kourdistoportocali.comRead ThisΗ Ευρώπη διαλύεται, όπως η Αυτοκρατορία των Αψβούργων

Γράφει ο Βαγγέλης Χωραφάς

Η Ευρώπη διαλύεται, όπως η Αυτοκρατορία των Αψβούργων

Η αποφυγή των συγκρούσεων ήταν καθοριστική επιλογή, ενώ το βάλτωμα των οξυμένων θεμάτων αποτελούσε τον κανόνα. Σας θυμίζει κάτι;

Που οδηγείται αυτή η βαλτωμένη, αδύναμη Ευρώπη η οποία αναβάλλει διαρκώς την επίλυση των προβλημάτων για το αδιόρατο μέλλον;

Ο,τι ακριβώς έκανε η Αυτοκρατορία των Αψβούργων.

Με τον ίδιο τρόπο πολιτεύεται σήμερα και η ηγεσία της Ευρώπης (βλέπε Μέρκελ) επιχειρώντας διαρκώς να κλωτσήσει το τενεκεδάκι πιο κάτω.

Ο,τι ακριβώς έκανε και στη περίπτωση των Μνημονίων στη χώρα μας. Ξοδέψαμε 10 ολόκληρα χρόνια λιτότητας και ουδεμία ουσιαστική μεταρρύθμιση στο κράτος δεν εφαρμόστηκε- με την ανοχή των δανειστών.

Πάρτε παράδειγμα τη Μέρκελ. Εξακολουθεί να σιωπά 24 ώρες μετά τη νίκη του Τζόνσον. Αποσβολωμένη.

Ειδικά η σιωπή της Μέρκελ μοιάζει με παραδοχή ήττας για ολόκληρο το ευρωπαικό οικοδόμημα. Μπορεί όμως να έχει μέλλον μία τέτοια Ευρώπη;

Στο κείμενο που ακολουθεί ο Βαγγέλης Χωραφάς (ιστορικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ και από τους πολιτικούς που ξέρουν γράμματα) φωτίζει μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ιστορική περίοδο της Ευρώπης-την Αυτοκρατορία των Αψβούργων και τα χαρακτηριστικά της.

Από την ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας, στην παράλυση της ΕΕ και στις ομοιότητες με την αυτοκρατορία των Αψβούργων.

Αυτή η διαδρομή θα μπορούσε να περιγράψει με επάρκεια τις τελευταίες εξελίξεις στο θέμα της διεύρυνσης της ΕΕ και στην απόρριψη των υποψηφιοτήτων της Βόρειας Μακεδονίας και της Αλβανίας.

Γράφει ο Βαγγέλης Χωραφάς

Τον Μάϊο 2017 όταν ο Εμανουέλ Μακρόν εκλέχτηκε πρόεδρος της Γαλλίας, η ευρωβουλευτής Σιλβί Γκουλάρ -την οποία ο Μακρόν πρότεινε για επίτροπο στην ΕΕ και την οποία απέρριψε το Ευρωκοινοβούλιο, πριν από λίγες ημέρες- αναφώνησε: «Επιτέλους, η Ευρώπη και η Γαλλία συμφιλιώθηκαν». Ήταν ένα από τα θερμά καλωσορίσματα για τον Γάλλο πρόεδρο, τα οποία εκείνη την περίοδο δεν ήταν αμελητέα.

Αντίθετα, η επίσημη αντίδραση της Πολωνίας ήταν περισσότερο συγκρατημένη.

Ο πρόεδρος της χώρας Αντρέι Ντούντα εξέφρασε την ελπίδα του για έναν γαλλοπολωνικό διάλογο «βασισμένο στις αρχές του αμοιβαίου σεβασμού μεταξύ ίσων κρατών και ελεύθερων λαών».

Η αντίθεση ανάμεσα στη θερμότητα με την οποία η Δυτική Ευρώπη χαιρέτησε την εκλογή του Εμανουέλ Μακρόν και στη λιγότερο ενθουσιώδη ανταπόκριση κρατών της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης, υπογραμμίζει τη διευρυνόμενη απόσταση μεταξύ των παλαιών χωρών της ΕΕ στη Δύση και των νεότερων στην Ανατολή.

Δεκαπέντε χρόνια μετά την τελευταία μεγάλη διεύρυνση της ΕΕ, την περίοδο 2004-2007, όταν 12 χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης εισήλθαν στην Ένωση, οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των παλιών και των νέων μελών δεν φαίνεται να σβήνουν.

Από τις βουλευτικές εκλογές στην Πολωνία το 2015 και την προσφυγική κρίση του 2015-2016, τα ρήγματα μάλλον μοιάζουν να ενισχύονται.

Η διεύρυνση του 2004-2007 που θεωρούνταν ιστορικό επίτευγμα, τώρα αντιμετωπίζεται με περισσότερο κριτική διάθεση.

Πολλοί στη Δυτική Ευρώπη θεωρούν ότι η ΕΕ διευρύνθηκε πολύ και σε μικρό χρονικό διάστημα, ενώ δεν λείπουν και η νοσταλγία για την καρλομάγνεια Ευρώπη.

Η διαίρεση μεταξύ Βορρά και Νότου στην Ευρώπη, που έγινε περισσότερο εμφανής κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης με τις χώρες του Βορρά να έχουν το ρόλο του δανειστή και τις χώρες του Νότου το ρόλο του δανειζόμενου, αποτελεί μία μόνιμη διαίρεση και βασίζεται σε ευρύτερες οικονομικές διαφορές.

Σε αντίθεση με αυτή, η διαίρεση Δυτικής-Ανατολικής Ευρώπης δεν περιορίζεται σε έναν μόνο παράγοντα.

Η διαχείριση του προσφυγικού/μεταναστευτικού είναι ο πιο πολιτικός από αυτούς τους παράγοντες.

Υπάρχουν όμως και η κρίση της δημοκρατίας στην Πολωνία και την Ουγγαρία-το επονομαζόμενο πρόβλημα των μη φιλελεύθερων δημοκρατιών – καθώς και τα ελλείμματα στο κράτος δικαίου και σε άλλες κεντροανατολικές χώρες.

Υπάρχουν ακόμη διαμάχες για τη διανομή των πόρων της ΕΕ, για τον αγροτικό τομέα κ.λ.π.

Πιεσμένοι από αυτό που θεωρούν ως έλλειψη αφοσίωσης στη διεύρυνση από τα νεότερα μέλη, κάποιοι από τους ηγέτες της Δυτικής Ευρώπης προωθούν μία ΕΕ δύο ταχυτήτων, στην οποία οι πρόθυμες και ικανές χώρες της Δύσης θα κινηθούν προς τα εμπρός, αφήνοντας τις υπόλοιπες χώρες σε έναν δεύτερο κύκλο.

ΤΑ ΣΚΟΠΙΑ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Η αντίσταση της Γαλλίας

Στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, η οποία κατέληξε στην απόρριψη του αιτήματος της Αλβανίας και της Βόρειας Μακεδονίας για έναρξη της ενταξιακής πορείας τους στην Ένωση, αναπτύχθηκαν διάφορα επιχειρήματα υπέρ των δύο υποψηφίων.

Κάποιοι από τους ευρωπαίους ηγέτες προσπάθησαν να αναδείξουν τη γεωστρατηγική σημασία των υποψηφίων χωρών, κάποιοι την πρόοδο στην επίλυση εκκρεμοτήτων (π.χ. η Συμφωνία των Πρεσπών για τη Βόρεια Μακεδονία και η εκρίζωση του συστήματος διαφθοράς στη Δικαιοσύνη στην Αλβανία) και την εγκαθίδρυση κράτους δικαίου, κάποιοι την υπενθύμιση ότι ενώ η ΕΕ εμφανίζεται ως χώρος ειρήνης διστάζει να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία της για να διασφαλίσει την ειρήνη στα Βαλκάνια και κάποιοι την αξιοπιστία της ΕΕ, η οποία είχε υποσχεθεί την έναρξη της ενταξιακής διαδικασίας.

Ο Εμμανουέλ Μακρόν αμφισβήτησε τα περισσότερα από τα προαναφερθέντα επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν από τους υπέρμαχους της διεύρυνσης της ΕΕ.

Υποστήριξε ότι η όλη διαδικασία διεύρυνσης χρειάζεται αναμόρφωση, πριν κάποιες χώρες ξεκινήσουν τη μακροχρόνια ενταξιακή τους διαδικασία, καθώς και το ότι η ΕΕ πρέπει να αντικαταστήσει ξεπερασμένες μεθόδους λήψης αποφάσεων για να μπορέσει να ενσωματώσει νέα μέλη.

Η στάση της Γαλλίας είναι συνεπής, με το Παρίσι να πρωταγωνιστεί στην αντίσταση έναρξης της διαδικασίας της διεύρυνσης σε 3 περιπτώσεις στους τελευταίους 16 μήνες.

Στη Σύνοδο Κορυφής το κλίμα ήταν θετικότερο για τη Βόρεια Μακεδονία σε σύγκριση με την Αλβανία, αλλά 5-6 χώρες μέλη δεν επιθυμούν το επονομαζόμενο decoupling, δηλαδή την έναρξη συνομιλιών μόνο με τη Βόρεια Μακεδονία, αφήνοντας την Αλβανία σε δεύτερη φάση.

Το μοτίβο των διευρύνσεων της ΕΕ

Οι προηγούμενες διευρύνσεις της ΕΕ, από τη δεκαετία του ’90 μέχρι πρόσφατα, χαρακτηρίζονταν από μία συνεργασία των κορυφαίων θεσμών της Δύσης. Το μοντέλο που διαμορφώθηκε περιλάμβανε πρώτα την ένταξη των υποψήφιων χωρών στο ΝΑΤΟ και κατόπιν στην ΕΕ. Το μοντέλο αυτό λειτούργησε αποτελεσματικά στην περίπτωση των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, καθώς και των χωρών της Βαλτικής.

Η περίπτωση όμως των Βαλκανίων είναι διαφορετική. Η πρόοδος είναι υπαρκτή αλλά αργή. Η Βουλγαρία και η Ρουμανία που δεν επλήγησαν από τους πολέμους της δεκαετίας του ’90, εισήλθαν στο ΝΑΤΟ το 2004 και στην ΕΕ το 2007.

Η Κροατία εισήλθε στο ΝΑΤΟ το 2009 και στην ΕΕ το 2013. Η Αλβανία εισήλθε στο ΝΑΤΟ το 2009 και το Μαυροβούνιο το 2017, αλλά και οι δύο βρίσκονται εκτός διαδικασιών για την ΕΕ. Η Βόρεια Μακεδονία είναι έτοιμη για ένταξη στο ΝΑΤΟ, η οποία αναμένεται να ολοκληρωθεί άμεσα.

Παράλληλα, το Μαυροβούνιο και η Σερβία αναμένεται να προσπαθήσουν να εγκριθούν ως υποψήφιες για την ΕΕ το 2023, με προοπτική να αρχίσουν ενταξιακές συνομιλίες το 2015.

Για να λειτουργήσει η διαδικασία της διεύρυνσης, έχει καθοριστική σημασία η κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ΕΕ. Η τελευταία αντιμετωπίζει μία κρίση εμπιστοσύνης, διευρυνσιακή κόπωση, οικονομική αστάθεια και εκτεταμένες κοινωνικές αντιδράσεις.

Η μετενταξιακή πορεία των δύο τελευταίων μελών της στα Βαλκάνια, της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας δεν αποδείχτηκε ιδιαίτερα επιτυχημένη σε ότι αφορά την εγκαθίδρυση κράτους δικαίου. Ένα μεγάλο μέρος των μεταναστευτικών ροών από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική διοχετεύεται στην Ευρώπη μέσω των Βαλκανίων. To Brexit δημιούργησε αμφιβολίες στις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες για τα Βαλκάνια.

Η Πολωνία και η Ουγγαρία, οι οποίες μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ προβάλλονταν ως χώρες-υποδείγματα φιλελεύθερης δημοκρατίας, τώρα εμφανίζουν προβληματικές λαϊκιστικές και αυταρχικές τάσεις, όπως και η Κροατία.

Ακόμα και οι εσωτερικές τάσεις ανεξαρτησίας που εμφανίζονται στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ισπανία μέσα από τη Σκωτία και την Καταλονία, δημιουργούν ανησυχίες σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και τις καθιστούν λιγότερο φιλικές προς το Κόσοβο.

Εξίσου καθοριστική σημασία έχει και η κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Δύση, η οποία δεν δείχνει ιδιαίτερα συνεκτική. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αμφισβητήσει την αφοσίωση των ευρωπαϊκών χωρών στους αμυντικούς στόχους του ΝΑΤΟ, δημιουργώντας αμφιβολίες για τη χρησιμότητα και τη προοπτική της Συμμαχίας. Οι αμερικανικοί δασμοί στον χάλυβα και το αλουμίνιο, καθώς και η μονομερής απόσυρση από τη πυρηνική συμφωνία με το Ιράν, θεωρήθηκαν προσβλητικές πράξεις από τους Ευρωπαίους.

Ο Λευκός Οίκος έχει επανειλημμένα τονίσει ότι θεωρεί την ΕΕ οικονομικό αντίπαλο, ενώ αμφισβητεί την επιτυχημένη συνεργασία του παρελθόντος στα Βαλκάνια, μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ. Ο εθνικισμός δεν αποτελεί πλέον μία βαλκανική ιδιαιτερότητα, εμφανίζεται παντού στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Η Δύση, ως φιλελεύθερο δημοκρατικό οικοδόμημα βρίσκεται σε αποδομή, ενώ η Κίνα αναδύεται ως στρατηγικός ανταγωνιστής.

Διευρυνσιακή κόπωση ή εξάντληση;

Στους κύκλους των αναλυτών υπάρχουν εκτιμήσεις ότι η διαδικασία διεύρυνσης της ΕΕ έχει φτάσει στο τέρμα της. Προς το παρόν, δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο.

Η Γαλλία, χωρίς να απορρίπτει τη διαδικασία διεύρυνσης, ήταν πάντα ιδιαίτερα διστακτική για τη διεύρυνση προς τα Δυτικά Βαλκάνια.

Κυρίως, γιατί αυτές οι χώρες εντάσσονταν στη σφαίρα επιρροής της Γερμανίας και η ενσωμάτωσή τους θα άλλαζε τους συσχετισμούς στην ΕΕ -στο βαθμό που δεν υπάρχουν υποψήφιες χώρες γαλλικής επιρροής- εις βάρος της.

Από τις τρεις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλία, το Λονδίνο ήταν ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της διεύρυνσης, έχοντας την υποστήριξη και του Βερολίνου. Το Brexit διαμόρφωσε νέες ισορροπίες, με το Παρίσι να μην διστάζει να δείχνει την ανοικτή αντίθεσή του.

Μετά το Brexit, μία σειρά χωρών που κινούνταν στην πλειοψηφία τους στο χώρο επιρροής του Λονδίνου σχημάτισαν μέσα στην ΕΕ τη Νέα Χανσεατική Λίγκα, για να καλύψουν το γεωπολιτικό κενό που άφησε η βρετανική αποχώρηση και για να υπερασπίσουν τα κοινά συμφέροντά τους.

Δύο από τις χώρες που πρωταγωνιστούν στη Νέα Χανσεατική Λίγκα, η Ολλανδία και η Δανία συμπαρατάχθηκαν με τη Γαλλία στο θέμα της διεύρυνσης. Άλλες χώρες της Λίγκας, όπως η Εσθονία, η Λετονία και η Λιθουανία κράτησαν περισσότερο διακριτική στάση, λόγω του ότι και οι ίδιες είχαν βρεθεί πριν από λίγα χρόνια στη θέση της Βόρειας Μακεδονίας και της Αλβανίας.

Οι Ολλανδοί και οι Δανοί εμφανίζονται ως εξαιρετικά επιφυλακτικοί για τη διεύρυνση, στο βαθμό που θεωρούν ότι θα αυξηθούν οι ενδοκοινοτικές μεταναστευτικές ροές και το οργανωμένο έγκλημα.

Στα προηγούμενα, θα πρέπει να προστεθεί και ο κίνδυνος του τζιχαντισμού, του οποίου ένας από τους πυλώνες θεωρούνται τα Βαλκάνια -η μόνη περιοχή με χώρες που έχουν μουσουλμανική βάση- και για τον οποίο υπάρχουν μεγάλοι φόβοι σε σημαντικές χώρες της ΕΕ.

Ο Εμμανουέλ Μακρόν και οι σύμμαχοί του απομακρύνονται από τη στρατηγική της ΕΕ των αρχών του ’00.

Πιστεύουν ότι μακροπρόθεσμα η ενσωμάτωση μίας ομάδας φτωχών και προβληματικών χωρών των Βαλκανίων θα αποδυναμώσει την ήδη εύθραυστη ΕΕ και για το λόγο αυτό, η διεύρυνση θα πρέπει να ανασχεθεί.

Αν η ανάσχεση αυτή διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, τότε οι χώρες αυτές θα ακολουθήσουν το παράδειγμα της Τουρκίας και θα βρίσκονται σε μία κατάσταση limbo στην ΕΕ και τη Δύση.

ΕΕ:ΕΝΑΣ ΜΕΤΑΕΘΝΙΚΟΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ

Η συγκρότηση μίας συνεργατικής αυτοκρατορίας

Η μεταμοντέρνα ΕΕ προσφέρει το όραμα μιας «άτυπης συνεργατικής αυτοκρατορίας» με κοινό επίπεδο ελευθεριών και κοινή ασφάλεια, χωρίς εθνική επικυριαρχία, στοιχείο που χαρακτήριζε όλες τις προηγούμενες αυτοκρατορίες. Μια «συνεργατική αυτοκρατορία» αποτελεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο καμία χώρα δεν κυριαρχεί και το οποίο γεννά αρχές που δεν είναι εθνικές, αλλά νομικές.

Τα κράτη που συγκροτούν την ΕΕ έχουν διαμορφώσει την πρώτη μετα-εθνική αυτοκρατορία, και για να είμαστε πιο ακριβείς, τον πρώτο μετα-εθνικό αυτοκρατορικό χώρο. Αυτός ο χώρος αποκτά μια διακριτότητα μέσα από την χρήση πολλαπλών μέσων επηρεασμού, αποκλειόμενης της στρατιωτικής ισχύος. Αυτός ο τελευταίος αποκλεισμός προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην εκτεταμένη χρησιμοποίηση της διπλωματίας. Όχι ενός οποιουδήποτε είδους διπλωματίας, αλλά συγκεκριμένα της «κοσμοπολίτικης διπλωματίας», η οποία προκύπτει από ένα νέο τρόπο κρατικής συγκρότησης.

Μέσα από τις μακροχρόνιες διαδικασίες του ευρωπαϊκού state–building, η ΕΕ σχηματοποιήθηκε σε ένα «μεταμοντέρνο σύστημα» που είναι περισσότερο μετα-εθνικό παρά υπερ-εθνικό. Μια κοινότητα κρατών που θεωρεί ότι ο πόλεμος –μέσα από την τραυματική ευρωπαϊκή εμπειρία των δύο παγκόσμιων πολέμων– αποτελεί μια αποτυχία της πολιτικής.

Οι Ευρωπαίοι τείνουν να αντιλαμβάνονται το δικό τους «μεταμοντέρνο σύστημα» ως μέρος ενός γενικότερου συστήματος, στο οποίο η έννοια του συσχετισμού δυνάμεων πρέπει να αντικατασταθεί από έννοιες όπως η «απόρριψη της ισχύος» και η «αυτο-επιβαλλόμενη συμπεριφορά». Αυτό τους οδηγεί στην απόρριψη του κλασσικού raison d’etat από την εποχή του Μακιαβέλι, δηλαδή την αποτελεσματικότητα –άρα εν πολλοίς και τη μη ηθική– της λειτουργίας του κράτους και την αντικατάστασή της από τη συνειδησιακή ηθική στις διεθνείς υποθέσεις.

Ο ευρωπαϊκός αυτοκρατορικός χώρος εδράζεται σε μια νέα αυτοκρατορική αρχή: ασφάλεια μέσω της διαφάνειας και διαφάνεια μέσω της αλληλεξάρτησης. Πρόκειται για μια ενδοευρωπαϊκή διαδικασία που προϋποθέτει ότι το μεγαλύτερο μέρος της κοινής ευρωπαϊκής άμυνας και ασφάλειας εξασφαλίζεται από τις

ΗΠΑ μέσα από το ΝΑΤΟ.

Στο επίπεδο των αυτοκρατοριών η ιστορία μάς δείχνει ότι οι αυτοκρατορικές τάσεις πρέπει να εμφανίζονται χωρίς τέλος. Γι’ αυτό και οι αυτοκρατορίες δεν κατανοούν την έννοια της υπερεπέκτασης. Το πρόβλημα της υπερεπέκτασης του ευρωπαϊκού αυτοκρατορικού χώρου είναι ένας συνδυασμός γεωγραφίας και οικονομίας. Η συνεχής διεύρυνση (σήμερα η ΕΕ των 28, αύριο η Τουρκία, τα Βαλκάνια κ.λπ.) δεν μπορεί να συμβαδίζει με την εμβάθυνση μέσα στα πλαίσια ενός νεοφιλελεύθερου μοντέλου οικονομικής πολιτικής. Η Ευρώπη έχει ήδη αγγίξει τα όρια της υπερεπέκτασής της. Από το σημείο αυτό, οι εξελίξεις θα μπορούσαν να είναι αρνητικές. Αυτό, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την ΕΕ αλλά και από τις ΗΠΑ.

Η πολιτική στον αυτοκρατορικό χώρο

Το πρόβλημα της νομιμοποίησης της πολιτικής στα πλαίσια του ευρωπαϊκού «μεταμοντέρνου» συστήματος είναι εξαιρετικά πολύπλοκο. Η ΕΕ προωθεί τις διακυβερνητικές διαπραγματεύσεις και τη «συναινετική» πολιτική αφενός για λόγους αρχής, αφετέρου γιατί οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι πολίτες περιμένουν από την ΕΕ να λειτουργήσει με αυτόν τον τρόπο. Ο τρόπος αυτός όμως εμπεριέχει και την αντίφασή του. Οι πολίτες απομακρύνονται από τα πολιτικά συστήματα, και κυρίως από το κεντρικό πολιτικό σύστημα της ΕΕ, θεωρώντας ότι χάνουν την δυνατότητα ελέγχου τους.

Ο τρόπος λήψης αποφάσεων στην ΕΕ παράγει διακριτά αποτελέσματα, που επηρεάζουν τις εθνικές ταυτότητες και ιδέες, κυρίως αν αυτές οι αποφάσεις σχετίζονται με την εξωτερική πολιτική και την πολιτική άμυνας και ασφάλειας. Πρόκειται για διαδικασίες διαμόρφωσης συλλογικής μνήμης βασισμένες σε συμβολισμούς και μύθους που σχετίζονται με το τι η Ευρώπη πρέπει να κάνει στον κόσμο. Το παρελθόν, δηλαδή, το τι η Ευρώπη έκανε στον κόσμο χρησιμοποιείται μόνο ως αφανές υπόβαθρο, σαν μια συνιστώσα της συλλογικής μνήμης που αδυνατίζει με το πέρασμα των χρόνων.

Οι εξελίξεις αυτές καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις την πιθανότητα κινητοποίησης της κοινής γνώμης για στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ακόμα περισσότερο, στο βαθμό που οι τελευταίες ταυτίζονται με τη συνήθη και επαναλαμβανόμενη πρακτική των ΗΠΑ, που σφραγίζει την ταυτότητά τους, κάτι που δεν ταιριάζει με την αναδυόμενη «μετα-μοντέρνα» ταυτότητα της ΕΕ.

Μπορούμε ακόμα να παρατηρήσουμε ότι οι τρόποι λήψης αποφάσεων στην ΕΕ μέσα από συλλογικές διαπραγματεύσεις, συμβιβασμούς και συναίνεση επηρεάζουν και τους αντίστοιχους τρόπους σε εθνικό επίπεδο. Οι ευρωπαϊκές «μετα-εθνικές» δημοκρατίες, εκτός από την καρτελοποίηση της πολιτικής, δίνουν ιδιαίτερη σημασία στην ιδεολογία της κοινωνικής συναίνεσης και του κοινωνικού διαλόγου.

Αυτή η κοινωνική συναίνεση και ο κοινωνικός διάλογος, σε εθνικό επίπεδο, αφορούν συλλογικές οντότητες που την εποχή της παγκοσμιοποίησης έχουν διαφορετική κοινωνική ισχύ από ότι την περίοδο 1950-1970. Τα συνδικάτα και οι επαγγελματικές ενώσεις δεν αποτελούν πλέον ιδιαίτερα ισχυρούς μοχλούς πίεσης.

Η ισορροπία δυνάμεων έχει γείρει καθοριστικά υπέρ των εργοδοτών και του κεφαλαίου εν γένει. Στα πλαίσια, μάλιστα, μιας μόνιμα προκαθορισμένης οικονομικής πολιτικής –όπως αυτή ορίζεται από το Σύμφωνο Σταθερότητας– οι εκάστοτε κυβερνήσεις αναλαμβάνουν τα καθήκοντα της απορρύθμισης της αγοράς εργασίας, της μείωσης του κράτους πρόνοιας και της αναίρεσης των εργατικών κεκτημένων. Επομένως ο κοινωνικός διάλογος και η κοινωνική συναίνεση λειτουργούν ως επαναλαμβανόμενα ιδεολογικά προσχήματα για την επιβολή προαποφασισμένων «μεταρρυθμίσεων».

Η στρατιωτική διάσταση

Είτε στο επίπεδο των κρατών μελών είτε στο επίπεδο της ΕΕ, η συναινετική πολιτική κάνει τη διάκριση μεταξύ «εχθρού/φίλου» εξαιρετικά δυσχερή. Σε γενικές γραμμές η ΕΕ φαίνεται να διαμορφώνεται σε μια «δημοκρατική κοινότητα χωρίς εχθρούς». Στην πραγματικότητα πρόκειται για ψευδαίσθηση, στο βαθμό που εθνικές διαφοροποιήσεις στα κράτη-μέλη εξακολουθούν να υπάρχουν (π.χ. Βάσκοι, Ιρλανδοί κ.λπ.) και δεν υπάρχει κανένας μηχανισμός, ο οποίος θα μπορέσει να αποτρέψει αυτές τις αντιθέσεις από το να γίνουν ανταγωνιστικές.

Πολύ περισσότερο, η κατάσταση στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο εξακολουθεί να παραμένει τεταμένη, στο βαθμό που εθνικά προβλήματα μεταξύ κρατών δεν μπορούν να διευθετηθούν. Οι οπαδοί της θεωρίας για τη δημοκρατική ειρήνη εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο, στο επίπεδο των εθνικών κρατών να κινητοποιηθεί ο λαϊκός παράγοντας υπέρ οποιασδήποτε πολεμικής λύσης. Αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο για τις ευρωπαϊκές «μετα-εθνικές» κοινωνίες που εμφανίζουν αποδυνάμωση της εθνικής τους ταυτότητας, αλλά και ιδιαίτερη ευαισθησία στις αντιδράσεις της παγκόσμιας κοινής γνώμης.

Βέβαια, ο συναινετικός τρόπος λήψης αποφάσεων της ΕΕ της στερεί το δυναμισμό αυτού που στις ΗΠΑ αποκαλούν «υπεροχή της απόφασης». Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό γιατί αν, σύμφωνα με το κυρίαρχο πρότυπο ανάλυσης των διεθνών σχέσεων, ζούμε σε μια περίοδο κινδύνων και όχι απειλών, η δυνατότητα χρησιμοποίησης της «υπεροχής της απόφασης» μπορεί να κάνει τη διαφορά ανάμεσα στην επιτυχία ή την αποτυχία στη διαδικασία διαχείρισης κινδύνων. Αυτός ο μετασχηματισμός από την αντιμετώπιση απειλών στην αντιμετώπιση κινδύνων, έχει επηρεάσει καθοριστικά τις απόψεις των ΗΠΑ και της Ευρώπης στα θέματα άμυνας και ασφάλειας.

Μπορούμε να διακρίνουμε τρία βασικά χαρακτηριστικά στο θέμα της αντιμετώπισης κινδύνων. Πρώτον, ότι ο εχθρός είναι κινητικός και αποεδαφοποιημένος, δεύτερον, ότι η έννοια της συμμαχίας ή της συμμετοχής σε μια κοινότητα άμυνας και ασφάλειας είναι μεταβλητή και όχι σταθερή, και τρίτον, ότι οι συμμαχίες συγκροτούνται γύρω από αφαιρέσεις, γύρω από γενεσιουργές διαδικασίες (π.χ. τρομοκρατία, οργανωμένο έγκλημα, οικολογική καταστροφή κ.λπ.) και όχι γύρω από συγκεκριμένες απειλές.

Ακόμη και στο νέο πλαίσιο διεθνούς ασφάλειας, χρειάζεται η ισχύς του παγκόσμιου ηγεμόνα, δηλαδή των ΗΠΑ, προκειμένου να εξασφαλιστεί η λειτουργία του παγκόσμιου συστήματος ισορροπιών.

Μόνο μέσα στο πλαίσιο αυτό μπορεί να λειτουργήσει μια νέα μορφή αυτοκρατορίας, μια «μεταμοντέρνα αυτοκρατορία» που θα ενσωματώνει τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις αξίες του κοσμοπολιτισμού: και αυτή είναι η ΕΕ.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΒΙΕΝΝΗ, ΤΗΝ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΩΝ ΑΨΒΟΥΡΓΩΝ

Η ΕΕ με τα χαρακτηριστικά που προαναφέραμε, αποτελεί μία ενδιάμεση δύναμη στη παγκόσμια ιεραρχία. Μία δύναμη μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας.

Το πρόβλημα με τις ενδιάμεσες δυνάμεις στην ιστορία, ήταν ότι δεν είχαν πάντα μεγάλη διάρκεια. Ο βασικός παράγοντας που έπρεπε να διαχειριστούν ήταν ο χρόνος, αφού περιβάλλονταν από εχθρούς και αντιπάλους και δεν μπορούσαν να τους αντιμετωπίσουν όλους μαζί.

Η αυτοκρατορία των Αψβούργων επιβίωσε για αιώνες. Στις ημέρες της δόξας της εκτείνονταν από την Ισπανία και την Ολλανδία μέχρι την Κροατία και την Ουκρανία.

Πόσο ήταν πιθανόν ένα τόσο μεγάλο, διαιρεμένο και σύνθετο κράτος που αποτελούνταν από ένα μωσαϊκό λαών και μαστίζονταν από οικονομικές δυσκολίες να παραμένει ακέραιο για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ δέχονταν προκλήσεις από διάφορες πλευρές.

Η απάντηση είναι ότι οι Αψβούργοι έμαθαν να λειτουργούν με τα περιορισμένα μέσα που είχαν στη διάθεση τους. Έπαιζαν όμως, ένα μεγάλο γεωπολιτικό παιχνίδι μοχλεύοντας φίλους και εχθρούς στη διαχείριση των εκτεταμένων συνόρων τους.

Ο κύριος στόχος των Αψβούργων ήταν να κερδίσουν χρόνο. Η καθυστέρηση των συγκρούσεων και η πιθανή αποφυγή τους, αποτελούσε τη βασική στρατηγική τους. Τα εδάφη των Αψβούργων ήταν τεράστια, ο στρατός αδύναμος και υποχρηματοδοτούμενος, ενώ η Βιέννη δαπανούσε μεγάλα ποσά για τη κατανάλωση των εθνικών και γλωσσικών ομάδων. Η αποφυγή των συγκρούσεων ήταν καθοριστική επιλογή, ενώ το βάλτωμα των οξυμένων θεμάτων αποτελούσε τον κανόνα. Περίπου, ότι και στην ΕΕ.

Εκτός από μικρός, ο αυτοκρατορικός στρατός ήταν και αμυντικά προσανατολισμένος. Σε περιόδους κρίσεων ο αυτοκράτορας σχημάτιζε συμμαχίες με άλλες χώρες, ώστε οι τελευταίες να αποτελέσουν μία ενδιάμεση ζώνη, διατηρώντας ανέπαφα τα εδάφη του.

Ο βασικός στόχος της εξωτερικής πολιτικής των Αψβούργων ήταν η προώθηση της διπλωματίας και των σχέσεων γειτονίας, κατ’ ανάλογο τρόπο που κάνει σήμερα η ΕΕ με τη κοσμοπολίτικη διπλωματία και την Πολιτική Γειτονίας.

Προσπαθούσαν επίσης, να έχουν καλές σχέσεις με πολλές από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής για να τις καλούν σε βοήθεια, στο βαθμό που διέθεταν ισχυρότερους στρατούς. Με την επιλογή αυτή, οι Αψβούργοι έχασαν πολλές μάχες, αλλά σπάνια έχασαν πολέμους.

Η στρατηγική αυτή ανατράπηκε από τον αυτοκράτορα Φραγκίσκο Ιωσήφ Ι, στα μέσα του 19ου αιώνα, αλλάζοντας το στρατό του από αμυντικό σε επιθετικό, εγκαταλείποντας κάποιους συμμάχους στην ενδιάμεση ζώνη και ερχόμενος σε σύγκρουση με κάποιες μεγάλες δυνάμεις, με αποτέλεσμα η αυτοκρατορία να οδηγηθεί σε κατάρρευση.

Όπως οι Αψβούργοι, έτσι και η ΕΕ θα πρέπει να μάθει να προσανατολίζεται μέσα σε έναν περίπλοκο γεωπολιτικό χάρτη και να έχει σταθερότητα, όσο το ΝΑΤΟ της διασφαλίζει την ασφάλεια της.

Το Brexit αποτελεί την πιο μεγάλη πρόκληση που έχει να αντιμετωπίσει η ΕΕ. Αν επιτύχει, τότε θα αποδειχθεί στην πράξη ότι το αμετάκλητο της συμμετοχής στην ΕΕ, δεν ισχύει. Τουλάχιστον για τις μεγάλες χώρες.

Γιατί οι μικρές χώρες, όπως απέδειξε η περίπτωση της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ το 2015, έχουν να αντιμετωπίσουν εξαιρετικά δύσκολα προβλήματα. Αν όμως υπάρξουν και άλλες χώρες μετά το Ηνωμένο Βασίλειο που θα θελήσουν να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο, αυτές θα είναι από τις μεγάλες δυνάμεις.

Και η ιστορία δείχνει ότι οι αυτοκρατορικοί χώροι στους οποίους εμφανίζεται η πρώτη απόσχιση, δύσκολα μπορούν να ανακάμψουν…

>geoeurope.org

SHARE

Περισσότερα

MORE READ THIS