kourdistoportocali.comRead ThisΕλλάδα, το κράτος που μισεί τα πετυχημένα στελέχη του ιδιωτικού τομέα

Υπερφορολόγηση και μεσαία τάξη

Ελλάδα, το κράτος που μισεί τα πετυχημένα στελέχη του ιδιωτικού τομέα

Το 3% των φορολογούμενων καταβάλει το 42% του συνόλου των φόρων και της εισφοράς

Το ελληνικό κράτος της μεταπολίτευσης μισεί τα στελέχη των ιδιωτικών επιχειρήσεων.
Ισως του έχει μείνει κουσούρι από την εποχή που ο εθνάρχης Καραμανλής κρατικοποίησε με υποδειγματική εμπάθεια και μένος τον Όμιλο Ανδρεάδη.
Οι Ελληνες της μεταπολίτευσης γεννήθηκαν και μεγάλωσαν με ιδεοληπτικό μίσος κατά του ιδιωτικού τομέα, τον οποίο στοχοποιούσε τόσο η εγχώρια τρομοκρατία με τα κουμπούρια της όσο και οι οικονομικές πολιτικές των εκάστοτε κυβερνήσεων-ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και των ιδεοληπτών του Σύριζα συμπεριλαμβανομένων.
Η μεταπολιτευτική Ελλάδα γαλουχήθηκε από το κράτος-πατερούλη σαν απομεινάρι της χούντας και φυσικά από τους λαικιστές και δημαγωγούς ηγέτες της δήθεν (παπαδημούλειας) αριστεράς και φυσικά τους δεξιούς κρατιστές που απεχθανόντουσαν εξίσου τις μεταρρυθμίσεις.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ένας καθαρός μισθός 1.500 ευρώ στην Ελλάδα κοστίζει στην επιχείρηση 2.727 ευρώ το μήνα ενώ στην Κύπρο το κόστος είναι 1.814 ευρώ, ή 33,5% χαμηλότερα. Για να μπορέσει να προσφέρει έναν υψηλό μισθό, της τάξης των 3.000 ευρώ μηνιαίως σε ένα στέλεχος ή επιστήμονα, η επιχείρηση στην Ελλάδα πρέπει να καταβάλει συνολικά 7.148 ευρώ, ενώ στην Κύπρο το συνολικό κόστος για την επιχείρηση είναι μόλις 4.237 ευρώ (-40%) και στη Βουλγαρία 3.768 ευρώ (-47%).

Με λίγα λόγια το κράτος παρακρατεί σχεδόν το 60% των χρημάτων που διαθέτει μια εταιρία στα στελέχη της, καθιστώντας απαγορευτική τη δημιουργία θέσεων εργασίας για υψηλής κατάρτισης στελεχιακό δυναμικό. Χαρακτηριστικό του μεγάλου ανταγωνιστικού μειονεκτήματος με το οποίο επιβαρύνεται το ελληνικό επιχειρείν είναι ότι για τη δημιουργία μιας θέσεως εργασίας με καθαρή αμοιβή 4.000 ευρώ το μήνα η επιχείρηση πρέπει να καταβάλει στο ελληνικό δημόσιο 9.430 ευρώ που με τα ίδια χρήματα μια εταιρεία στην Κύπρο ή τη Βουλγαρία μπορεί να προσλάβει δύο στελέχη με αμοιβή 4.000 ευρώ ο καθένας!

Τα άρθρα που ακολουθούν είναι αποκαλυπτικά του μένους που διέπει το κράτος εναντίον του υγιούς ιδιωτικού τομέα.
Βασίλης Μπόνιος
Υπερφορολόγηση και μεσαία τάξη:>Γιατί μας αφορά
Άρθρο κ. Μιχάλη Μητσόπουλου, Διευθυντή Τομέα Επιχειρηματικού Περιβάλλοντος και Ρυθμιστικών Πολιτικών του ΣΕΒ
Στα χρόνια των «μνημονίων» η μανία της υπερφορολόγησης της μισθωτής εργασίας του ιδιωτικού τομέα οδήγησε στην ένταση αυτού του δομικού προβλήματος. Έτσι, η απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα παραμένει χαμηλή, οι παθογένειες της αγοράς εργασίας και των επιχειρήσεων δεν αντιμετωπίστηκαν, το μερίδιο της εργασίας επί του ΑΕΠ διατηρήθηκε χαμηλά και, τελικά, τα δημόσια έσοδα συνέχισαν να εξαρτώνται από μια στενή βάση.
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, πρέπει να μάθουμε από τα λάθη του παρελθόντος. Δηλαδή, να αντιμετωπίσουμε πιο φιλικά τη μισθωτή εργασία του ιδιωτικού τομέα, σε όλα τα επίπεδα αλλά ειδικότερα όταν αυτή αμείβεται καλύτερα. Συνεπώς, αντί να νομοθετούμε αυξήσεις που η αγορά δεν μπορεί να πληρώσει, ας απομακρύνουμε τις φορολογικές και ρυθμιστικές υπερβολές που ουσιαστικά απαγορεύουν στις πλέον δυναμικές επιχειρήσεις να ανταμείψουν τους ικανούς και εργατικούς υπαλλήλους τους. Ας κάνουμε τη μισθωτή εργασία πιο ελκυστική επιλογή σήμερα για ένα πιο παραγωγικό αύριο.
Ο τρόπος αντιμετώπισης της μισθωτής εργασίας του ιδιωτικού τομέα αποτέλεσε μια καθοριστική αιτία που οδήγησε τη χώρα στην κρίση. Για να κατανοήσουμε το γιατί απαιτείται μια μικρή ιστορική αναδρομή. Eδώ και 40 χρόνια η χώρα επέλεξε την επιβάρυνση της μισθωτής εργασίας του ιδιωτικού τομέα με υπερβολικές, μη ανταποδοτικές, ασφαλιστικές εισφορές και υψηλή και υπερπροοδευτική φορολογία.
Φορολογία και εισφορές έπλητταν περισσότερο τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα σε σχέση με την αυτοαπασχόληση, που πλήρωνε μικρότερες ασφαλιστικές εισφορές και είχε τη δυνατότητα φοροδιαφυγής για εισοδήματα άνω του αφορολόγητου καθώς και τους συνταξιούχους που δεν πλήρωναν πια εισφορές και συνήθως λαμβάνανε καλές συντάξεις πέριξ του αφορολόγητου, ειδικά όταν ήταν συνταξιούχοι του δημοσίου. Οι εν ενεργεία υπάλληλοι του δημοσίου επίσης λαμβάνανε συνήθως μισθό πέριξ του αφορολόγητου, τα επιπλέον επιδόματα τους είχαν χαμηλή αυτοτελή φορολόγηση και πληρώνανε ελάχιστες, συγκριτικά, εισφορές. Έτσι, το, παραδοσιακά γενναιόδωρο, «αφορολόγητο» κατέληξε να αφορά στην πράξη τη συντριπτική πλειοψηφία των φορολογούμενων εκτός των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα που ήδη πληρώνανε ένα υψηλότατο, μη ανταποδοτικό, «flat tax» με το όνομα «ΙΚΑ».
Επιπλέον, για όσους καταφέρνανε να διεκδικήσουν έναν καλύτερο μισθό στον ιδιωτικό τομέα, η υπερπροοδευτική υπερφορολόγηση φρόντιζε ώστε από κάθε ευρώ που έδινε ο εργοδότης ως ανταμοιβή στον ικανό υπάλληλο, τη μερίδα του λέοντος την εισέπραττε το κράτος. Λειτουργώντας συνεπώς αμυντικά και ορθολογικά η αγορά στράφηκε μαζικά στην αυτοαπασχόληση, στην πρόσληψη στο δημόσιο και την πρόωρη συνταξιοδότηση.
Η όποια μισθωτή εργασία του ιδιωτικού τομέα παρέμεινε, συγκεντρώθηκε κατά κύριο λόγο σε θέσεις εργασίας χαμηλών αμοιβών, δεξιοτήτων και προοπτικών. Δηλαδή, σε μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες δεν επεδίωκαν και δεν μπορούσαν να πετύχουν δυναμική ανάπτυξη, καθώς αναζητούσαν την προστασία από τις υπερβολές του φορολογικού πλαισίου στη ζώνη της ημιπαρανομίας.
Αντιμέτωπο με αυτή την κατάσταση, το κράτος είχε μια «λαμπρή» ιδέα: Αφού η αγορά δεν δίνει μόνη της αυξήσεις μισθών, θα νομοθετήσουμε την αύξηση των μισθών – πριν την κρίση, με το σχεδιασμό της «υποχρεωτικής διαιτησίας» και σήμερα επιπλέον μέσω νόμων και εγκυκλίων -και χωρίς βέβαια να μας απασχολεί αν αυτοί που θα λάβουν την αύξηση την αξίζουν.
Σε μια αγορά που αναγκάζεται να αποφύγει τους μεγαλύτερους και που για το λόγο αυτό βασίζεται σε δυσανάλογα μεγάλο βαθμό σε μικρότερες επιχειρήσεις που απασχολούν εργαζόμενους χαμηλότερων δεξιοτήτων και προσφέρουν χαμηλούς μισθούς, οι μεγάλες αυξήσεις στους κατώτατους και βασικούς μισθούς εξωθούν ειδικά τους πλέον αδύναμους εργαζόμενους στην ημιδηλωμένη ή αδήλωτη εργασία ή ακόμα και την αεργία και ανεργία.
Στα χρόνια των «μνημονίων» η μανία της υπερφορολόγησης όλων αλλά και της μισθωτής εργασίας του ιδιωτικού τομέα οδήγησε στην ένταση αυτού του δομικού προβλήματος. Έτσι, η απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα παραμένει χαμηλή, οι παθογένειες της αγοράς εργασίας και των επιχειρήσεων δεν αντιμετωπίστηκαν, το μερίδιο της εργασίας επί του ΑΕΠ διατηρήθηκε χαμηλά και, τελικά, τα δημόσια έσοδα συνέχισαν να εξαρτώνται από μια στενή βάση. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, πρέπει να μάθουμε από τα λάθη του παρελθόντος.
Δηλαδή, να αντιμετωπίσουμε πιο φιλικά τη μισθωτή εργασία του ιδιωτικού τομέα, σε όλα τα επίπεδα αλλά ειδικότερα όταν αυτή αμείβεται καλύτερα. Συνεπώς, αντί να νομοθετούμε αυξήσεις που η αγορά δεν μπορεί να πληρώσει, ας απομακρύνουμε τις φορολογικές και ρυθμιστικές υπερβολές που ουσιαστικά απαγορεύουν στις πλέον δυναμικές επιχειρήσεις να ανταμείψουν τους ικανούς και εργατικούς υπαλλήλους τους. Ας κάνουμε τη μισθωτή εργασία πιο ελκυστική επιλογή σήμερα για ένα πιο παραγωγικό αύριο.

SHARE

Περισσότερα

MORE READ THIS