kourdistoportocali.comRead ThisΜια μέρα με την Μήδεια

Γράφει η Λένα Κορομηλά

Μια μέρα με την Μήδεια

Ανατρίχιασε, ένιωσε απειλή, σαν ένας υδάτινος στρατός να ερχόταν κατά πάνω της

΄Ηταν Τρίτη, μια αλλιώτικη μέρα. Ή μάλλον μια αλλιώτικη νύχτα πριν ξημερώσει αυτή η aλλιώτικη Τρίτη. Η γυναίκα, άναψε τη σόμπα με κουκουνάρες και κλαδιά ελιάς που είχε μαζέψει από την προηγούμενη στο πευκόδασος Νηρηίδες και την περίμενε. Αυτήν με το τρομερό όνομα. Κάθε τρις και λίγο σηκωνόταν κι έβλεπε έξω.

Γράφει η Λένα Κορομηλά

Να είναι εκεί όταν θα έκανε την πρώτη της εμφάνιση. Κατά τις πέντε ένιωσε να απλώνεται μια περίεργη ησυχία. Η σιωπή του χιονιού, σκέφτηκε. Στην αρχή οι αραιές νιφάδες πάλευαν με τον δυνατό αέρα. Μέσα σε λίγα λεπτά ο άνεμος ησύχασε. Το χιόνι άρχισε να πέφτει βαρύ και πυκνό καλύπτοντας τις αγγελικούλες της περίφραξης, το εγκαταλειμμένο σπιτάκι με τα κεραμίδια, τις πρόωρα ανθισμένες μυγδαλιές, τα κάγκελα της εξώπορτας. Τελευταία, δεδομένης της θέσης τους δίπλα στο κύμα, άσπρισαν τα αλμυρίκια. Χάζεψε στο τζάμι πίνοντας καφέ.

Κατά τις επτά, φόρεσε το μπουφάν, τις μπότες και τα χοντρά κατσικίσια γάντια –ευκαιρία να τα εγκαινιάσω σκέφτηκε- που της είχε χαρίσει ένας βαρκάρης στη λίμνη Νταλ, στο Κασμίρ, και βγήκε έξω. Η αμμουδιά δίχως άμμο – είχε καλυφθεί εξ ολοκλήρου από το χιόνι. Η θάλασσα είχε μια όψη φοβερή. Δεν ήταν μόνο τα κύματα. Ήταν και οι ατμοί που έρχονταν από τα βάθη του πελάγους με απίστευτη ταχύτητα. Ανατρίχιασε, ένιωσε απειλή, σαν ένας υδάτινος στρατός να ερχόταν κατά πάνω της. Το ντοκ του σκι χάθηκε, ουρανός και θάλασσα εξαφανίστηκαν, κι αν εκείνη τη στιγμή δεν σηκωνόταν χιονοθύελλα να έρθει να σταθεί σαν τοίχος εκεί που σκάει το κύμα και να αναχαιτίσει τους υδρατμούς που είχαν καταφθάσει εκεί εκείνη τη στιγμή, σίγουρα θα την είχαν ρουφήξει και την ίδια. Βγήκε ξανά στο δρόμο. Αραιά και που περνούσαν ακόμη αυτοκίνητα.

Έκανε μια στάση στο καφέ του Βύρωνα, ήπιε το καθημερινό τσάι-κανέλα και συνέχισε. Λίγα μέτρα πιο κάτω, δυο παιδιά 7 περίπου ετών, ολόιδια, ντυμένα με στολή σκι, έπαιζαν χιονοπόλεμο. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, άρπαξε το αφράτο χιόνι από το παμπρίζ ενός αυτοκινήτου και τους το πέταξε. Έπαιζαν για ώρα. Το χιόνι εξακολουθούσε να πέφτει πυκνό ενώ τα βαρυφορτωμένα πεύκα τίναζαν που και που το λευκό φορτίο πάνω τους. Την έκσταση του παιχνιδιού διέκοψε η ανυπόμονη φωνή της μητέρας τους, Κοσμά Δαμιανέ γρήγορα μέσα, που στο μεταξύ είχε κατέβει στο πεζοδρόμιο με μια κούπα καφέ. Της φάνηκε μάλιστα ότι της έριξε ένα βλέμμα επιτιμητικό. Ντράπηκε για την παιδικότητά της και χωρίς ούτε ένα γειά, γύρισε πίσω.

Όταν έφτασε σπίτι, ζέστανε τα χέρια της στη σόμπα, έβγαλε από το συρτάρι την ολόσωμη στολή νεοπρίν και αποφάσισε να μη χάσει ούτε και σήμερα το μπάνιο της. Βούτηξε στα κρύα νερά, και με τους υδρατμούς να αναβλύζουν γύρω της, αισθάνθηκε μια απερίγραπτη ηδονή, ήταν σαν να βουτούσε σε υπαίθρια λουτρά που τόσο της άρεσε να επισκέπτεται, τα Πόζαρ ας πούμε ή τις γούρνες της Αιδηψού, για να μη μιλήσουμε για το Baden, την Ιεράπολη και διάφορα άλλα θερμά λουτρά στα οποία δεν έχανε την ευκαιρία να βουτάει, τότε που οι άνθρωποι ταξίδευαν.

Μία κυρία με κόκκινο μπουφάν έπαιζε με το σκύλο της και όταν την αντιλήφθηκε, κούνησε το κεφάλι της ενθουσιασμένη, έβγαλε το κινητό της και την φωτογράφιζε. Δεν κάθισε πολύ μέσα. Με το που άνοιξε την πόρτα, η θαλπωρή της φωτιάς μαζί με το άρωμα της ρεβυθάδας, πρόσφεραν στη γυναίκα αυτό που εκείνη τη στιγμή το σώμα αναζητούσε, μια και οι υπόλοιπες αισθήσεις της ήταν υπερπλήρεις. Ο κόσμος είχε αρχίσει να ξεχύνεται στους δρόμους, τα παιδιά χαίρονταν και οι μεγάλοι χαίρονταν με τη χαρά των παιδιών. Επικρατούσε μια ιλαρότητα, μια ανεμελιά, οι περισσότεροι είχαν πετάξει τη μάσκα, ίσως όχι από δική τους πρωτοβουλία, ίσως το φταίξιμο να ήταν του ανέμου, που τώρα το είχε γυρίσει πάλι σε χιονοθύελλα κι έβλεπες τις μάσκες να αιωρούνται, και που αν δεν ήξερες ότι ήταν το όπλο κατά της ακαταδάμαστης πανδημίας, θα μπορούσες κάλλιστα να το δεις ως σκηνικό θεάτρου, έτσι όπως είχαν σκαλώσει στα κλαδιά των δέντρων ή είχαν πιαστεί στη σκουριασμένη άγκυρα που έστησε πρώην ναυτικός.

Τα μήδια είχαν πάρει φωτιά, ένας πυρετός για το ποιος θα τραβούσε την πιο εντυπωσιακή φωτογραφία, με αποκορύφωνα την χιονισμένη Ακρόπολη. Κάποιοι μίλησαν για καταστάσεις Σιβηρίας. Ίσως και να ήταν, αφού αργότερα η Μήδεια, κατά πως το συνήθιζε από τα παλιά, φέρθηκε σε κάποιους πολύ σκληρά, αφήνοντάς τους χωρίς ρεύμα και νερό, απέλπιδες σε παγωμένα σπίτια. Κάθισε να γράψει ένα άρθρο. Ήταν και η τηλεδιάσκεψη με τους άλλους συγγραφείς στις πέντε και τριάντα, οι άλλοι θα είχαν ήδη μπει στο zoom, πλησίαζε έξι. Άνοιξε το λάπ τοπ. Εκείνη τη στιγμή ένα έντονο φως της έκαψε τα μάτια. Πετάχτηκε έξω.

Πρώτα είδε ένα βαθύ μπλε που μεταλλάσσονταν σε όλες τις αποχρώσεις του κόκκινου και του πορτοκαλί, λωρίδες ίριδας στο κύμα. Ο ήλιος τεράστιος, μία φλεγόμενη κατακόκκινη μάζα να εξαϋλώνεται μέσα στους υδρατμούς που ξανάκαναν την εμφάνισή τους πιο ήπιοι τώρα αλλά το ίδιο εντυπωσιακοί, για να σβήσουν σ΄ένα βαθύ μενεξεδί ουρανό. Έτσι, καθώς βασίλευε, έριχνε με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο την αυλαία αυτής της μηδιακής ημέρας.

SHARE

Περισσότερα

MORE READ THIS

TOP LINE

Όταν ο Κουφοντίνας προσέφερε ένα κουτί γλυκά στον Χρήστο Μάτη και μετά τον πυροβόλησε
Το σκοτεινό μυστικό της Λαμίας
To αφεντικό της Goldman είναι οργισμένος με την τηλεργασία. -Να σταματήσει αυτό το βιολί
Από τον Κουφοντίνα στον Manolo Petsitis
Σοκ από το θάνατο του Τάσου Θεοδωρόπουλου, του TAZ
Κώστας Κούρκουλος>Να προστατέψουμε τη μνήμη των γονιών μας από τον Τσίπρα και τον οχετό του
285 απόφοιτοι των Αρσακείων Σχολείων κονιορτοποιούν την υποκρισία
Οσμή τεράστιου σκανδάλου με 900 εκατ. δόσεις εμβολίων στην ΕΕ> Ποιοι εμπλέκονται
Eίναι τελικά η σπιρουλίνα το θαυματουργό φάρμακο κατά της πανδημίας;
Οι σκληροί δεν χορεύουν. Ο Ζούλιας αποκαλεί επαγγελματία ηλίθιο τον Κούγια!
Tι νόημα έχει ο Steven Jobs στη χώρα που είχε υπουργό υποδομών και δικτύων τον Σπίρτζη;
ΠΡΟΚΗΡΥΞΕΙΣ 17Ν για Μπακογιάννη>Tι έγραφε ο Κουφοντίνας για Πειραική-Πατραική, Χαλυβουργική και Λάρκο