Μια υψηλόβαθμη πρώην αξιωματούχος του τομέα άμυνας των ΗΠΑ, η οποία άνοιξε τον δρόμο για την επιβολή του υποχρεωτικού εμβολιασμού κατά της COVID-19 στον αμερικανικό στρατό, δήλωσε σε πρόσφατη κατάθεση της ότι πληροφορήθηκε στις αρχές του 2021 για την εμφάνιση φλεγμονής της καρδιάς σε ορισμένα μέλη των ενόπλων δυνάμεων μετά τον εμβολιασμό — μήνες προτού εισηγηθεί στο Υπουργείο Άμυνας την επιβολή του υποχρεωτικού εμβολιασμού για το στρατιωτικό προσωπικό.
Από τον Zachary Stieber/The Epoch Times
Η Dr. Terry Adirim δήλωσε κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του Αυγούστου —η οποία δημοσιοποιήθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου— ότι έμαθε για πιθανές παρενέργειες των εμβολίων λίγο αφότου ανέλαβε καθήκοντα στο Υπουργείο Άμυνας, κατά τη διάρκεια συνάντησης με γιατρούς από το Εθνικό Στρατιωτικό Ιατρικό Κέντρο Walter Reed.
Ανέφερε ότι δεν θυμόταν την ακριβή ημερομηνία, αλλά ότι η συνάντηση πραγματοποιήθηκε την άνοιξη του 2021 και ότι οι γιατροί εξέφραζαν ανησυχία επειδή 23 μέλη των ενόπλων δυνάμεων είχαν διαγνωστεί με μυοκαρδίτιδα (φλεγμονή του καρδιακού μυός) μετά τον εμβολιασμό.
«Έχουν περάσει χρόνια, αλλά αυτό που θυμάμαι είναι ότι ανέφεραν σε εμένα και σε μέλη του επιτελείου μου πως είχαν εντοπίσει μια ένδειξη», δήλωσε η Adirim.
«Υπήρχαν μέλη των ενόπλων δυνάμεων —νεαροί άνδρες στις αρχές της δεκαετίας τους των 20— που είχαν εμφανίσει μυοκαρδίτιδα. Θυμάμαι να λένε ότι αυτό συνέβη μετά τη δεύτερη δόση και ότι επρόκειτο για ήπιες περιπτώσεις μυοκαρδίτιδας».
Ειδικοί έχουν δηλώσει στην εφημερίδα «The Epoch Times» ότι η φλεγμονή της καρδιάς δεν είναι ήπια πάθηση και συχνά συνεπάγεται έντονο πόνο καθώς και περιορισμούς στη σωματική δραστηριότηhτα για μήνες. Σε ορισμένα άτομα που απεβίωσαν μετά τον εμβολιασμό, η φλεγμονή της καρδιάς αναγράφηκε ως αιτία θανάτου στα πιστοποιητικά θανάτου, ενώ σε μια υποομάδα αυτών των περιπτώσεων ο εμβολιασμός καταγράφηκε ως η αιτία της μυοκαρδίτιδας.
Όπως είχε αναφέρει παλαιότερα η «The Epoch Times», κυβερνητικοί αξιωματούχοι είχαν ενημερωθεί για τη φλεγμονή της καρδιάς που σχετιζόταν με τον εμβολιασμό ήδη από τον Φεβρουάριο του 2021, αλλά δεν ενημέρωσαν το κοινό για αρκετούς μήνες.
Η Adirim, η οποία αρνήθηκε να σχολιάσει την κατάθεση, υπέγραψε έγγραφα που οδήγησαν στην επιβολή του υποχρεωτικού εμβολιασμού κατά της COVID-19 στον στρατό το φθινόπωρο του 2021, συμπεριλαμβανομένου ενός υπομνήματος που ανέφερε ότι ο στρατός μπορούσε να χορηγήσει εμβόλια τα οποία είχαν λάβει άδεια χρήσης έκτακτης ανάγκης (EUA) και όχι πλήρη έγκριση.
Κατά τη διάρκεια της κατάθεσης —η οποία καταγράφηκε στο πλαίσιο της δικαστικής διαμάχης της κατά της κυβέρνησης για την απόλυσή της— δήλωσε ότι, ήδη από το φθινόπωρο του 2021, γνώριζε πως τα εμβόλια προκαλούσαν μυοκαρδίτιδα, ωστόσο εισηγήθηκε στον τότε Υπουργό Άμυνας, Lloyd Austin, την επιβολή τους.
Η Adirim δήλωσε ότι διάβασε μελέτες και εμπιστεύτηκε την απόφαση του Οργανισμού Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) ότι τα εμβόλια ήταν ασφαλή και αποτελεσματικά.
Η ίδια δήλωσε πως, κατά την αντίληψή της, υπήρξε «πολύ μικρός αριθμός παρενεργειών λόγω του εμβολίου» και ότι «η ίδια η νόσος ήταν πολύ χειρότερη από οποιαδήποτε από τις λίγες, ως επί το πλείστον ήπιες, παρενέργειες».
Η Adirim ανέφερε ότι σχεδόν 100 μέλη των ενόπλων δυνάμεων είχαν πεθάνει από την COVID-19 και χιλιάδες άλλα είχαν νοσηλευτεί, ενώ η ίδια δεν γνώριζε τους ακριβείς αριθμούς για τα μέλη που υπέστησαν παρενέργειες από το εμβόλιο.
Η οργάνωση «Feds For Freedom» —μια ομάδα κυβερνητικών υπαλλήλων που έχει προσφύγει δικαστικά κατά της κυβέρνησης για την υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού— έδωσε στη δημοσιότητα την κατάθεση της Adirim.
«Στα μέλη των ενόπλων δυνάμεων ειπώθηκε ότι λάμβαναν εγκεκριμένο εμβόλιο, ενώ στην πραγματικότητα τους χορηγήθηκαν φιαλίδια που εμπίπτουν στο καθεστώς άδειας χρήσης έκτακτης ανάγκης (EUA). Για όσους αρνήθηκαν νόμιμα τον εμβολιασμό, η σταδιοδρομία τους τερματίστηκε. Ο [Υπουργός Άμυνας Pete] Hegseth έχει δηλώσει ότι η εντολή υποχρεωτικού εμβολιασμού ήταν “παράνομη με τον τρόπο που εφαρμόστηκε”», δήλωσε η Stephanie Weidle, εκτελεστική διευθύντρια της οργάνωσης. «Το υπόμνημα της Adirim αποτέλεσε την ίδια την εφαρμογή του μέτρου. Η διενέργεια έρευνας για την Adirim καθυστερεί ήδη υπερβολικά».





