Αυτό υποτίθεται ότι θα ήταν το έτος που η παγκόσμια οικονομία θα ανέκαμπτε από το σοκ της Covid-19. Μέχρι το τέλος του 2022, οι ειδικοί στις προγνώσεις περίμεναν ότι οι οικονομίες των ΗΠΑ, της Ευρώπης και της Κίνας θα είχαν σχεδόν επιστρέψει στα μονοπάτια που ακολουθούσαν πριν από την πανδημία. Άλλες αναδυόμενες οικονομίες θα υστερούσαν, αλλά ανέμεναν επίσης να αναπτυχθούν με ταχείς ρυθμούς και να επανέλθουν σιγά σιγά στο φυσιολογικό.
Από τους Chris Giles και Martin Arnold/Financial Times
Ο πληθωρισμός θα ήταν σίγουρα ένα πρόβλημα, ανέφερε το ΔΝΤ στην αξιολόγησή του τον Οκτώβριο, αλλά ανέφερε ότι η ταχεία αύξηση των τιμών «θα έπρεπε σταδιακά να μειωθεί καθώς οι ανισορροπίες προσφοράς-ζήτησης θα υποχωρούσαν το 2022 και η νομισματική πολιτική στις μεγάλες οικονομίες θα ανταποκρίνονταν».
Το ταμείο ωστόσο δεν ήταν αφελές στις προβλέψεις του. Σημείωσε γεωπολιτικούς και πανδημικούς κινδύνους στην αξιολόγησή του, αλλά ήλπιζε ότι θα αποφευχθούν. Τρεις μήνες εντός του 2022, αυτές οι προειδοποιήσεις έγιναν πραγματικότητα και η παγκόσμια οικονομία αντιμετωπίζει τώρα τον κίνδυνο μιας απότομης επιδείνωσης.
Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία επιβάλλει ένα σοβαρό στασιμοπληθωριστικό σοκ, ανεβάζοντας τις τιμές, καθώς απειλείται ο ενεργειακός εφοδιασμός και συμπιέζει τα εισοδήματα των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων αφού τα βασικά προϊόντα γίνονται πιο ακριβά.
Με τον καταστροφικότερο πόλεμο σε ευρωπαϊκό έδαφος εδώ και σχεδόν 80 χρόνια σε εξέλιξη, η απειλή της κλιμάκωσης υπονομεύει την εμπιστοσύνη στις δαπάνες και η Ευρώπη πρέπει να αντιμετωπίσει μια ακόμη μεγαλύτερη εισροή προσφύγων από το 2015. Επιπλέον, η επιστροφή του κορωνοϊού στην Κίνα απειλεί και πάλι τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, ενισχύοντας ανοδικά τις πιέσεις στις τιμές και καθοδικά στην παραγωγή.
Όλες αυτές οι εξελίξεις υπονομεύουν τις παγκόσμιες οικονομικές προοπτικές. Αλλά είναι επίσης καλυμμένες σε τόση αβεβαιότητα που ο Mathias Cormann, επικεφαλής του ΟΟΣΑ, δήλωσε αυτή την εβδομάδα ότι ο οργανισμός «δεν είναι σε θέση να παρουσιάσει» τις συνήθεις παγκόσμιες οικονομικές προβλέψεις του.
Ο Nathan Sheets, επικεφαλής οικονομολόγος στη Citi και πρώην αξιωματούχος του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ, ήταν πιο πρόθυμος να κάνει μια πολύ πρόχειρη εκτίμηση στους Financial Times για την πιθανή ζημιά. Πριν από τον πόλεμο, η παγκόσμια ανάπτυξη αναμενόταν να είναι της τάξης του 5% το 2022, αλλά ο Sheets εκτιμά ότι «εάν οι εχθροπραξίες παραταθούν ή κλιμακωθούν περαιτέρω, η μείωση στις προοπτικές ανάπτυξης του τρέχοντος έτους μπορεί και να είναι αδύνατον να υπολογιστεί με ακρίβεια».
Σε όλο τον κόσμο, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής έχουν αναλάβει δράση και στρέφονται προς μια πιο ζοφερή προοπτική. Πριν από λίγο περισσότερο από ένα μήνα, η Christine Lagarde, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, παρουσίασε μια αισιόδοξη άποψη για τις προοπτικές της ευρωζώνης, προβλέποντας ότι «η ανάπτυξη θα πρέπει να ανακάμψει έντονα», αλλά αυτή την εβδομάδα άλλαξε τις απόψεις της, λέγοντας ότι τα πρόσφατα γεγονότα «έθεταν σημαντικούς κινδύνους για την οποιαδήποτε ανάπτυξη».
Ανησυχώντας για την άνοδο του πληθωρισμού στις ΗΠΑ, ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, Jay Powell, ξεκίνησε μια σειρά αυξήσεων των επιτοκίων, λέγοντας ότι «έχει πλήρη επίγνωση της ανάγκης να επιστρέψει η οικονομία στη σταθερότητα των τιμών και ότι είναι αποφασισμένος να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία ώστε να συμβεί αυτό ακριβώς». Από την άλλη πλευρά, ο κορυφαίος οικονομικός αξιωματούχος της Κίνας, Liu He, δήλωσε εξαιρετικά ανήσυχος για την κατάσταση και έκανε μία σπάνια παρέμβαση την Τετάρτη, υποσχόμενος ότι η κυβέρνηση του θα «τονώσει την οικονομία το πρώτο τρίμηνο», καθώς και θα εισαγάγει «πολιτικές που θα είναι ευνοϊκές για την αγορά».
Όντας πιο κοντά τόσο γεωγραφικά όσο και οικονομικά στην Ουκρανία, η οικονομία της Ευρώπης είναι η πιο ευάλωτη. Αν και ο ΟΟΣΑ δεν έκανε προβλέψεις, δημοσίευσε μια προσομοίωση των πιθανών επιπτώσεων του πολέμου και των μεταβολών των τιμών των εμπορευμάτων. Σύμφωνα με αυτή, διαφαίνεται μία ξεκάθαρη πτώση στην ανάπτυξη σχεδόν διπλάσια στην ευρωζώνη από ό,τι στις ΗΠΑ. «Υπάρχει πραγματική διαφορά μεταξύ των τιμών του φυσικού αερίου των ΗΠΑ και της Ρωσίας και το σοκ είναι μεγαλύτερο [στην Ευρώπη] επειδή έχει πολύ μεγαλύτερη εξάρτηση από το ρωσικό αέριο», ανέφερε ο Laurence Boone, επικεφαλής οικονομολόγος του ΟΟΣΑ.
Ο οργανισμός προέβλεψε μία μείωση 1,4 ποσοστιαίας μονάδας στην οικονομία της Ευρώπης για το 2022, με βάση τις μέχρι τώρα επιπτώσεις, αλλά αξιωματούχοι ανησυχούν ότι η πρόβλεψη αυτή υποτιμά τον πραγματικό οικονομικό αντίκτυπο. Αν και οι τιμές του πετρελαίου μειώθηκαν αυτή την εβδομάδα, εν μέρει ως αποτέλεσμα των χειρότερων προοπτικών της παγκόσμιας οικονομίας, οι αξιωματούχοι δεν ανακουφίζονται ιδιαίτερα από αυτές τις εξελίξεις.
Μιλώντας στους Financial Times, ένας ανώτερος Ευρωπαίος οικονομικός αξιωματούχος δήλωσε ανήσυχος για «το αν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις θα είναι ικανές να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους» όταν θα γίνουν περισσότερο αισθητές οι πραγματικές συνέπειες των ενεργειών της Ρωσίας και των διαταραχών στις ευρωπαϊκές αλυσίδες εφοδιασμού.
Ο ίδιος αξιωματούχος πρόσθεσε ότι η σύγκρουση θα απαιτήσει επίσης τεράστια πανευρωπαϊκή αλληλεγγύη με την Πολωνία και άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που αντιμετωπίζουν το μεγαλύτερο βάρος εύρεσης στέγης και υποστήριξης για τα 3 εκατομμύρια πρόσφυγες που έχουν ήδη περάσει τα ουκρανικά σύνορα, με πολλά περισσότερα εκατομμύρια να αναμένονται.
Ήδη, οι κυβερνήσεις στην Ευρώπη ενισχύουν τους μοχλούς πολιτικής τους σε μια προσπάθεια να προστατεύσουν τα νοικοκυριά από κάποιες από τις χειρότερες επιπτώσεις των υψηλότερων τιμών των βασικών προϊόντων στο βιοτικό τους επίπεδο. Οι κυβερνήσεις της Γαλλίας, της Ελλάδας και της Ιρλανδίας συμφώνησαν να επιδοτήσουν το υψηλότερο κόστος καυσίμων, με τη Γερμανία να προαναγγέλλει επίσης ότι σύντομα θα ακολουθήσει και εκείνη.
Αλλά αυτές οι ενέργειες δεν εμποδίζουν τις οικονομικές επιπτώσεις της εισβολής να γίνουν πολύ ορατές στους καταναλωτές και τις εταιρείες. Οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες έχουν σταματήσει τη λειτουργία κάποιων εκ των εργοστασίων τους λόγω ελλείψεων σε ανταλλακτικά που κατασκευάζονται στην Ουκρανία, ενώ ορισμένα ιταλικά σούπερ μάρκετ δεν έχουν ακόμη και ζυμαρικά. Επιπλέον, οι Ισπανοί οδηγοί φορτηγών προχώρησαν σε απεργία αυτή την εβδομάδα σε ένδειξη διαμαρτυρίας για το υψηλό κόστος των καυσίμων, δημιουργώντας άδεια ράφια στα σούπερ μάρκετ.
Ο Herbert Diess, διευθύνων σύμβουλος της Volkswagen, δήλωσε στους FT αυτή την εβδομάδα ότι ένας παρατεταμένος πόλεμος στην Ουκρανία κινδυνεύει να αποδειχτεί «πολύ χειρότερος» για την ευρωπαϊκή οικονομία από την πανδημία του κορωνοϊού, λόγω της διακοπής της εφοδιαστικής αλυσίδας, της έλλειψης ενέργειας και του πληθωρισμού.
Οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού έχουν ήδη διαταραχθεί σε μεγάλο βαθμό από την πανδημία, αλλά ο πόλεμος στην Ουκρανία παρουσιάζει ένα νέο μεγάλο κίνδυνο για την προμήθεια βασικών υλικών. Για παράδειγμα, η Ουκρανία προμηθεύει το 70% του αερίου νέον, το οποίο απαιτείται για τη διαδικασία λιθογραφίας λέιζερ που χρησιμοποιείται στην κατασκευή ημιαγωγών, ενώ η Ρωσία είναι ο κορυφαίος εξαγωγέας παλλαδίου, το οποίο χρειάζεται για την κατασκευή καταλυτών.
Ωστόσο, το χειρότερο σενάριο που διατυπώθηκε από οικονομολόγους και κεντρικές τράπεζες είναι η διακοπή του ρωσικού ενεργειακού εφοδιασμού στην Ευρώπη. Ο Jan Hatzius, επικεφαλής οικονομολόγος της Goldman Sachs, εκτιμά ότι η απαγόρευση από την ΕΕ στις ρωσικές εισαγωγές ενέργειας θα προκαλέσει πλήγμα 2,2% στην παραγωγή και θα πυροδοτήσει ύφεση στην ευρωζώνη, που ορίζεται ως δύο συνεχόμενα τρίμηνα οικονομικής συρρίκνωσης.
Ο Rishi Sunak, Τσάρος της οικονομίας του Ηνωμένου Βασιλείου, είπε στους συναδέλφους του ότι το χτύπημα θα ήταν μεγαλύτερο και θα προκαλούσε άμεσα μία ύφεση ύψους 70 δισ. λιρών, ή 3% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεδομένων των στενών δεσμών του με την ηπειρωτική ευρωπαϊκή οικονομία.
Ενώ υπήρχαν ελπίδες ότι η οικονομία της Ευρώπης θα μπορούσε να αναπτυχθεί ταχύτερα από τις ΗΠΑ το 2022, λίγοι τώρα το θεωρούν πιθανό. Ο Vitor Constâncio, πρώην αντιπρόεδρος της ΕΚΤ, προειδοποιεί ότι είναι πιθανή ακόμα και μία ύφεση, ανεξάρτητα από το τι θα συμβεί στον πόλεμο, εάν χαθεί η εμπιστοσύνη. «Με ποσοτικές ελλείψεις η ανάπτυξη θα μπορούσε να μειωθεί ακόμη περισσότερο και ίσως ακόμη και να γίνει αρνητική φέτος, γιατί θα προκληθεί πανικός, αλλαγή του καταναλωτικού κλίματος, ενώ και οι αποταμιεύσεις θα αυξηθούν».
Σε αντίθεση με την Ευρώπη, η οικονομία των ΗΠΑ τρέχει πολύ γρήγορα, με την ανεργία στο 3,8% τον Φεβρουάριο, σε ποσοστά πολύ κοντά στο προ-πανδημικό ποσοστό του 3,5% και τον πληθωρισμό σε υψηλό πολλών δεκαετιών τον περασμένο μήνα, με τις τιμές καταναλωτή 7,9% υψηλότερες από ένα χρόνο νωρίτερα.
Μετά την επιβολή της πρώτης αύξησης των επιτοκίων μετά την πανδημία, η Fed ανακοίνωσε αυτή την εβδομάδα ότι σκοπεύει να επαναλάβει τη διαδικασία των αυξήσεων κατά τρίμηνο έξι φορές φέτος και άλλες τρεις το 2023. Ο στόχος, στα μάτια της Fed, είναι να εφαρμόσει μία νομισματική περιοριστική πολιτική για πρώτη φορά μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση, με επιτόκια σχεδόν στο 3%.
Το τεράστιο μέγεθος αυτής της στροφής προς την επιβράδυνση της οικονομίας των ΗΠΑ μπορεί να φανεί από το πόσο έχουν αλλάξει τα μηνύματα της Fed. Πριν από ένα χρόνο, ανακοίνωνε ότι τα επιτόκια θα ήταν μόλις 0,5% μέχρι το τέλος του επόμενου έτους.
Οι ΗΠΑ δεν μπορούν εύκολα να προσφέρουν περαιτέρω κίνητρα για την υπερθέρμανση της οικονομίας τους, αλλά αυτή η επιλογή θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί στην Ευρώπη, σύμφωνα με τον Reza Moghadam, επικεφαλής οικονομικό σύμβουλο της Morgan Stanley. «Το εργαλείο πολιτικής πρέπει πραγματικά να είναι δημοσιονομικό αυτή τη φορά», λέει, προσθέτοντας ότι υπάρχουν πολλά που μπορούν να επιτευχθούν. «Οι κυβερνήσεις μπορούν να αντισταθμίσουν μέρος του κόστους για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις, αλλά είναι δύσκολο να αντισταθμίσουν τον αντίκτυπο στο εμπόριο ή το πλήγμα στην εμπιστοσύνη από το υψηλότερο ενεργειακό κόστος».
Ο ΟΟΣΑ εκτίμησε ότι η «δημοσιονομική δύναμη πυρός» θα ήταν επαρκής για να μειώσει στο μισό τις άμεσες επιπτώσεις στην οικονομική παραγωγή από τον πόλεμο στην Ουκρανία και αυτό δεν θα ήταν πληθωριστικό εάν στόχευε σε φτωχότερα νοικοκυριά, τα οποία πλήττονται πολύ περισσότερο από το υψηλότερο κόστος τροφίμων, θέρμανσης και ηλεκτρικής ενέργειας.
Στην Κίνα, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα προωθήσει πακέτο στήριξης, καθώς το κύμα Omicron απειλεί να επεκτείνει τα lockdown σε μεγάλες περιοχές της χώρας, ενώ η κυβέρνηση διέκοψε επίσης τα σχέδια επέκτασης ενός νέου φόρου ακίνητης περιουσίας. Οι δεσμεύσεις του Liu να στηρίξει την οικονομία ήταν μεν αόριστες, αλλά σταμάτησαν το γκρέμισμα των κινεζικών μετοχών, αν και οι αναλυτές δεν είναι ακόμα πεπεισμένοι ότι η κινεζική κυβέρνηση θα τερματίσει την τιμωρητική ρυθμιστική αναθεώρηση των επιχειρήσεων.
Στις ΗΠΑ, ο πρόεδρος Joe Biden εμφανίστηκε στο Twitter αυτή την εβδομάδα για να επικρίνει τις αμερικανικές εταιρείες πετρελαίου που δεν μείωσαν γρήγορα τις τιμές των καυσίμων για τους οδηγούς στις αντλίες καθώς οι παγκόσμιες τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν. «Οι εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου δεν πρέπει να κερδίζουν σε βάρος των σκληρά εργαζόμενων Αμερικανών», είπε.
Κανείς δεν είναι βέβαιος ότι γνωρίζει πώς θα λειτουργήσουν αυτές οι πολιτικές «απαντήσεις», που έχουν σχεδιαστεί βιαστικά στην ταχέως μεταβαλλόμενη οικονομική πραγματικότητα. Το μόνο που είναι πρόθυμοι να πουν οι περισσότεροι οικονομολόγοι είναι ότι η παγκόσμια προοπτική το 2022 θα είναι χειρότερη από ό,τι περίμεναν και το πόσο κακή θα αποδειχθεί εξαρτάται από τον πόλεμο.
Όπως έγραψε αυτή την εβδομάδα ο Joseph Capurso, επικεφαλής διεθνών οικονομικών στην Commonwealth Bank of Australia: «Ο πόλεμος, πάνω απ’ όλα, είναι η απόλυτη έκφραση της πολιτικής. Οι πολιτικοί, και όχι οι επιχειρηματίες ή οι γραφειοκράτες, έχουν λάβει αποφάσεις που αν δεν αντιστραφούν, θα μπορούσαν να έχουν βαθιές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα».





