Ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Γιάννη Στουρνάρα «Ο Τραπεζικός τομέας στην Ευρώπη και την Ελλάδα: Η μεγάλη εικόνα»
Συνέδριο του Money Review «Banking Summit: Ανοίγοντας δρόμο για την ανάπτυξη»
Κυρίες και Κύριοι,
Ζούμε σε ένα ταχέως μεταβαλλόμενο και διασυνδεδεμένο οικονομικό περιβάλλον, όπου η πραγματοποίηση ακραίων κινδύνων που έχουν χαμηλή πιθανότητα εμφάνισης (tail risks) έχουν αυξηθεί σημαντικά. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία πριν από λίγες εβδομάδες, ήταν το δεύτερο τέτοιο γεγονός τα τελευταία δύο χρόνια, με το πρώτο να είναι η πανδημία. Αυτή η «τέλεια καταιγίδα» ήρθε σε μια περίοδο όπου οι προκλήσεις εξακολουθούν να είναι σημαντικές και τόσο η ελληνική όσο και η ευρωπαϊκή οικονομία καθώς και ο χρηματοπιστωτικός τους τομέας ανακάμπτουν από τις επιπτώσεις της πανδημίας. Δημιουργεί στασιμοπληθωριστικές τάσεις και διλήμματα νομισματικής πολιτικής για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθώς και δημοσιονομικά, ενεργειακά και αμυντικά διλήμματα για την ευρωζώνη και τις εθνικές κυβερνήσεις. Δεν θα αναφερθώ στα ζητήματα αυτά στην ομιλία μου καθώς μπορούμε να αναλύσουμε ορισμένα από αυτά κατά τη διάρκεια της συζήτησης που θα ακολουθήσει. Θα επικεντρωθώ στον χρηματοπιστωτικό τομέα.
Πιο συγκεκριμένα:
Ξεκινώντας με τον αντίκτυπο της πανδημίας στους δείκτες ποιότητας του ενεργητικού· Μέχρι στιγμής, η ροή των νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) έχει περιοριστεί, καθώς τα μέτρα στήριξης που έλαβαν οι δημοσιονομικές, νομισματικές και εποπτικές αρχές απέτρεψαν τις αθετήσεις πληρωμών από επιχειρήσεις και νοικοκυριά και στήριξαν τον ισολογισμό και την κερδοφορία του τραπεζικού τομέα. Ωστόσο, η συμπεριφορά των οφειλετών μετά την πλήρη κατάργηση των μέτρων κρατικής στήριξης, θα είναι κρίσιμη για την ποιότητα του ενεργητικού των ευρωπαϊκών τραπεζών. Η πρόσφατη άνοδος του πληθωρισμού -και ιδιαίτερα των τιμών της ενέργειας-, η συμπίεση του διαθέσιμου εισοδήματος και τα ακόμη αδύναμα εταιρικά χρηματοοικονομικά μεγέθη, θα ασκήσουν μεγαλύτερη πίεση στους ευάλωτους οφειλέτες και κατά συνέπεια στην ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών. Οι ακόμη πολύ αβέβαιες συνέπειες για τον τραπεζικό τομέα από τον πόλεμο στην Ουκρανία, την αύξηση του κόστους ενέργειας και την αναταραχή σε διάφορες αλυσίδες εφοδιασμού, δεν έχουν ακόμη αξιολογηθεί.
Επιτρέψτε μου να κάνω μερικές επιπλέον παρατηρήσεις σχετικά με την εγχώρια αγορά. Στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια, έχει σημειωθεί πολύ σημαντική πρόοδος στην αντιμετώπιση των ΜΕΔ. Με τα στοιχεία του τέλους Δεκεμβρίου 2021, ο δείκτης ΜΕΔ έχει πέσει στο 13%, το χαμηλότερο ποσοστό που έχει παρατηρηθεί εδώ και πάνω από μια δεκαετία. Υπενθυμίζουμε ότι στην κορύφωση της κρίσης, ο δείκτης ΜΕΔ έφτασε το 45% και έκτοτε η μείωση του αποθέματος των προβληματικών δανείων ήταν πάνω από 80%. Φυσικά, απαιτείται περαιτέρω προσπάθεια προκειμένου οι ελληνικές τράπεζες να φτάσουν τον μέσο όρο της ΕΕ. (2,1%) εν μέσω του προαναφερθέντος δύσκολου οικονομικού περιβάλλοντος
Ταυτόχρονα, είναι υψίστης σημασίας να δούμε ουσιαστική πρόοδο όσον αφορά την επίλυση του ιδιωτικού χρέους στην Ελλάδα. Τα ΜΕΔ έχουν μεταφερθεί εκτός του ισολογισμού των τραπεζών, αλλά η δανειακή υποχρέωση εξακολουθεί να υπάρχει. Σήμερα, το ύψος του ιδιωτικού χρέους που διαχειρίζονται οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων είναι άνω των 120 δισ. ευρώ.
Στόχος τους θα πρέπει να είναι:
α) Για τους «μη βιώσιμους πελάτες», να αξιοποιήσουν αποτελεσματικά το αδρανές ενέχυρο, το οποίο θα πρέπει να επανέλθει στην οικονομία και να γίνει ξανά παραγωγικό, και
β) Για τους «βιώσιμους πελάτες», να προσφέρουν μια αποτελεσματική λύση αναδιάρθρωσης που θα διασφαλίζει υγιή χρηματοοικονομικά μεγέθη και θα διευκολύνει την επανένταξή τους, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στους ισολογισμούς των τραπεζών.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, οι συνθήκες που επικρατούν μετά τις πρόσφατες εξελίξεις στην Ουκρανία είναι μια άλλη πρόκληση, που θα μπορούσε μεταξύ άλλων να εκθέσει τις ευρωπαϊκές τράπεζες σε κινδύνους αγοράς. Εάν αυτές οι συνθήκες επιμείνουν, θα μπορούσαν επίσης να εμποδίσουν τις ενέργειες που σχεδιάζουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για την περαιτέρω ενίσχυση των κεφαλαιακών τους δεικτών και την επίτευξη των στόχων τους για το MREL (Ελάχιστες Απαιτούμενες Επιλέξιμες Υποχρεώσεις). Στο πλαίσιο αυτό, οι ελληνικές τράπεζες είναι επαρκώς κεφαλαιοποιημένες, καθώς κατάφεραν να εκμεταλλευτούν τις ευνοϊκές συνθήκες στις αγορές τα τελευταία χρόνια και να εκδώσουν κοινές μετοχές και άλλα κεφαλαιακά μέσα. Ως εκδότες μη επενδυτικής βαθμίδας, έχουν λάβει και λαμβάνουν μια σειρά από μέτρα αύξησης κεφαλαίου που τους επέτρεψαν να εφαρμόσουν τις έως σήμερα στρατηγικές μείωσης των ΜΕΔ καθώς και να αντιμετωπίσουν τις μελλοντικές προκλήσεις, όπως ο αντίκτυπος από την πλήρη επίπτωση από την υιοθέτηση του Διεθνούς Προτύπου Χρημ/κης Πληροφόρησης 9. Οι προγραμματισμένες κεφαλαιακές δράσεις θα βελτιώσουν επίσης τη δομή του κεφαλαίου των τραπεζών και θα μειώσουν το ποσοστό της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης στα κεφάλαια κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (CET 1).
Ένας άλλος τομέας ανησυχίας είναι η βιωσιμότητα του επιχειρηματικού μοντέλου πολλών ευρωπαϊκών τραπεζών, εν μέσω του περιβάλλοντος χαμηλών επιτοκίων. Παρατηρήσαμε ότι υπήρξε ανάκαμψη στην κερδοφορία των τραπεζών στη ζώνη του ευρώ, αλλά ένα μέρος της οφείλεται στη διευκολυντική νομισματική πολιτική, στην επιδότηση στα έσοδα από τα TLTROs και σε έκτακτα, αλλά μη μόνιμα, κέρδη. Ταυτόχρονα, οι ανελαστικές δομές κόστους, η πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, η ικανότητα ενσωμάτωσης των νέων τεχνολογιών και της καινοτομίας, η περιορισμένη ανάπτυξη νέων δραστηριοτήτων και ο ανταγωνισμός εκτός του τραπεζικού συστήματος, αποτελούν μακροχρόνιες διαρθρωτικές ευπάθειες και προκλήσεις αναφορικά με τη βιωσιμότητα του επιχειρηματικού μοντέλου των τραπεζών.
Τέλος, πρόσφατα εμφανίστηκαν νέοι κίνδυνοι και προκλήσεις οι οποίες απέκτησαν αυξανόμενη σημασία, όπως ο αντίκτυπος της κλιματικής αλλαγής, οι επιθέσεις στον κυβερνοχώρο και οι αυξημένοι κίνδυνοι που προέρχονται από το μη τραπεζικό χρηματοπιστωτικό τομέα.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει ενισχύσει όλα αυτά τα διαφαινόμενα τρωτά σημεία και έχει περιπλέξει την κατάσταση. Αναπόφευκτα, οι προοπτικές για την οικονομία και τον χρηματοπιστωτικό τομέα επηρεάζονται από αβεβαιότητες και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και οι παράγοντες της αγοράς μπορεί να χρειαστεί να περιηγηθούν σε θυελλώδη και αχαρτογράφητα ύδατα τους επόμενους μήνες.
Ωστόσο, και όντας αισιόδοξος χαρακτήρας εκ φύσεως, θα ήθελα να σας δώσω έναν πιο θετικό τόνο για τη «Μεγάλη Εικόνα» για τον Χρηματοοικονομικό Τομέα στην Ελλάδα και την Ευρώπη.
Πρώτα και κύρια, πιστεύω ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα βγει πιο δυνατή από την πρόσφατη γεωπολιτική κρίση. Το επίπεδο συντονισμού που επιτεύχθηκε στη δημόσια υγεία και τη δημοσιονομική πολιτική κατά τη διάρκεια της πανδημίας, και η συμπληρωματικότητα μεταξύ δημοσιονομικής, νομισματικής και εποπτικής πολιτικής, ήταν άνευ προηγουμένου. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί σχετικά με την κοινή στάση που επιτεύχθηκε σχετικά με την Ουκρανία. Φαίνεται ότι τα επόμενα χρόνια είναι πιο πιθανό να δούμε σημαντικά βήματα προς την περαιτέρω ολοκλήρωση σε κρίσιμους τομείς, όπως η άμυνα, η ενέργεια και η δημοσιονομική πολιτική. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ελλάδα ξοδεύει για την υπεράσπιση των συνόρων της, που είναι και ευρωπαϊκά σύνορα, πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αναμένω επίσης περαιτέρω πρόοδο στην ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης και της Ένωσης Κεφαλαιαγορών, ιδιαίτερα στο κομμάτι που αφορά στη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασφάλισης Καταθέσεων. Το τελευταίο θα έχει θετικό αντίκτυπο στο τραπεζικό σύστημα στη ζώνη του ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των ελληνικών τραπεζών. Μεταξύ άλλων, θα διευκολύνει τη διασυνοριακή ενοποίηση των τραπεζών. Επίσης, οι πρωτοβουλίες για την ενοποίηση του πλαισίου διαχείρισης τραπεζικών κρίσεων στη ζώνη του ευρώ και τον περιορισμό του «ring-fencing» αναμένεται να αυξήσουν την αποτελεσματικότητα και να ενισχύσουν την κερδοφορία των ευρωπαϊκών τραπεζών. Συνήθως, σε τέτοια ζητήματα, παρατηρείται στην ευρωζώνη διαφορά απόψεων μεταξύ του «Βορρά» και του «Νότου»: Ο «Βορράς» θέλει πρώτα να ληφθούν μέτρα μείωσης των κινδύνων πριν από τα μέτρα επιμερισμού των κινδύνων. Ο «Νότος» θέλει το αντίθετο. Γιατί όμως να μην τα επιδιώξουμε ταυτοχρόνως; Γιατί πρέπει να συμπεριφερόμαστε ως εάν να έχουμε να επιλύσουμε ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος και όχι ένα συνεργατικό παίγνιο, όπου όλοι μπορούν να βγουν κερδισμένοι; Ας υιοθετήσουμε την εμπειρία που αποκτήσαμε κατά τη διάρκεια της πανδημίας σε όλα τα ανοιχτά ζητήματα που αντιμετωπίζουμε στην ευρωζώνη!
Επιπλέον, αφήνοντας κατά μέρος τον αντίκτυπο από την τρέχουσα αναταραχή, υπάρχουν ισχυροί ούριοι άνεμοι για την ελληνική οικονομία. Το 2021, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 8,3%, λόγω των ισχυρών ρυθμών αύξησης των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών, του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου και της ανάκαμψης της ιδιωτικής κατανάλωσης. Ταυτόχρονα, οι εξελίξεις στην αγορά εργασίας είναι ευνοϊκές με την αύξηση της απασχόλησης να επιταχύνεται και την ανεργία να μειώνεται.
Προσβλέποντας στο μέλλον, η χρηματοδότηση μέσω του NGEU-(Next Generation EU – πακέτο ανάκαμψης από την COVID-19)
, η αυξανόμενη ζήτηση και η ανάκαμψη στον τουρισμό αναμένεται να είναι οι τρεις κύριοι μοχλοί της ανάκαμψης. Για το NGEU συγκεκριμένα:
• Η Ελλάδα δικαιούται να λάβει περισσότερα από 70 δισ. ευρώ κοινοτικών κονδυλίων τα επόμενα επτά χρόνια. Περίπου τα μισά από αυτά τα κεφάλαια (30,9 δισ. ευρώ) σχετίζονται με το σχέδιο ανάκαμψης της ΕΕ (NGEU). Τα υπόλοιπα είναι διαρθρωτικά κεφάλαια από τον προϋπολογισμό της ΕΕ 2021-2027.
• Τα κεφάλαια του NGEU στοχεύουν σε έργα υψηλής προστιθέμενης αξίας που ενισχύουν την ανάπτυξη στους τομείς της εξοικονόμησης ενέργειας, της μετάβασης στην πράσινη ενέργεια, του ψηφιακού μετασχηματισμού του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, της απασχόλησης, της κοινωνικής συνοχής και των ιδιωτικών επενδύσεων.
• Σύμφωνα με εκτιμήσεις της ΤτΕ, η πλήρης εκτέλεση του Σχεδίου Ανάκαμψης της ΕΕ θα συμβάλει σε σημαντική αύξηση κατά 7% του πραγματικού ΑΕΠ έως το 2026, κυρίως λόγω της αύξησης των συνολικών επενδύσεων και της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής. Παράλληλα, θα συμβάλει στην αύξηση της απασχόλησης, των ιδιωτικών επενδύσεων, των εξαγωγών και των φορολογικών εσόδων.
• Η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που συνδέονται με το NGEU θα επιφέρει μόνιμη αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ και της παραγωγικότητας (σε διάστημα δέκα ετών).
• Θα δημιουργήσει επίσης σημαντικές ευκαιρίες για την πιστωτική επέκταση των ελληνικών τραπεζών.
Τέλος, εάν οι προσπάθειες για την επίτευξη επενδυτικής βαθμίδας για τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου αποδειχθούν επιτυχείς μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες, αυτό θα είναι εξαιρετικά επωφελές και για τον ελληνικό τραπεζικό τομέα.
Συμπερασματικά, ο δρόμος μπροστά δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα καθώς τα σημάδια από την πανδημία είναι ακόμα ορατά, ενώ νέες και απρόβλεπτες προκλήσεις είναι κάτι παραπάνω από διαφαινόμενες. Οι συνέπειες της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία αποτελούν ένα σημαντικό αρνητικό σοκ από την πλευρά της προσφοράς, το οποίο αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά την παραγωγή και να αυξήσει περαιτέρω τις τιμές της ενέργειας. Επιπλέον, μια πιθανή περαιτέρω κλιμάκωση της κρίσης εγκυμονεί σημαντικούς δυσμενείς κινδύνους για τις προοπτικές της οικονομίας.
Τα επόμενα χρόνια, ο τραπεζικός τομέας μπορεί και πρέπει να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στην επιδίωξη της βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης και της μετάβασης προς μια πράσινη οικονομία, δημιουργώντας αξία για το περιβάλλον και την κοινωνία.
>
SPEECH
Athens, 22 March 2022
Keynote Speech by Yannis Stournaras, Governor of the Bank of Greece at the Money Review Banking Summit
“ Financial sector in Europe and Greece: The big picture”
Ladies and Gentlemen,
We live in a rapidly changing and interconnected economic environment, where ‘tail risks’ have significantly increased. The Russian invasion in Ukraine a few weeks ago, was the second such event within the past two years. The first was the pandemic. This ‘perfect storm’ came at a time that vulnerabilities are still elevated and both the Greek and European economies as well as their financial sectors are recovering from the effects of the pandemic. It creates stagflationary forces and monetary policy dilemmas for the ECB as well as fiscal, energy and defense issues for the eurozone and national governments. I will not, however, concentrate on these issues during my speech as we can analyse some of them during the discussion that will follow. I will concentrate instead on the financial sector.
More specifically:
Starting with the impact from the pandemic in the asset quality indicators; so far the flow of new non-performing loans (NPLs) has been contained, as the support measures taken by the fiscal, monetary and supervisory authorities averted the defaults of corporates and households and supported the balance sheet and the profitability of the banking sector. However, the performance of obligors that have received state support after the complete phasing out of these support measures will be critical for the asset quality of European lenders. The recent spike in inflation -and especially in energy prices-, the squeeze in the disposable income and the still weak corporate fundamentals, will put more pressure on vulnerable obligors and consequently upon asset quality. The still very uncertain consequences for the banking sector of the war in Ukraine and of the disruption in the energy sector and in various supply chains are yet to be assessed.
Please allow me to provide a few additional remarks related to the domestic market; In Greece, there has been a very substantial progress over the past few years in dealing with NPLs. With end-December 2021 data, the NPL ratio has dropped to 13%, the lowest percentage seen for more than a decade. We may recall that in the peak of the crisis, the NPL ratio reached 45%, and since then the reduction in the stock of problematic loans was more than 80%. Of course, further effort is necessary for Greek banks to reach the EU avg. (2,1%), amid the aforementioned challenging economic environment.
At the same time, it is of utmost importance to see material progress regarding the resolution of private debt. The NPLs have been transferred from the balance sheet of banks, but the debt obligation is still there. Today, the amount of private debt managed by the NPLs servicers is north of €120 bn. Their goal should be:
a) For the ‘non-viable customers’, to work-out the ‘idle’ collateral which should enter back to the economy and become productive again, and
b) For the ‘viable customers’, to offer an effective restructuring solution that will ensure sound financial fundamentals and facilitate their re-onboarding, under certain conditions, on the banks’ balance sheets.
As already said, the prevailing conditions post the recent developments in Ukraine is another vulnerability, that could also expose European banks to market risks. Should these conditions persist, they could also impede the actions planned by financial institutions to strengthen further their capital buffers and meet their targets for MREL (Minimum Required Eligible Liabilities). In this context, Greek banks are adequately capitalized, since they managed to tap the markets over the past few years and issued common equity and other capital instruments. Being non-investment grade issuers, they are also taking a number of capital accretive measures that has allowed them to execute their NPL reduction strategies as well as to address challenges ahead such as the impact from IFRS9 transition. Planned capital actions will also improve the structure of banks’ capital and lower the share of Deferred Tax Credits in Common Equity Tier 1 capital.
Another area of concern is the sustainability of business model of several European lenders amid the low interest rate environment. We noticed that there has been a rebound in profitability of banks in the euro-area, but part of it is driven by the accommodative monetary policy, the subsidized element of TLTROs and the extraordinary, but non-permanent, income. At the same time, inelastic cost structures, overcapacities, the ability to catch-up with the technological wave, limited new business growth and competition from outside the banking system, are long-lasting structural vulnerabilities on business model sustainability.
Finally, new risks and vulnerabilities have recently emerged and gained importance such as the impact from climate change, the cyber-attacks, and the elevated risks in the non-bank financial sector.
The war in Ukraine has amplified all these looming vulnerabilities and complicated the state of play. Inevitably, the outlook for the economy and the financial sector is clouded by uncertainties and policy makers and market players may need to navigate in stormy and unchartered waters in the months to come.
However, and being optimistic in nature, I would like to give you a more positive tone about the ‘Big Picture’ for the Financial Sector in Greece and Europe.
First and foremost, I think that the European Union will emerge stronger from the recent geopolitical crisis. The level of co-ordination achieved in public health and in fiscal policy during the pandemic, and the complementarity between fiscal, monetary and supervisory policies, have been unprecedented. The same can be said regarding the common stance achieved over Ukraine. It seems that in the coming years it is more likely that we will see significant steps towards further integration across critical sectors, such as defence, energy and fiscal policy. We should not forget that Greece spends for the defence of its borders, which are also European borders, a much higher percentage of GDP than the European average. I also expect further progress in the completion of the Banking and Capital Markets Union, especially the creation of the European Deposit Insurance Scheme. The latter will have a positive impact in the banking system in the euro area, including Greek banks. Among others, it will facilitate cross border consolidation of banks. Also, initiatives to unify the banking crisis management framework in the euro area and to contain “ring fencing” is expected to increase the efficiency and enhance the profitability of European banks. Usually, in such issues the euro area witnesses different views between ‘North’ and ‘South’: The ‘North’ wants to see risk reduction measures first before it concedes risk-sharing measures. The ‘South’ wants the opposite. Why not pursuing them simultaneously? Why should we behave as if we have a zero-sum game to solve and not a co-operative, win-win one? Let us extend the experience we gained during the pandemic in all open issues we face in the euro area!
Moreover and leaving the impact from the current turmoil aside, there are strong tailwinds for the Greek economy. In 2021, real GDP increased by 8,3%, driven by the strong growth rates of exports of goods and services, gross fixed capital formation and the rebound of private consumption. At the same time, labor market developments are favorable with employment growth picking up and unemployment declining.
Looking forward, NGEU funding, pent-up demand and the rebound in tourism are expected to be the three main drivers of the recovery. For NGEU in specific:
• Greece is entitled to receive more than €70 bn of EU funds over the next seven-years. About half of these funds (€30.9 bn) are related to the EU Recovery Plan (NGEU). The rest is structural funds from the EU budget 2021-2027.
• NGEU funds are targeted at growth-enhancing high value-added projects in the areas of energy saving, the transition to green energy, the digital transformation of the public and the private sector, employment, social cohesion, and private investment.
• According to BoG estimates, full execution of the EU Recovery Plan will contribute to a significant increase of 7% in real GDP by 2026, primarily due to the increase in total investment and total factor productivity. At the same time, it will contribute to the increase of employment, private investment, exports and tax revenue.
• Τhe implementation of the reforms associated with the NGEU will bring about a permanent increase of real GDP and total factor productivity (in the course of ten years).
• It will also create significant lending opportunities for Greek banks.
Finally, if the efforts to achieve investment grade for the Greek Government Bonds turn out to be successful within the next twelve months, this will be extremely beneficial for the Greek Banking Sector as well.
Concluding, the road ahead is not paved with roses as the scars from the pandemic are still open, whereas new and unforeseen challenges are more than looming. The implications of the Russian invasion of Ukraine pose an important adverse supply side shock, which is expected to negatively affect output and further increase energy prices. In addition, a potential further escalation of the crisis poses notable unfavorable risks to the outlook for the economy.
In the years to come, the banking sector could and should play a pivotal role in the pursuit of sustainable economic growth and the transition towards a green economy, creating value for the environment and the society alike.





