Ένω απαιτήθηκαν πολλά χρόνια για να κατανοήσουμε κάποιες άσθένειες η ανθρωπότητα έχει την απαίτηση (και την ανάγκη) να καταλάβει το μηχανισμό δράσης του νέου κορωνοϊού σε ένα χρόνο και κάτι. Εκτός από τις θεραπείες και τα εμβόλια, αυτό που απασχολεί σε πρώτο χρόνο τους επιστήμονες είναι ο τρόπος μετάδοσης του και κυρίως για το αν μεταδίδεται μέσω των τροφίμων και των επιφανειών, εκτός από αυτό που όλοι γνωρίζουν για τους κορωνοϊούς, δηλαδή τις συναθροίσεις.
Προγενέστερη ιατρική εμπειρία με μικροοργανισμούς στα νοσοκομειακά περιβάλλοντα, όπως ο MRSA (methicillin-resistant staphylococcus aureus), ο οποίος μπορεί να μεταδοθεί από ασθενή σε ασθενή μέσω ενός στηθοσκοπίου, οδήγησε στην αναζήτηση του κορωνοϊού στα δωμάτια των νοσοκομείων στην αρχή της πανδημίας και φάνηκε να βρίσκεται παντού. Το RNA του ιού μπορεί να βρεθεί τόσο σε αντικείμενα σε μονάδες υγείας όσο και σπίτια που βρισκόταν σε καραντίνα, ή μπάνια, και μάλιστα μπορεί να παραμείνει για εβδομάδες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το κρουαζιερόπλοιο Diamond Princess, όπου 17 μέρες μετά την εκκένωση του, όταν βρέθηκαν 712 επιβαίνοντες θετικοί στον κορωνοϊό, το RNA του ιού εντοπιζόταν ακόμη στις επιφάνειες των καμπίνων. Ωστόσο, διατυπώθηκε η θεωρία ότι το RNA αυτό είναι σαν το «πτώμα» του ιού και δεν είναι πραγματικά μεταδοτικό. Για να αποδειχθεί αυτό, διάφοροι ερευνητές χρησιμοποίησαν το RNA αυτό και μόλυναν κύτταρα σε εργαστηριακό περιβάλλον.
Έτσι μία μελέτη έδειξε ότι ο ιός παρέμενε λοιμογόνος σε: πλαστικές και μεταλλικές επιφάνειες για 6 ημέρες, σε χαρτονομίσματα για 3 ημέρες, στις χειρουργικές μάσκες τουλάχιστον για 7 ημέρες, στο δέρμα 4 ημέρες και στα ρούχα λιγότερο από 8 ώρες.
Ενώ τα δεδομένα αυτά συνηγορούν υπέρ της επιβίωσης του κορωνοϊού στις επιφάνειες, αυτό δεν συνεπάγεται ότι οι άνθρωποι μολύνονται από επιφάνειες, όπως το χερούλι μίας πόρτας. Και αυτό γιατί οι μελέτες αυτές της επιβίωσης του ιού, όχι μόνο χρησιμοποιούν μεγάλες ποσότητες του ιού αλλά και ειδικές συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας, διευρύνοντας έτσι το χάσμα μεταξύ πειραματικών και πραγματικών συνθηκών ακόμα περισσότερο.
Σε μελέτη του Assuta Ashod, πανεπιστημιακού νοσοκομείου στο Ισραήλ όπου προσπάθησαν οι ερευνητές να εντοπίσουν ζωντανό τον ιό στα πράγματα ασθενών και στα έπιπλα σε μονάδες απομόνωσης και ξενοδοχεία καραντίνας, τα μισά δείγματα από τα νοσοκομεία και το ένα τρίτο των ξενοδοχείων ήταν θετικά, αλλά δεν ήταν ικανά να μολύνουν κύτταρα.
Σε μία άλλη μελέτη που διενεργήθηκε από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο στο Tufts University στη Μασαχουσέτη, οι ερευνητές έπαιρναν καθημερινά δείγματα από εξωτερικούς και εσωτερικούς χώρους, προκειμένου να ανιχνεύσουν το γενετικό υλικό του ιού.
Με βάση τα επίπεδα RNA του ιού και το πόσο συχνά οι άνθρωποι άγγιζαν τις επιφάνειες αυτές υπολόγισαν τον κίνδυνο λοίμωξης από μολυσμένη επιφάνεια σε λιγότερο από 5 ανά 10000, δηλαδή είναι εφικτή αλλά σπάνια. Αυτό ίσως εξηγεί γιατί τα πρώτα μέτρα που λήφθηκαν για να ελέγξουν την πανδημία, που ήταν κυρίως η απολύμανση των επιφανειών, ήταν ελάχιστα αποτελεσματικά, ενώ οι κοινωνικές αποστάσεις, ο περιορισμός των ταξιδιών και τα Lockdown ήταν πολύ πιο αποδοτικά.
Όλες αυτές οι πληροφορίες οδηγούν σε συγχυτικά στατιστικά δεδομένα, σχετικά με τα μοτίβα μετάδοσης του νέου ιού, κάτι που είναι απαραίτητο να διερευνηθεί περισσότερο. Οπλισμένοι με ενός έτους δεδομένα για τον ιό κορωνοϊός ένα είναι σίγουρο: οι άνθρωποι και όχι οι επιφάνειες πρέπει να μας απασχολούν. Οι περιπτώσεις πολλαπλών κρουσμάτων μετά από μία συνάθροιση συνήθως σε εσωτερικό χώρο δύσκολα ερμηνεύεται μέσω των μολυσμένων επιφανειών, ενώ ξεκάθαρα καταδεικνύει την αερογενή οδό μετάδοσης. Το πλύσιμο των χεριών παραμένει σημαντικό, αλλά πρώτιστο ρόλο παίζει η βελτίωση του εξαερισμού και ο καθαρισμός του αέρα.






