Την πρόεδρο του Συµβουλίου της Επικρατείας, δικαστού εγνωσµένου κύρους, Αικατερίνης Σακελλαροπούλου, θα προτείνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης για τη προεδρία της Δημοκρατίας. Η επίσπευση της ανακοίνωσης γίνεται εξαιτίας του φιάσκου με το υπ. Μεταναστευτικής Πολιτικής.
Η κυρία Σακελλαροπούλου επελέγη να είναι η πρώτη γυναίκα στην ηγεσία του Συµβουλίου της Επικρατείας επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ, κάτι που διευκολύνει την αποδοχή της και από τον χώρο της αξιωµατικής αντιπολίτευσης.
Και πέραν όλων αυτών, αποτελεί αυτή τη στιγµή µία εκ των πιο σηµαντικών προσωπικοτήτων της χώρας, καθώς ηγείται εδώ και ένα έτος ενός εκ των σηµαντικότερων δικαστικών σχηµατισµών της χώρας, έχοντας καταφέρει να επιτελέσει µε επιτυχία τα καθήκοντά της.
«Αισθάνοµαι την ανάληψη της προεδρίας του Συµβουλίου της Επικρατείας, για την οποία µε επέλεξε το Υπουργικό Συµβούλιο, ως τιµητικό βάρος που µε καλεί να ανταποκριθώ µε όλες µου τις δυνάµεις. Και έχω την ελπίδα ότι, σε συνεργασία µε τους συναδέλφους µου, το ανώτατο δικαστήριο, κατά τη διάρκεια της θητείας µου, θα προχωρήσει όπως απαιτεί η παράδοσή του και ο συνταγµατικός του ρόλος, στα πλαίσια του κράτους δικαίου και της δηµοκρατικής παράδοσης της χώρας», ανέφερε τον Οκτώβριο του 2018 στην πρώτη της δήλωση µετά την ανάληψη των καθηκόντων της. Πρόκειται για µία δήλωση την οποία η νυν πρόεδρος του Συµβουλίου της Επικρατείας έχει καταφέρει να τιµήσει όλο αυτό το διάστηµα.
Η Αικατερίνη Σακελλαροπούλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1956. Εισήλθε στο ΣτΕ ως εισηγητής τον Νοέµβριο του 1982 και αναδείχθηκε σε αντιπρόεδρο τον Οκτώβριο του 2015 και σε πρόεδρο τον Οκτώβριο του 2018. Η πορεία της νυν προέδρου του Συµβουλίου της Επικρατείας στο δικαστικό σώµα δεν είναι τυχαία, καθώς προέρχεται από δικαστική οικογένεια από τη Θεσσαλονίκη.
Ο αείµνηστος πατέρας της νέας προέδρου του ΣτΕ, Νικόλαος Σακελλαρόπουλος, διετέλεσε αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου. Μάλιστα, ήταν µέλος της σύνθεσης του ανωτάτου δικαστηρίου που δίκασε την υπόθεση Ανδρέα Παπανδρέου – Γιώργου Κοσκωτά και για κάποιο διάστηµα µάλιστα προήδρευσε.
Συµπτωµατικά, µε διαφορά σχεδόν δεκαπέντε ετών, η Αικατερίνη Σακελλαροπούλου ήταν µέλος του Ειδικού ∆ικαστηρίου που δίκασε την υπόθεση του πρώην υπουργού Οικονοµικών Γιώργου Παπακωνσταντίνου για τη λίστα Λαγκάρντ και την υπόθεση της αφαίρεσης των ονοµάτων δύο συγγενικών του προσώπων και συγκεκριµένα εξαδέλφων του.
Μέχρι και την επιλογή της στη θέση της νέας προέδρου του Συµβουλίου της Επικρατείας τον Οκτώβριο του 2018, η κυρία Σακελλαροπούλου υπηρετούσε στο Γ’ Τµήµα του ΣτΕ. Παλαιότερα και επί σειρά ετών ήταν στο Ε’ Τµήµα, το λεγόµενο και «οικολογικό».
Η κυρία Σακελλαροπούλου έχει εξειδικευτεί στο Περιβαλλοντικό ∆ίκαιο και έχει µεταπτυχιακό του ∆ηµοσίου ∆ικαίου στο Πανεπιστήµιο Paris II (Γαλλία), ενώ έχει συµµετάσχει σε πολλά συνέδρια, ηµερίδες και εκδηλώσεις σχετικά µε το ∆ίκαιο του Περιβάλλοντος κ.λπ.
Ως σύµβουλος Επικρατείας ήταν εισηγήτρια σε πολλές µεγάλες υποθέσεις, όπως είναι η εκτροπή του Αχελώου ποταµού στον Θεσσαλικό κάµπο, των µεταλλείων Χρυσού στην Κασσάνδρα Χαλκιδικής, στα προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, όπου µε απόφασή της διασώθηκαν ως διατηρητέα κ.λπ.
Παράλληλα, από το 2005 άρχισε να διδάσκει στην Εθνική Σχολή ∆ικαστών ∆ίκαιο του Περιβάλλοντος. Επίσης, ήταν η αντιπρόεδρος εκείνη η οποία µαζί µε τον επίτιµο πλέον αντιπρόεδρο του ΣτΕ, Χρήστο Ράµµο, µε επιστολές τους τάραζαν τα λιµνάζοντα νερά του Συµβουλίου της Επικρατείας, καυτηριάζοντρας παραλείψεις και άστοχες ενέργειές του σε «καυτά» υπηρεσιακά θέµατα του δικαστηρίου της ηγεσίας του.
Παράλληλα, διετέλεσε γενική γραµµατέας της Ενωσης ∆ικαστικών Λειτουργών του Συµβουλίου της Επικρατείας (1985-1986), πρόεδρος (1993-1995 και 2000-2001) και αντιπρόεδρος (2006-2008).






