Η Rose Girone ήταν οκτώ μηνών έγκυος και ζούσε στο Breslau της Γερμανίας το 1938 όταν ο σύζυγός της στάλθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Buchenwald. Η ίδια κατάφερε να ξεφύγει ταξιδεύοντας στη Σαγκάη, για να αναγκαστεί τελικά να ζήσει μέσα σε ένα μπάνιο, σε ένα εβραϊκό γκέτο για επτά ολόκληρα χρόνια. Όταν στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, νοίκιαζε ό,τι έβρισκε ενώ συντηρούσε την κόρη της με το πλέξιμο.
Παρά τις δυσκολίες, συμπεριλαμβανομένων δύο πανδημιών, η Girone αγκάλιασε τη ζωή με εντυπωσιακή θετικότητα και κοινή λογική. «Δεν είμαστε τυχεροί;» έλεγε συχνά.
Η Girone πιστεύεται ότι ήταν η γηραιότερη επιζών του Ολοκαυτώματος. Πέθανε σε οίκο ευγηρίας στο Long Island τη Δευτέρα, είπε η κόρη της και η ίδια επιζήσασα, Reha Bennicasa. Ήταν 113.
Το μυστικό της μακροζωίας της ήταν απλό, όπως έλεγε: Μαύρη σοκολάτα και καλά παιδιά.
Υπάρχουν σήμερα εν ζωή περίπου 245.000 Εβραίοι επιζώντες του Ολοκαυτώματος, σύμφωνα με τη Διάσκεψη για τις εβραϊκές υλικές αξιώσεις κατά της Γερμανίας, η οποία υποστηρίζει τους επιζώντες.
«Αυτό το “πέρασμα” μας υπενθυμίζει την επείγουσα ανάγκη να μοιραζόμαστε τα μαθήματα του Ολοκαυτώματος ενώ έχουμε ακόμα μάρτυρες της τραγωδίας μαζί μας», δήλωσε ο Greg Schneider, εκτελεστικός αντιπρόεδρος της οργάνωσης. «Το Ολοκαύτωμα γλιστρά από τη μνήμη στην ιστορία και τα μαθήματά που δίνει είναι πολύ σημαντικά, ειδικά στον σημερινό κόσμο, για να ξεχαστούν».
«Η Rose ήταν παράδειγμα σθένους, αλλά τώρα είμαστε υποχρεωμένοι να συνεχίσουμε στη μνήμη της», είπε.
Η Rose Raubvogel γεννήθηκε στις 13 Ιανουαρίου 1912, στο Janow της Πολωνίας, από την Klara Aschkenase και τον Jacob Raubvogel. Η οικογένεια αργότερα εγκαταστάθηκε στο Αμβούργο της Γερμανίας και ξεκίνησε μια επιχείρηση κοστουμιών.
Παντρεύτηκε τον Julius Mannheim το 1938 σε έναν γάμο με συνοικέσιο. Το ζευγάρι μετακόμισε στο Breslau (τώρα Wroclaw, στην Πολωνία) εκείνο το έτος, λίγο πριν ο Mannheim και ο πατέρας του συλληφθούν και σταλούν στο Buchenwald.
Ένα χρόνο αργότερα, πλέον με ένα βρέφος, η Girone έλαβε ένα έγγραφο γραμμένο στα κινέζικα από μέλη της οικογένειας που είχαν διαφύγει στην Αγγλία. Φαινόταν ότι ήταν μια βίζα για ασφαλή μετάβαση στη Σαγκάη, αλλά «θα μπορούσε να ήταν οτιδήποτε», είπε η Bennicasa, εξηγώντας ότι η οικογένεια αργότερα έμαθε ότι θα μπορούσε να ήταν ένα πλαστό έγγραφο.
Ο πατέρας του Mannheim συμφώνησε να παραδώσει την ναυτιλιακή του επιχείρηση συν μια πληρωμή στους Ναζί με αντάλλαγμα την απελευθέρωσή τους από το στρατόπεδο συγκέντρωσης. Με τη βίζα, η Girone, ο σύζυγός της και η 6 μηνών Reha απέπλευσαν για την κατεχόμενη από τους Ιάπωνες Σαγκάη μαζί με άλλους 20.000 πρόσφυγες.
Ο Mannheim είχε μια μικρή επιχείρηση με ταξί στην αρχή, ενώ η Girone έβγαζε χρήματα πλέκοντας ρούχα. Αλλά μόλις η Ιαπωνία κήρυξε τον πόλεμο το 1941, οι Εβραίοι συγκεντρώθηκαν σε ένα γκέτο. Η Girone έπρεπε να ικετεύσει τον επίσκοπο του γκέτο προκειμένου να βρεθεί ένα μέρος για να ζήσει η οικογένειά της και η μόνη λύση που μπόρεσαν να βρουν ήταν ένα ημιτελές, μολυσμένο από αρουραίους μπάνιο σε ένα σπίτι. Η τριμελής οικογένεια θα ζούσε εκεί για επτά χρόνια.
Ο Mannheim έπρεπε να εγκαταλείψει την επιχείρησή του με το ταξί και στράφηκε στο κυνήγι και το ψάρεμα, ενώ η Girone συνέχισε να πουλάει τα πλεκτά της. Τελικά έκανε φιλίες με άλλους πρόσφυγες, συμπεριλαμβανομένου ενός Βιεννέζου Εβραίου επιχειρηματία που τη βοήθησε να μετατρέψει τα πλεκτά της σε επιχείρηση. Θα ήταν σανίδα σωτηρίας για εκείνη τις επόμενες δεκαετίες.
Μέχρι το 1947, η μητέρα και η γιαγιά της Girone είχαν ήδη φτάσει στις Ηνωμένες Πολιτείες και κατάφεραν να βρουν τρόπο προκειμένου η οικογένεια να ενωθεί ξανά. Η Girone είχε κρυμμένα 80 $ και έτσι η οικογένεια ξεκίνησε εκείνη τη χρονιά για το Σαν Φρανσίσκο, όπου έζησαν για περίπου ένα μήνα πριν πάρουν το τρένο για τη Νέα Υόρκη.
Μέσα σε λίγα χρόνια, η Girone είχε χωρίσει με τον Mannheim και εκείνη και η Reha μετακόμιζαν από το ένα επιπλωμένο δωμάτιο σε άλλο γύρω από το Μανχάταν, όπου η Rose «έκανε σκληρή οικονομία και και αποταμίευε χρήματα» ενώ εργαζόταν σε καταστήματα πλεκτών, είπε η Bennicasa.
Η Girone εξοικονόμησε τελικά αρκετά χρήματα για να ανοίξει ένα κατάστημα πλεκτών με έναν συνεργάτη της στο Rego Park, στο Queens, και άνοιξε ένα δεύτερο κατάστημα στο Forest Hills, όπου «είχαμε στην πραγματικότητα ένα πραγματικό διαμέρισμα, όχι απλώς ένα επιπλωμένο δωμάτιο», θυμάται η Bennicasa. Η Girone θα συνέχιζε να εργάζεται και να διδάσκει πλέξιμο μέχρι τα 102 της.
Το 1968 παντρεύτηκε τον Jack Girone, ο οποίος πέθανε το 1989. Εκτός από την Bennicasa, έχει επιζήσει και η εγγονή της, Gina Bennicasa.
Η Gina θυμάται συχνά τα ρητά της γιαγιάς της, όπως «Το να γερνάς είναι διασκεδαστικό, αλλά το να είναι ηλικιωμένος δεν είναι». Ξεχώρισε ένα ανάμεσα στα υπόλοιπα: «Πρέπει να είσαι σε εγήργορση και να έχεις πάντα έναν σκοπό».









