολουθούν να έχουν ανάγκη από μετρητά αναγκάζονται να ανανεώσουν τη χρηματοδότησή τους με πολύ υψηλότερα επιτόκια, οι χρεοκοπίες θα μπορούσαν να πέφτουν σαν το χαλάζι. Αυτός ο κίνδυνος είναι ιδιαίτερα έντονος εάν η Fed συνεχίσει να αυξάνει σε ακόμα υψηλότερα επίπεδα το κόστος δανεισμού και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα -μία πιθανότητα για την οποία οι επενδυτές συνειδητοποιούν με τον καιρό ότι έρχεται πιο κοντά.
Ήδη, οι εταιρικές χρεοκοπίες φέτος τρέχουν με τον ταχύτερο ρυθμό τους για περισσότερο από μια δεκαετία για επιχειρήσεις με δημόσιο χρέος που διαπραγματεύονται στις χρηματοπιστωτικές αγορές, ξεπερνώντας ακόμα και εκείνες της περιόδου της έναρξης της πανδημίας το 2020, σύμφωνα με την S&P Global Ratings. Άλλο ένα ποσό 858 δισεκατομμυρίων δολαρίων ομολόγων και δανείων έχουν βαθμολογία S&P B– ή χαμηλότερη, ένα επίπεδο που υποδηλώνει ότι το χρέος βρίσκεται σε επισφαλή θέση. Ο οίκος αξιολόγησης παρακολουθεί επίσης περισσότερες από 200 εταιρείες που, όπως λέει, υποφέρουν έντονα από έντονο στρες —πολλές από αυτές από τις επιπτώσεις των υψηλότερων επιτοκίων.
Οι χρεοκοπίες που συνέβησαν φέτος δεν έχουν πλήξει σοβαρά την αμερικανική οικονομία μέχρι στιγμής. Αλλά οι αναλυτές έχουν προειδοποιήσει ότι είναι σύμπτωμα των υπερβολών που αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια μιας δεκαετίας ιστορικά χαμηλών επιτοκίων. Και το οικονομικό άγχος είναι απρόβλεπτο, επομένως θέτει σε κίνδυνο τη Fed καθώς προσπαθεί να τιθασεύσει τον πληθωρισμό. Ελπίζει να το κάνει αυτό χωρίς να προκαλέσει ύφεση.
«Το χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι μια μηχανή και σήμερα τρέμει με θόρυβο εξαιτίας του άγχους που της ασκείται», δηλώνει ο Mark Zandi, επικεφαλής οικονομολόγος της Moody’s Analytics, αναφερόμενος στις πιέσεις εξαιτίας των υψηλότερων επιτοκίων, μεταξύ των άλλων πιέσεων. «Η Fed προσπαθεί απεγνωσμένα να την εμποδίσει από το κάψει φλάντζα».
Οι χρηματοοικονομικές ευπάθειες της αγοράς δεν είναι ο μόνος κίνδυνος για τις οικονομικές προοπτικές. Οι καταναλωτικές δαπάνες θα μπορούσαν να υποχωρήσουν πιο απότομα καθώς ο κόσμος περιορίζει στο να βάζει άλλο χέρι στις συσσωρευμένες αποταμιεύσεις του που απέκτησε κατά τη διάρκεια της πανδημίας ενώ και ο ίδιος είναι αντιμέτωπος με το υψηλότερο κόστος δανεισμού. Αυτό με τη σειρά του μπορεί να περιορίσει την ικανότητα των εταιρειών να μετακυλίουν το κόστος τους προστατεύοντας τα κέρδη τους. Και αν ο πληθωρισμός παραμείνει υψηλός περισσότερο από το αναμενόμενο, η Fed μπορεί να χρειαστεί να πιέσει ακόμη πιο σκληρά την οικονομία.
Αλλά ακόμα κι αν τα επιτόκια δεν αυξηθούν πολύ περισσότερο, λένε οι οικονομολόγοι, ο κίνδυνος μιας οικονομικής κατάρρευσης είναι μια ανησυχητική -αν και δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί- απειλή.
Όσο περισσότερο τα επιτόκια παραμένουν υψηλά, τόσο πιο βαθιές είναι πιθανό να γίνουν οι πιέσεις. Η αδυναμία εξασφάλισης οικονομικής χρηματοδότησης θα μπορούσε να αναγκάσει τις εταιρείες να αποσυρθούν από τις επεκτάσεις ή να κλείσουν σε μεγάλους αριθμούς, οδηγώντας σε απώλειες θέσεων εργασίας, περιστολή της ανάπτυξης και πιθανώς διαψευσμένες ελπίδες ότι η Fed θα μπορέσει να διολισθήσει ήπια την οικονομία σε αυτό που είναι γνωστό ως απαλή προσγείωση.
Μια πρόσφατη μελέτη από ερευνητές της Fed ερεύνησε ποιο θα μπορούσε να είναι το αποτέλεσμα και διαπίστωσε ότι εταιρείες σε επισφαλείς οικονομικές καταστάσεις –περίπου το 37% των εισηγμένων στο χρηματιστήριο επιχειρήσεων- είναι πιθανό να δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση εφόσον τα επιτόκια ανεβαίνουν, με αποτέλεσμα να αποσύρονται από σχέδια επεκτάσεων και πρσολήψεων.
Αυτά τα επικίνδυνα αποτελέσματα θα μπορούσαν να είναι «πιο ισχυρά από ό,τι στις περισσότερες περιόδους σύσφιξης από τα τέλη της δεκαετίας του 1970», έγραψαν οι ερευνητές.
Η πρόκληση, τόσο για τους επενδυτές όσο και για τους αξιωματούχους της Fed, είναι ότι οι αυξήσεις των επιτοκίων λειτουργούν με μεγάλες καθυστερήσεις, πράγμα που σημαίνει ότι η πλήρης επίδραση του υψηλότερου κόστους δανεισμού θα χρειαστεί χρόνο για να φανεί.
Την ίδια στιγμή, η αμερικανική οικονομία έχει αποδειχθεί ανθεκτική ακόμη και όταν τα επιτόκια έχουν αυξηθεί, προσελκύοντας τους επενδυτές στις αγορές χρέους με την υπόσχεση ιστορικά υψηλών αποδόσεων και με την ελπίδα ότι οι εταιρείες θα εξακολουθήσουν να είναι σε θέση να αποπληρώνουν.
Ο φόβος της απώλειας έχει επιδεινωθεί από το αυξανόμενο ράλι των μετοχών που ανέβασε τον S&P 500 περίπου κατά 20% φέτος, παρόλο που οι ανησυχίες για επικείμενη ύφεση κυριάρχησαν στο αφήγημα, δηλώνει ο Dominique Toublan, επικεφαλής της πιστωτικής στρατηγικής της Barclays.
Η ανθεκτικότητα της οικονομίας, ωστόσο, θα μπορούσε να είναι και η ανατροπή της. Το κόστος δανεισμού στην αγορά δανείων με μόχλευση 1,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων -όπου οι ριψοκίνδυνες, συχνά ιδιωτικές εταιρείες τείνουν να αυτοχρηματοδοτούνται με πιο επιθετικούς όρους- προσαρμόζονται πιο γρήγορα στις ανόδους και τις πτώσεις των επιτοκίων. Παρ’ όλα αυτά,, μπορεί να χρειαστούν έως και έξι μήνες για να καταβληθούν οι υψηλότερες πληρωμές.
Στην αγορά ομολόγων υψηλής απόδοσης παρόμοιου μεγέθους, μια άλλη πηγή χρηματοδότησης για εταιρείες χαμηλότερης διαβάθμισης, αλλά σε πιο σίγουρη βάση ως προς την αγορά δανείων, το κόστος δανεισμού καθορίζεται όταν αφαιρείται νέο χρέος. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να περάσουν χρόνια μέχρι να χρειαστεί μια εταιρεία να αναχρηματοδοτήσει αυτά τα ομόλογα με τα υψηλότερα επιτόκια.
Περίπου τα μισά επικίνδυνα ομόλογα που έχουν χρησιμοποιήσει οι εταιρείες για να χρηματοδοτήσουν τον εαυτό τους θα πρέπει να αναχρηματοδοτηθούν μέχρι το τέλος του 2025, σύμφωνα με στοιχεία της S&P. Όσο περισσότερο ο πληθωρισμός παραμένει υψηλός, τόσο περισσότερο τα επιτόκια θα παραμείνουν επίσης υψηλά, πράγμα που σημαίνει ότι ένας αυξανόμενος αριθμός εταιρειών θα μπορούσε να αναγκαστεί να επωμιστεί υψηλότερο κόστος δανεισμού.
Είτε οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα συνεχίζουν να αυξάνουν τα επιτόκια φέτος είτε όχι, φαίνεται ότι είναι έτοιμοι να τα διατηρήσουν σε υψηλά επίπεδα για πολλούς μήνες. Οι πιο πρόσφατες οικονομικές προβλέψεις τους υποδηλώνουν ότι τα επιτόκια θα μπορούσαν να κυμαίνονται κοντά στο 4,6% στο τέλος του 2024. Το ποσοστό αυτό θα είναι χαμηλότερο από αυτό που βρίσκονται τώρα, αλλά εξακολουθεί να είναι μια μεγάλη αλλαγή μετά από χρόνια σχεδόν μηδενικών επιτοκίων.
Πολλοί επενδυτές εξακολουθούν να αμφιβάλλουν ότι οι αξιωματούχοι της Fed θα διατηρήσουν τα επιτόκια τόσο υψηλά. Οι περισσότεροι βλέπουν ποσοστά φινιρίσματος το επόμενο έτος μεταξύ 3,75 και 4,25 τοις εκατό. Αλλά αυτό είναι πολύ υψηλότερο από ό,τι περίμεναν ακόμη και πριν από ένα μήνα, σε ένδειξη ότι οι αγορές σιγά-σιγά συνηθίζουν στην ιδέα ότι τα επιτόκια ενδέχεται να παραμείνουν υψηλότερα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Εάν αυτό το σενάριο πραγματοποιηθεί, θα μπορούσε να προκαλέσει προβλήματα στις υπερχρεωμένες επιχειρήσεις.
Η Moody’s Investors Service εκτίμησε ότι οι χρεοκοπίες για επικίνδυνα χρέη θα κορυφωθούν στο 5,1% παγκοσμίως στις αρχές του επόμενου έτους, από τα σχετικά χαμηλά επί του παρόντος επίπεδα.
Ωστόσο, ως ένδειξη της αβεβαιότητας σχετικά με τη σοβαρότητα του χρέους στον ορίζοντα, η πρόβλεψη της Moody’s εκτίμησε επίσης ότι σε ένα «σοβαρά απαισιόδοξο» σενάριο, οι χρεοκοπίες εξαιτίας των χρεών θα μπορούσαν να εκτιναχθούν στο 13,7% σε ένα χρόνο, υψηλότερα ακόμα και από το ανώτατο όριο των 13,4% στην οικονομική κρίση του 2008.






