Αίφνης οι The New York Times επιχειρούν την επιστροφή τους στη δημοσιογραφία με δύο παραδοχές που προκαλούν αίσθηση. Η πρώτη αφορά τη συγκάλυψη του σκανδάλου χρηματισμού της οικογένειας Biden και η 2η την διαπίστωση ότι ο εισβολή του Putin στην Ουκρανία “έβαλε ακόμα ένα καρφί στο φέρετρο της υπερπαγκοσμιοποίησης”. Πάμε να ξεκινήσουμε από το τελευταίο με την ανάλυση των Edward Wong και Ana Swanson.
Όταν τελείωσε ο Ψυχρός Πόλεμος, οι κυβερνήσεις και οι μεγάλες εταιρείες πίστευαν ότι οι ισχυρότεροι οικονομικοί δεσμοί θα οδηγούσαν σε μεγαλύτερη παγκόσμια σταθερότητα. Αλλά ο πόλεμος της Ουκρανίας και η πανδημία ώθησαν τον κόσμο προς την αντίθετη κατεύθυνση και ανέτρεψαν αυτές τις ιδέες.
Από τους Edward Wong και Ana Swanson/New York Times
Σήμερα, σημαντικά κομμάτια της συνδεδεμένης παγκόσμιας οικονομίας διαλύονται. Αμερικανοί και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι χρησιμοποιούν σήμερα τις κυρώσεις προκειμένου να αποκόψουν σημαντικά τμήματα της ρωσικής οικονομίας, της 11ης μεγαλύτερης στον κόσμο, από το παγκόσμιο εμπόριο και εκατοντάδες δυτικές εταιρείες έχουν σταματήσει τις δραστηριότητές τους στη Ρωσία χωρίς καθοδήγηση.
Εν μέσω της πανδημίας, οι εταιρείες αναδιοργανώνουν επίσης τον τρόπο με τον οποίο αποκτούν τις πρώτες ύλες τους λόγω των αυξανόμενων δαπανών και των απρόβλεπτων καθυστερήσεων στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.
Επιπλέον, δυτικοί αξιωματούχοι και στελέχη επανεξετάζουν το πώς να συναλλάσσονται με την Κίνα, τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το Κινεζικό Κομουνιστικό Κόμμα και η χρήση προηγμένης τεχνολογίας για την ενίσχυση του αυταρχικού ελέγχου του κάνουν τις εταιρικές συναλλαγές όλο και πιο δύσκολες.
Όλα αυτά, αντιστρέφουν τις βασικές αρχές της μεταψυχροπολεμικής οικονομικής και εξωτερικής πολιτικής που σφυρηλατήθηκαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους, οι οποίες υιοθετήθηκαν ακόμη και από ανταγωνιστές τους όπως η Ρωσία και η Κίνα.
«Οδεύουμε προς έναν πιο διχασμένο κόσμο οικονομικά που αντικατοπτρίζει τον διχασμό και στο πολιτικό κομμάτι», δήλωσε ο Edward Alden, ανώτερος συνεργάτης στο Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων των ΗΠΑ. «Δεν νομίζω ότι η οικονομική ολοκλήρωση θα επιβιώσει σε μια περίοδο πολιτικής αποσύνθεσης». «Η παγκοσμιοποίηση και η οικονομική αλληλεξάρτηση μειώνουν τις συγκρούσεις;» αναρωτήθηκε. «Νομίζω ότι η απάντηση είναι ναι, αρκεί να μη ξεκινήσουν…».
Η αντίθεση στην παγκοσμιοποίηση κέρδισε μεγάλη δυναμική στις ΗΠΑ με τις πολιτικές στο εμπόριο της κυβέρνησης Trump και την κίνηση «Πρώτα η Αμερική», και ενώ η προοδευτική αριστερά γινόταν ολοένα και πιο ισχυρή. Όμως η πανδημία και η εισβολή του Προέδρου Vladimir Putin στην Ουκρανία έχουν φέρει σε υψηλά επίπεδα την αβεβαιότητα της υπάρχουσας οικονομικής τάξης.
Ο πρόεδρος Biden προειδοποίησε τον Πρόεδρο της Κίνας Xi Jinping την Παρασκευή ότι θα υπάρξουν «συνέπειες» εάν το Πεκίνο παράσχει υλική βοήθεια στη Ρωσία για τον πόλεμο στην Ουκρανία, μια σιωπηρή απειλή κυρώσεων. Η Κίνα επέκρινε τις κυρώσεις στη Ρωσία και ο Le Yucheng, ο υφυπουργός Εξωτερικών, είπε σε μια ομιλία του το Σάββατο ότι «η παγκοσμιοποίηση δεν πρέπει να οπλίζεται». Ωστόσο, η Κίνα ολοένα και περισσότερο επιβάλλει οικονομικές ποινές, όπως στη Λιθουανία, στη Νορβηγία, στην Αυστραλία, στην Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα, μεταξύ άλλων.
Το αποτέλεσμα όλων των αναταραχών μπορεί κάλλιστα να σημαίνει τη διάσπαση του κόσμου σε οικονομικά μπλοκ, καθώς χώρες και εταιρείες έλκονται σε ιδεολογικές γωνιές με ξεχωριστές αγορές και δεξαμενές εργασίας, όπως έκαναν στο μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα.
Ο Biden πλαισιώνει ήδη την εξωτερική του πολιτική με ιδεολογικούς όρους, όπως την ενοποίηση των δημοκρατιών ενάντια στις απολυταρχίες. Ο Biden λέει επίσης ότι εφαρμόζει μια εξωτερική πολιτική για τους Αμερικανούς της μεσαίας τάξης, και ο κεντρικός ρόλος σε αυτό είναι να πείσει τις εταιρείες να μετακινήσουν κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού και μεταποίησης από την Κίνα.
Ο στόχος καθίσταται επείγον λόγω της παρακμής αυτών των παγκόσμιων δεσμών κατά τη διάρκεια δύο ετών της πανδημίας, η οποία έχει επιφέρει τη συνειδητοποίηση μεταξύ των πιο ισχυρών εταιρειών του κόσμου ότι πρέπει να επικεντρωθούν όχι μόνο στην αποτελεσματικότητα και το κόστος, αλλά και στην ανθεκτικότητα.
Ήδη, αυτό τον μήνα, τα lockdown που επέβαλε η Κίνα για τον περιορισμό των εστιών Covid-19 απείλησαν για άλλη μια φορά να σταματήσουν τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού. Η κινεζική πόλη Shenzhen έκλεισε λόγω ανησυχιών για την Covid την περασμένη εβδομάδα, απειλώντας ξανά την παγκόσμια αλυσίδα εφοδιασμού.
Ο οικονομικός αντίκτυπος μιας τέτοιας αλλαγής είναι εξαιρετικά αβέβαιος. Η εμφάνιση νέων οικονομικών μπλοκ θα μπορούσε να επιταχύνει μια μαζική αναδιοργάνωση στις χρηματοοικονομικές ροές και στις αλυσίδες εφοδιασμού, επιβραδύνοντας δυνητικά την ανάπτυξη, οδηγώντας σε ελλείψεις και αυξάνοντας τις τιμές για τους καταναλωτές βραχυπρόθεσμα. Αλλά οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην παγκόσμια ανάπτυξη, στους μισθούς των εργαζομένων και στις προμήθειες αγαθών είναι πιο δύσκολο να εκτιμηθούν.
Ο πόλεμος έχει θέσει σε κίνηση «δυνάμεις αποπαγκοσμιοποίησης που θα μπορούσαν να έχουν βαθιές και απρόβλεπτες επιπτώσεις», δήλωσε ο Laurence Boone, επικεφαλής οικονομολόγος του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης.
Για δεκαετίες, τα στελέχη πίεζαν για την παγκοσμιοποίηση προκειμένου να επεκτείνουν τις αγορές τους και να εκμεταλλευτούν το φτηνό εργατικό δυναμικό και τα χαλαρά περιβαλλοντικά πρότυπα. Η Κίνα επωφελήθηκε ιδιαίτερα από αυτές τις κινήσεις, ενώ η Ρωσία κερδίζει από τις εξαγωγές ορυκτών και ενέργειας. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι η Ομάδα των 7 μεγαλύτερων βιομηχανικών χωρών αποτελεί περισσότερο από το 50% της παγκόσμιας οικονομίας, ενώ η Κίνα και η Ρωσία μαζί αντιπροσωπεύουν περίπου το 20%.
Οι εμπορικοί και επιχειρηματικοί δεσμοί μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας εξακολουθούν να είναι ισχυροί, παρά τη σταθερή επιδείνωση των σχέσεων. Αλλά με τις νέες κυρώσεις της Δύσης στη Ρωσία, πολλές χώρες που δεν είναι σταθεροί εταίροι της Αμερικής γνωρίζουν τώρα περισσότερο τους κινδύνους της οικονομικής σχέσης τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους.
Εάν ο Xi και ο Putin οργανώσουν τον δικό τους οικονομικό συνασπισμό, θα μπορούσαν να συνασπίσουν και άλλες χώρες που επιδιώκουν να προστατευθούν από τις δυτικές κυρώσεις, ένα εργαλείο που χρησιμοποίησαν όλοι οι πρόσφατοι πρόεδροι των ΗΠΑ. «Η αλληλεξάρτησή σας μπορεί να οπλιστεί εναντίον σας», ανέφερε ο Dani Rodrik, καθηγητής διεθνούς πολιτικής οικονομίας στο Harvard Kennedy School. «Αυτό είναι ένα μάθημα που φαντάζομαι ότι πολλές χώρες αρχίζουν να εσωτερικεύουν». Ο πόλεμος της Ουκρανίας, πρόσθεσε, «έβαλε μάλλον ένα νέο καρφί στο φέρετρο της υπερπαγκοσμιοποίησης».
Η Κίνα και, όλο και περισσότερο, η Ρωσία έχουν λάβει μέτρα για να μαντρώσουν τις κοινωνίες τους, συμπεριλαμβανομένης της εγκατάστασης αυστηρών μηχανισμών λογοκρισίας στο Διαδίκτυο, οι οποίοι έχουν αποκόψει τους πολίτες τους από τις ξένες οπτικές και το εμπόριο. Η Κίνα προσπαθεί να καταστήσει αυτάρκεις τις κρίσιμες βιομηχανίες της, συμπεριλαμβανομένων τεχνολογιών όπως οι ημιαγωγοί.
Επίσης, η Κίνα βρίσκεται σε συνομιλίες με τη Σαουδική Αραβία προκειμένου να πληρώνει με το νόμισμα της, το renminbi (το κινεζικό yuan) για ορισμένες αγορές πετρελαίου, ανέφερε η Wall Street Journal. Η Ρωσία βρίσκεται σε παρόμοιες συζητήσεις με την Ινδία. Οι κινήσεις δείχνουν την επιθυμία αυτών των κυβερνήσεων να απομακρυνθούν από τις συναλλαγές που βασίζονται στο δολάριο, ένα θεμέλιο της αμερικανικής παγκόσμιας οικονομικής ισχύος.
Για δεκαετίες, εξέχοντες αξιωματούχοι και αναλυτές της στρατηγικής των ΗΠΑ υποστήριζαν ότι μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία ήταν ο πυλώνας αυτού που αποκαλούν διεθνή τάξη βασισμένης σε κανόνες και ότι οι εμπορικές και οικονομικές σχέσεις θα εμπόδιζαν τις μεγάλες δυνάμεις να πάνε σε πόλεμο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες βοήθησαν να εισαχθεί η Κίνα στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2001 σε μια προσπάθεια να ευθυγραμμίσει περισσότερο την οικονομική της συμπεριφορά και -ήλπιζαν ορισμένοι αξιωματούχοι- και το πολιτικό της σύστημα με τη Δύση. Η Ρωσία εντάχθηκε στον οργανισμό το 2012.
Αλλά ο πόλεμος του Putin και οι πρόσφατες επιθετικές ενέργειες της Κίνας στην Ασία έχουν αμφισβητήσει αυτές τις αντιλήψεις.
«Η όλη ιδέα της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης βασίστηκε στο ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα απέτρεπε τις συγκρούσεις αυτού του είδους», δήλωσε η Alina Polyakova, πρόεδρος του Κέντρου για την ανάλυση ευρωπαϊκής πολιτικής, μιας ερευνητικής ομάδας στην Ουάσιγκτον. «Αν δένατε τον έναν με τον άλλον, όπως συνέβη με το ευρωπαϊκό μοντέλο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τα αντικίνητρα θα ήταν τόσο οδυνηρά εφόσον θα πηγαίνατε στον πόλεμο που κανείς με βάση τη λογική δεν θα το τολμούσε. Λοιπόν, είδαμε τώρα ότι αυτό έχει αποδειχθεί εντελώς ψευδές».
«Οι ενέργειες του Putin μάς έδειξαν ότι μπορεί αυτός να ήταν ο κόσμος στον οποίο ζούσαμε εμείς, αλλά δεν είναι ο κόσμος στον οποίο ζούσε ο Ρώσος πρόεδρος ή η Κίνα», πρόσθεσε.
Το κρίσιμο ερώτημα που παραμένει σήμερα είναι εάν κάποιες από τις κυρώσεις των Ηνωμένων Πολιτειών θα επεκταθούν μια μέρα και προς την Κίνα, η οποία είναι ένα πολύ μεγαλύτερο και πιο αναπόσπαστο μέρος της παγκόσμιας οικονομίας σε σχέση με τη Ρωσία.
Ακόμη και εκτός του πολέμου της Ουκρανίας, ο Biden συνέχισε πολλές από τις πολιτικές της κυβέρνησης Trump με στόχο την αποσύνδεση τμημάτων της αμερικανικής οικονομίας από αυτήν της Κίνας και την τιμωρία του Πεκίνου ως προς τις εμπορικές του πρακτικές.
Η κυβέρνηση Biden διατήρησε τους δασμούς που επέβαλε ο Trump, οι οποίοι κάλυπταν περίπου τα δύο τρίτα των κινεζικών εισαγωγών. Το Υπουργείο Οικονομικών συνέχισε να επιβάλλει επενδυτικές απαγορεύσεις σε κινεζικές εταιρείες που έχουν δεσμούς με τον στρατό της χώρας. Και τον Ιούνιο, ένας νόμος θα τεθεί σε ισχύ στις Ηνωμένες Πολιτείες που θα απαγορεύει πολλά αγαθά που κατασκευάζονται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στην περιοχή Xinjiang της Κίνας.
Παρ ‘όλα αυτά, η ζήτηση για προϊόντα κινεζικής κατασκευής έχει αυξηθεί κατά τη διάρκεια της πανδημίας, καθώς οι Αμερικανοί έχουν εκτοξεύσει τις διαδικτυακές αγορές. Το συνολικό εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ εκτινάχθηκε σε επίπεδα ρεκόρ πέρυσι, αυξημένο από το διευρυνόμενο έλλειμμα με την Κίνα και οι ξένες επενδύσεις στην Κίνα επιταχύνθηκαν πέρσι.
Οικονομολόγοι έχουν ζητήσει περισσότερη παγκόσμια ολοκλήρωση, όχι λιγότερη. Μιλώντας σε ένα τηλε-συνέδριο τη Δευτέρα, ο Ngozi Okonjo-Iweala, γενικός διευθυντής του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, προέτρεψε προς την «επανα-παγκοσμιοποίηση», λέγοντας: «Οι βαθύτερες, πιο διαφοροποιημένες διεθνείς αγορές παραμένουν το καλύτερο στοίχημά μας για την ανθεκτικότητα της προσφοράς».
Ωστόσο, αυτοί οι οικονομικοί δεσμοί θα τεθούν περαιτέρω εν αμφιβόλω εάν οι σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας επιδεινωθούν, και ειδικά εάν η Κίνα παράσχει ουσιαστική βοήθεια στη Ρωσία. Εκτός από τις πρόσφατες προειδοποιήσεις προς την Κίνα από τον Biden και τον υπουργό Εξωτερικών Blinken, η υπουργός Εμπορίου Gina Raimondo ανέφερε ότι το υπουργείο της θα απαγόρευε την πώληση κρίσιμης αμερικανικής τεχνολογίας σε κινεζικές εταιρείες εάν η Κίνα προσπαθούσε να προμηθεύσει απαγορευμένη τεχνολογία στη Ρωσία.
Την ίδια στιγμή, η αβεβαιότητα έχει αφήσει ρευστές τις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας. Ενώ πολλές μεγάλες κινεζικές τράπεζες και ιδιωτικές εταιρείες έχουν αναστείλει τις αλληλεπιδράσεις τους με τη Ρωσία για να συμμορφωθούν με τις κυρώσεις, ξένοι διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων φαίνεται να έχουν αρχίσει επίσης να μεταφέρουν τα χρήματά τους εκτός Κίνας τις τελευταίες εβδομάδες, πιθανώς εν αναμονή των κυρώσεων.
«Αυτή τη στιγμή, υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα ως προς το πώς θα ανταποκριθούν οι ΗΠΑ και η Κίνα στις προκλήσεις που θέτει η ολοένα και πιο επείγουσα ανάγκη της Ρωσίας για βοήθεια», ανέφερε η Mary Lovely, ανώτερη συνεργάτιδα στο Peterson Institute for International Economics.
Ο ΧΡΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ BIDEN ΑΠΟ ΞΕΝΟΥΣ ΟΛΙΓΑΡΧΕΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΗ ΣΥΓΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ
Με ένα υποδειγματικό editorial η The Wall Street Journal κάνει λόγο για το τίμημα της αναξιοπιστίας που πληρώνουν τα ΜΜΕ και τα στελέχη των κρατικών υπηρεσιών των ΗΠΑ οι οποίοι έσπευσαν να συγκαλύψουν την προεκλογική έρευνα της New York Post που παρουσίαζε στοιχεία για χρηματισμό του Hunter Biden αλλά και τη συμμετοχή του πατέρα του Joe Biden σε ραντεβού με ξένους ολιγάρχες ανάμεσά τους Ρώσοι, Ουκρανοί και Κινέζοι.
Πάμε να δούμε κατ΄αρχή τι γράφει ο Gerard Baker στη The Wall Street Journal.
Λίγο πριν τις εκάστοτε εκλογές, ένα κλάσμα της συνολικής ψήφου που κατανέμεται στις σωστές θέσεις μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα και δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε σίγουροι για την επίδραση που μπορεί να έχουν οι καθυστερημένες ειδήσεις.
Βy Gerard Baker/The Wall Street Journal
Αν δεν υπήρχε μια ύποπτα έγκαιρη αναφορά για μια σύλληψη πριν από δεκαετίες που αφρούσε οδήγηση υπό την επιρροή αλκοόλ τις τελευταίες ημέρες της προεδρικής εκστρατείας του 2000, ο George W. Bush μπορεί να μην χρειαζόταν 35 ημέρες και την κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για να του παραδωθεί ο Λευκός Οίκος.
Δείτε τι είχε συμβεί τότε>
( 2 Νοεμβρίου 2000-Web posted at: 11:00 p.m. EST (0400 GMT)
WEST ALLIS, Ουισκόνσιν-Ο κυβερνήτης του Τέξας George W. Bush αναγνώρισε την Πέμπτη ότι το 1976 συνελήφθη επειδή οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ κοντά στο σπίτι των γονιών του στο Kennebunkport του Μέιν.
Ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος για την προεδρία George W. Bush παραδέχεται ότι συνελήφθη το 1976 επειδή οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ κοντά στο σπίτι των γονιών του στο Kennebunkport του Maine (Ήχος 433 K/40 δευτ. AIFF ή ήχος WAV)
Ο Bush, ο οποίος ήταν 30 τότε, ομολόγησε την ενοχή του, πλήρωσε πρόστιμο 150 δολαρίων και τα προνόμιά του στην οδήγηση ανεστάλησαν προσωρινά στο Μέιν.
Αργά το βράδυ της Πέμπτης, μετά από μια προεκλογική συγκέντρωση σε αυτή την πολιτεία της μεσοδυτικής πολιτείας, ο Μπους–με τη σύζυγό του, Λόρα, στο πλευρό του- είπε στους δημοσιογράφους ότι οι ειδήσεις για το περιστατικό ήταν ακριβείς, ότι έπινε σε ένα μπαρ με τον αυστραλιανό επαγγελματία του τένις John Newcombe και άλλους)
“Δεν είμαι περήφανος γι’ αυτό. Έκανα κάποια λάθη. Περιστασιακά έπινα πάρα πολύ, και το έκανα εκείνο το βράδυ. Έμαθα το μάθημά μου.” Ο Bush είπε ότι δεν φυλακίστηκε μετά τη σύλληψη. “Είπα στον τύπο (τον αστυνομικό που συνέλαβε) ότι είχα πιει, τι πρέπει να κάνω; Μου είπε, “εδώ είναι το πρόστιμο”. Πλήρωσα το πρόστιμο».
Ο Bush είπε ότι η χρονική στιγμή της αρχικής αναφοράς ειδήσεων, λίγες μέρες πριν οι Αμερικανοί εκλέξουν νέο πρόεδρο, ήταν «ενδιαφέρουσα». Όταν ρωτήθηκε από πού μπορεί να προήλθε η ιστορία, είπε: «Έχω τις υποψίες μου».
Βοηθοί της προεκλογικής εκστρατείας του Δημοκρατικού υποψηφίου για την προεδρία Αλ Γκορ και αξιωματούχοι της Εθνικής Επιτροπής των Δημοκρατικών είπαν ότι έμαθαν για πρώτη φορά για τη σύλληψη από δημοσιεύματα ειδήσεων την Πέμπτη και είπαν ότι δεν θα ήταν σκόπιμο να σχολιάσουν το θέμα)
November 2, 2000-Web posted at: 11:00 p.m. EST (0400 GMT)
From staff and wire reports
WEST ALLIS, Wisconsin — Texas Gov. George W. Bush acknowledged Thursday that in 1976 he was arrested for driving under the influence of alcohol near his parents’ home in Kennebunkport, Maine.
Republican presidential candidate George W. Bush admits that he was arrested in 1976 for driving under the influence of alcohol near his parents’ home in Kennebunkport, Maine (Audio 433 K/40 sec. AIFF or WAV sound)
Bush, who was 30 at the time, pleaded guilty, paid a $150 fine and his driving privileges were temporarily suspended in Maine.
Late Thursday evening, following a campaign rally in this tightly contested Midwestern state, Bush–with his wife, Laura, at his side — told reporters news accounts of the incident were accurate, that he had been drinking in a bar with Australian tennis pro John Newcombe and others.
“I’m not proud of that. I made some mistakes. I occasionally drank too much, and I did that night. I learned my lesson.” Bush said he was not jailed after the arrest. “I told the guy (the arresting officer) I had been drinking, what do I need to do? He said, ‘here’s the fine.’ I paid the fine.”
Bush said the timing of the initial news report, just days before Americans elect a new president, was “interesting.” When asked where the story may have originated, he said, “I’ve got my suspicions.”
Campaign aides of Democratic presidential candidate Al Gore and officials with the Democratic National Committee both said they first learned of the arrest from news reports Thursday and said it would be inappropriate to comment on the matter.
Πάμε πρακάτω>
Ο Harold Wilson, ο Βρετανός πρωθυπουργός των Εργατικών το 1970, λέγεται ότι ισχυρίστηκε για χρόνια μετά ότι η ήττα σοκ της Αγγλίας από τη Δυτική Γερμανία στον προημιτελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου ποδοσφαίρου εκείνη τη χρονιά κατέστρεψε τόσο την εθνική διάθεση -και τη συμμετοχή- που προκάλεσε την ήττα του στις εκλογές και την παραίτησή από τον αριθμό 10 της Downing Street λίγες ημέρες αργότερα.
Δεν θα μάθουμε ποτέ τι επίδραση θα είχε στις εκλογές εκείνης της χρονιάς η «έκπληξη του Οκτώβρη» του 2020, η αναφορά της New York Post για την ανακάλυψη ενός φορητού υπολογιστή που ανήκει στον Hunter Biden (έναν από τους γιους του Προέδρου) που περιείχε κάθε λογής ενοχλητικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, αν είχε λάβει ευρύτερα δημοσιότητα. Ίσως σε μια εκστρατεία στην οποία κυριαρχεί ο Covid και χαρακτηρίζεται από χάος, θα ήταν άλλη μια νιφάδα χιονιού στη χιονοθύελλα των ειδήσεων που χτυπούσαν οι ψηφοφόροι.
Αλλά οι ισχυρισμοί στο ρεπορτάζ -ότι ο γιος του άνδρα που προτιμούσε να γίνει ο επόμενος πρόεδρος πουλούσε τις οικογενειακές πολιτικές σχέσεις υψηλού επιπέδου σε αλλοδαπούς ολιγάρχες, άξιζε να διερευνηθούν.
Αλλά αρκετοί άνθρωποι με επιρροή μέσα και έξω από την κυβέρνηση -στο σύμπλεγμα εξωτερικής πολιτικής-πληροφοριών, στα μέσα ενημέρωσης και στις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας- ήταν τόσο ανήσυχοι ότι η έρευνα θα επηρέαζε το αποτέλεσμα των εκλογών ώστε επέλεξαν να κάνουν ένα από τα μεγαλύτερα κόλπα εξαφάνισης από τότε που ο Harry Houdini έκανε αυτόν τον ελέφαντα να εξαφανιστεί από μια σκηνή της Νέας Υόρκης.
Χρειάστηκε χρόνος του, αλλά την περασμένη εβδομάδα οι New York Times παραδέχθηκαν ιστορίας σε μια αναφορά σχετικά με τα αυξανόμενα νομικά προβλήματα του Hunter Biden. Οι Times, μαζί με τους περισσότερους άλλους ειδησεογραφικούς οργανισμούς μαζικής κυκλοφορίας, είχαν ουσιαστικά αγνοήσει την ιστορία τις ημέρες που θα μπορούσε να είχε κάνει τη διαφορά και κατά πάσα πιθανότητα να είχε χάσει τις εκλογές ο Biden, αλλά τώρα ισχυρίζονται ότι έχουν «επικυρώσει» τα περιεχόμενα του φορητού υπολογιστή.
Τα μέσα ενημέρωσης και οι εταιρείες τεχνολογίας που ενεπλάκησαν για να αποκρύψουν αυτές τις δυνητικά κρίσιμες πληροφορίες δεν χρειάζονταν καμία δικαιολογία για να το κάνουν. Αλλά σίγουρα τους βοήθησε το γεγονός ότι επικυρώθηκαν για τις ενέργειές τους από μια αυγουστιάτικη επιτροπή από ενδιαφερόμενους επιστολογράφους που κινήθηκαν γρήγορα για να δυσφημήσουν την ιστορία.
Σε αυτή τη διάσημη επιστολή, περισσότεροι από 50 πρώην αξιωματούχοι της εθνικής ασφάλειας και των πληροφοριών εξυγίαναν τα αστραφτερά διαπιστευτήριά τους και ισχυρίστηκαν ότι η New York Post ήταν ένοχη για διακίνηση μιας ιστορίας που είχε «όλα τα κλασικά χαρακτηριστικά μιας ρωσικής επιχείρησης πληροφοριών».
Το βασικό σκεπτικό γι’ αυτό, όπως περιγράφεται στην επιστολή, ήταν ότι η ιστορία μπορεί να ήταν χρήσιμη για τον Donald Trump. Η Ρωσία ήθελε να κερδίσει ο κ. Trump. Η ιστορία βοήθησε τον κ. Trump. Άρα, ήταν δουλειά της Ρωσίας.
Αυτό είναι πολύ συλλογισμός. Χρησιμοποιώντας την ίδια λογική, θα μπορούσατε να συμπεράνετε ότι η Ρωσία ήταν επίσης υπεύθυνη για τυχόν απροσδόκητα καλά οικονομικά δεδομένα που βοήθησαν τον κατεστημένο ή ότι ο Putin βρισκόταν πίσω από το κύμα εγκληματικότητας που έχει κυριεύσει πόλεις που διοικούνται από τους Δημοκρατικούς.
Τώρα μπορούμε να μαντέψουμε γιατί τόσες πολλές μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ ήταν τόσο ελαττωματικές όλα αυτά τα χρόνια. Είτε αυτοί οι 50 περίπου μεγάλοι της διεθνούς κατασκοπείας δεν είναι σε θέση να διακρίνουν τη ρωσική παραπληροφόρηση από την πραγματική πληροφορία, είτε εκπόρνευσαν τα διαπιστευτήριά τους με μια γυμνή πράξη πολιτικού χάκερ. Δεν έχω την πείρα ή τις δεξιότητές τους, αλλά είμαι έτοιμος να ακολουθήσω το τελευταίο. Η βαθύτερη ντροπή εδώ είναι η έλλειψη λογοδοσίας μεταξύ των αμερικανικών θεσμών. Κανείς που συνωμότησε σε αυτή τη συνωμοσία κατά της αλήθειας δεν έχει ενοχληθεί καν από αυτήν.
Σε επαφή με την Post την περασμένη εβδομάδα, κανένας από τους υπογράφοντες της επιστολής δεν εξέφρασε τη λύπη ή τη συγνώμη του. Οι ρεπόρτερ και οι συντάκτες σε ειδησεογραφικούς οργανισμούς και οι υπάλληλοι και τα στελέχη των εταιρειών τεχνολογίας που συμμετείχαν στην καταστολή της αλήθειας εξακολουθούν να βρίσκονται στη δουλειά τους.
Αυτό είναι που είναι τόσο διαβρωτικό για την εμπιστοσύνη και, τελικά, για το ίδιο το σύστημα. Ο μόνος τρόπος με τον οποίο υποτίθεται ότι λειτουργεί η πραγματική λογοδοσία σε μια δημοκρατία είναι η κάλπη. Αλλά πώς μπορεί αυτό να λειτουργήσει ακόμη και όταν οι άνθρωποι που θέλουμε να λογοδοτήσουμε αποφασίζουν ποιες πληροφορίες επιτρέπεται να δουν οι ψηφοφόροι;
H ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ NEW YORK POST
Ο φορητός υπολογιστής του Hunter Biden είναι ομιλητικότατος. Η Νew York Post είχε αποκαλύψει προεκλογικά ροές χρημάτων Ρώσων ολιγαρχών στην οικογένεια Biden διά μέσω του γιου τους Hunter. Πρόκειται για ένα ρεπορτάζ που αναγκάζονται να το παραδεχθούν πλέον και οι New York Times που στηρίζουν τον Biden.
Βy Miranda Devine/ New York Post
H Post θα χαρακτηρίσει τη καθυστερημένη παραδοχή των Τimes σαν προδοσία των αναγνωστών τους που κρατήθηκαν στο σκοτάδι για την αληθινή φύση του Προέδρου Joe Biden πριν από τις εκλογές του 2020.
“Αλλά τώρα που βρισκόμαστε όλοι στην ίδια σελίδα, υπάρχουν ορισμένα σοβαρά ερωτήματα που πρέπει να απαντήσει η κυβέρνηση, τα οποία αφορούν την εθνική ασφάλεια της Αμερικής σε μια περίοδο διεθνούς κινδύνου.
Eρώτηση 1
Η γραμματέας Τύπου του Προέδρου Biden, Jen Psaki, αρνήθηκε να απαντήσει στον δημοσιογράφο της The Post στον Λευκό Οίκο, Steven Nelson, όταν είχε τη σπάνια ευκαιρία να της κάνει δύο από αυτές τις ερωτήσεις την περασμένη εβδομάδα.
Η δικαιολογία της Psaki ήταν ότι ο Hunter Biden «δεν εργάζεται στην κυβέρνηση».
Αλλά δεν ρωτήθηκε για τον Hunter. Την ρωτούσαν για το αφεντικό της, τον πρόεδρο.
«Πώς αντιμετωπίζει ο Πρόεδρος Biden τις συγκρούσεις συμφερόντων όταν πρόκειται για την επιβολή κυρώσεων σε άτομα που έχουν συναλλαγές με την οικογένειά του;» ρώτησε ο Nelson.
«Ποιες θα ήταν οι συγκρούσεις συμφερόντων του;» απάντησε ψύχραιμα η Psaki.
Λοιπόν, για αρχή, η Ρωσίδα ολιγάρχης Yelena Baturina, η οποία πλήρωσε 3,5 εκατομμύρια δολάρια σε τραπεζικό λογαριασμό που σχετίζεται με τον Hunter και τον επιχειρηματικό συνεργάτη του Devon Archer, δεν υπέστη κυρώσεις όπως συνέβη με τους άλλους ολιγάρχες που συμμάχησαν με τον Πρόεδρο Vladimir Putin αυτόν τον μήνα.
Γιατί όχι; Ήταν παράλειψη; Ήταν μια χάρη;
Είναι μια σοβαρή ερώτηση που αξίζει μια σοβαρή απάντηση.
Η Baturina έστειλε 3,5 εκατομμύρια δολάρια στις 14 Φεβρουαρίου 2014 στην Rosemont Seneca Thornton, μια κοινοπραξία που δημιουργήθηκε μεταξύ της Rosemont Seneca —της εταιρείας που συνιδρύθηκε από τους Hunter, Archer και Chris Heinz— και το Thornton Group.
Ο Πρόεδρος Biden αρνήθηκε επανειλημμένα ότι συναντήθηκε με επιχειρηματικούς εταίρους του Hunter στο εξωτερικό, αλλά τα στοιχεία του φορητού υπολογιστή αποδεικνύουν το αντίθετο.
Τα ίχνη της Baturina επισημάνθηκαν σε «αναφορές ύποπτης δραστηριότητας» που παρασχέθηκαν από το Υπουργείο Οικονομικών σε έρευνα των Ρεπουμπλικανών της Γερουσίας από τις επιτροπές Οικονομικών και Εσωτερικής Ασφάλειας και Κυβερνητικών Υποθέσεων.
Ο δικηγόρος του Hunter αρνήθηκε ότι ο Hunter επωφελήθηκε από τη συναλλαγή, λέγοντας στο CNN: «Ο ισχυρισμός ότι πληρώθηκε 3,5 εκατομμύρια δολάρια είναι ψευδής».
Ποιος έλαβε λοιπόν τα 3,5 εκατομμύρια δολάρια και πλήρωσε φόρο για αυτά;
Επτά εβδομάδες μετά την τραπεζική μεταφορά της Baturina, ο Hunter και ο Archer πέταξαν στη λίμνη Como της Ιταλίας και είχαν μια συνάντηση μαζί της στη Villa d’Este, ένα αγαπημένο στέκι των Ρώσων ολιγαρχών.
Ένα χρόνο αργότερα, τον Απρίλιο του 2015, η Baturina και ο σύζυγός της, ο πρώην διεφθαρμένος δήμαρχος της Μόσχας και πολιτικός σύμμαχος του Putin, Yury Luzhkov, εμφανίστηκαν σε μια λίστα καλεσμένων που ετοίμασε ο Hunter για ένα δείπνο στο Cafe Milano της Ουάσιγκτον, όπου ο πατέρας του, τότε αντιπρόεδρος, θα συναντηθεί με τους επιχειρηματικούς εταίρους του γιου του στο εξωτερικό από τη Ρωσία, την Ουκρανία και το Καζακστάν.
Αφού η The Post δημοσίευσε λεπτομέρειες για εκείνο το δείπνο πέρυσι, ο Λευκός Οίκος παραδέχτηκε αθόρυβα σε έναν ελεγκτή πληροφοριών της Washington Post ότι ο Biden παρευρέθηκε στο δείπνο, αλλά μόνο για λίγο.
Αυτή είναι μια αρκετά σημαντική παραδοχή, γιατί κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, ο Biden αρνήθηκε επανειλημμένα ότι είχε συναντηθεί με επιχειρηματικούς εταίρους του Hunter στο εξωτερικό. Συγκεκριμένα, αρνήθηκε ότι συναντήθηκε με τον Ουκρανό χορηγό του Hunter, Vadym Pozharskyi, ο οποίος ήταν επίσης καλεσμένος στο δείπνο.
Πατέρας και γιος συνεχίζουν να υπερασπίζονται ο ένας τον άλλον, ακόμη και με τα στοιχεία εναντίον τους.
Ο Pozharskyi ήταν στέλεχος της ουκρανικής εταιρείας ενέργειας Burisma, που ανήκε στον ευθυγραμμισμένο με τη Ρωσία ολιγάρχη Mykola Zlochevsky, ο οποίος πλήρωνε στον Hunter 83.333 δολάρια το μήνα.
«Αγαπητέ Hunter, σε ευχαριστώ που με προσκάλεσες στο DC και που έδωσες την ευκαιρία να γνωρίσω τον πατέρα σου και περάσαμε [sic] λίγο χρόνο μαζί», έγραψε ο Pozharskyi σε ένα email στον Hunter στις 17 Απριλίου 2015, δύο μέρες μετά το δείπνο.
Αυτό το email, που βρέθηκε στον εγκαταλελειμμένο φορητό υπολογιστή του Hunter, ήταν η βάση της ιστορίας-βόμβας που δημοσιεύτηκε στη The Post τρεις εβδομάδες πριν από τις εκλογές του 2020.
Ήταν εκείνο το email που 51 πρώην αξιωματούχοι των μυστικών υπηρεσιών δήλωσαν χωρίς στοιχεία, σε μια κομματική επιστολή που εκδόθηκε πέντε ημέρες μετά την ιστορία της The Post, είχε όλα τα «χαρακτηριστικά» της ρωσικής παραπληροφόρησης.
Ο Βiden χρησιμοποίησε αυτή την επιστολή από τους Dirty 51 για να ξεκολλήσει σε ένα debate την παραμονή των εκλογών εναντίον του προέδρου Donald Trump. Ο ίδιος αποκάλεσε το ρεπορτάζ της The Post «ένα μάτσο σκουπίδια» και το φορητό υπολογιστή «ρωσικό εργοστάσιο».
Ερώτηση 2
Η δεύτερη ερώτηση του Nelson προς την Psaki την περασμένη εβδομάδα αφορούσε την Κίνα.
«Η ερώτησή μου σχετικά με τη σύγκρουση συμφερόντων όταν πρόκειται για την Κίνα είναι ότι πέρυσι ο δικηγόρος του πρώτου γιου είπε ότι έκανε εκποίηση από ένα κινεζικό επενδυτικό ταμείο που ελέγχεται από κινεζικές κρατικές οντότητες… Έκανε πράγματι και μπορείς…»
Πριν ολοκληρώσει την ερώτησή του τον διέκοψε η Psaki>
«Είναι ιδιώτης. Δεν εργάζεται για την κυβέρνηση, σας υποδεικνύω τους εκπροσώπους του», είπε απότομα.
«Νομίζω ότι τελειώσαμε εδώ».
Όχι τόσο γρήγορα, κυρία.
Εάν ο γιος του προέδρου έχει συναλλαγές με την κυβέρνηση της κομμουνιστικής Κίνας, αυτό δεν είναι ιδιωτικό θέμα, αλλά ζήτημα επείγοντος δημοσίου συμφέροντος.
Μας είπε πέρυσι ότι ο Ηunter βρισκόταν στη διαδικασία εκποίησης του μεριδίου του 10% στην κινεζική επενδυτική εταιρεία BHR Partners, η οποία είναι συνιδιοκτήτρια της Τράπεζας της Κίνας και έχει υπό διαχείριση κεφάλαια 2,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Τον περασμένο Νοέμβριο, ο δικηγόρος του Ηunter είπε στους Times ότι δεν κατέχει πλέον μερίδιο της BHR.
Ωστόσο, σύμφωνα με τα διαδικτυακά αρχεία του κινεζικού μητρώου επιχειρήσεων Baidu, από την Τετάρτη, η εταιρεία του Hunter Skaneateles LLC συνεχίζει να κατέχει μερίδιο 10% στην BHR.
Ο Ηunter εξακολουθεί να αναφέρεται στα εταιρικά αρχεία ως ο μοναδικός κυβερνήτης της Skaneateles, αν και η εταιρεία αναφέρεται ως “ανακληθείσα” στον ιστότοπο του Υπουργείου Καταναλωτών και Ρυθμιστικών Υποθέσεων της Ουάσιγκτον, DC. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν έχει καταβληθεί ένα “τέλος αποκατάστασης” 300 $, ανέφερε ο Washington Examiner αυτόν τον μήνα.
Σαφώς, εάν ο Ηunter διατηρήσει τη συμμετοχή του, αυτό θα πρέπει να αποκαλυφθεί.
Βασική δημοσιογραφία
Τα ίδια όργανα μέσων ενημέρωσης που αγνόησαν και μετέδωσαν το ρεπορτάζ της The Post για τους φορητούς υπολογιστές εξακολουθούν να μην δείχνουν περιέργεια για τα δεκάδες εκατομμύρια δολάρια που έχει συγκεντρώσει η οικογένεια Biden από ολιγάρχες στη Ρωσία, την Ουκρανία και την Κίνα.
Οι Times δεν χρειαζόταν να βασίζονται στον φορητό υπολογιστή για να κάνουν βασική δημοσιογραφία σε αυτή την υπόθεση.
Θα μπορούσαν να ρωτήσουν τον Tony Bobulinski, τον πρώην συνεργάτη του Hunter, ο οποίος τέθηκε στη διάθεση των μέσων ενημέρωσης πριν από τις εκλογές του 2020. Έδωσε στο FBI email, έγγραφα και μηνύματα WhatsApp που επιβεβαιώνουν και επαυξάνουν το υλικό στον φορητό υπολογιστή.
Επιπλέον, η έρευνα Grassley-Johnson παρείχε μια επίσημη διαδρομή χρημάτων από υπερπόντια συμφέροντα σε τραπεζικούς λογαριασμούς που σχετίζονται με τους Βiden και τους συνεργάτες τους.
Η άρνηση των Times και των υπολοίπων μέσων ενημέρωσης να καλύψουν αυτή την ιστορία ισοδυναμούσε με εκλογική παρέμβαση.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι περίπου το 10% των ψηφοφόρων του Βiden θα είχαν αλλάξει την ψήφο τους αν γνώριζαν για το σκάνδαλο. Αυτό θα είχε ουσιαστική επίδραση στο αποτέλεσμα. Που, φυσικά, ήταν το ζητούμενο.












