Ο οίκος αξιολόγησης Fitch Ratings υπερασπίζεται την αμφιλεγόμενη απόφασή του να υποβαθμίσει την πιστοληπτική ικανότητα των ΗΠΑ δείχνοντας προς το βουνό χρέους της χώρας.
Από τον Matt Egan/CNN Business
«Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους», δήλωσε στο CNN σε συνέντευξή του την Τετάρτη ο Richard Francis, ο επικεφαλής αναλυτής για τις αξιολογήσεις των αμερικανικών κρατικών αξιολογήσεων στη Fitch. Το χρέος της Αμερικής έφτασε στο 113% (και αυξάνεται) της οικονομικής παραγωγής της, το οποίο ο Francis χαρακτήρισε «σαφώς αρκετά ανησυχητικό».
Ο ίδιος, ο οποίος ηγείται της επιτροπής που αποφάσισε να αφαιρέσει το άριστα της πιστοληπτικής ικανότητας της Αμερικής, εξέφρασε την ανησυχία του για τα μεγάλα και αυξανόμενα δημοσιονομικά ελλείμματα και το αυξανόμενο κόστος χρηματοδότησης του αμερικανικού χρέους καθώς ενισχύονται τα επιτόκια.
Μέσα σε λίγα λεπτά από την υποβάθμιση της Fitch το απόγευμα της Τρίτης, ο Λευκός Οίκος, το Υπουργείο Οικονομικών και ορισμένοι κορυφαίοι οικονομολόγοι επέκριναν τη συγκεκριμένη κίνηση. Η υπουργός Οικονομικών Janet Yellen περιέγραψε την υποβάθμιση ως «αυθαίρετη και βασισμένη σε ξεπερασμένα δεδομένα», σημειώνοντας την πρόοδο σε πολλούς από τους δείκτες στους οποίους στηρίζεται η Fitch.
Ο πρώην οικονομικός σύμβουλος του Obama, Jason Furman, χαρακτήρισε την υποβάθμιση «εντελώς παράλογη» και ο διάσημος οικονομολόγος Larry Summers την περιέγραψε ως «περίεργη και ανάρμοστη», σημειώνοντας ότι η κίνηση έρχεται τη στιγμή που η οικονομία των ΗΠΑ φαίνεται ισχυρότερη από ό,τι αναμενόταν.
Σε απάντηση, ο Francis ανέφερε ότι ο Fitch στήριξε την απόφαση του σε πολύ ευρύτερες αιτίες σε σχέση με τη βραχυπρόθεσμη τροχιά της αμερικανικής οικονομίας τους επόμενους μήνες.
Είτε η Αμερική διολισθήσει σε μια ήπια ύφεση είτε την αποφύγει οριακά «αυτό δεν αλλάξει τη γενικότερη εικόνα», είπε ο Francis στο CNN.
Πέρα από το δημοσιονομικό χάος, o Fitch ανησυχεί όλο και περισσότερο για την πολιτική κατάσταση στη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου. «Αισθανόμαστε ότι η διακυβέρνηση έχει επιδεινωθεί σταθερά τα τελευταία 20 χρόνια», είπε ο Francis. «Εξαιτίας αυτού, έχουμε λιγότερη εμπιστοσύνη ότι η κυβέρνηση μπορεί να αντιμετωπίσει αυτές τις δημοσιονομικές προκλήσεις», που περιλαμβάνουν την αντιμετώπιση μακροπρόθεσμων ζητημάτων που αφορούν την Κοινωνική Ασφάλιση και την Ιατρική περίθαλψη –προβλήματα που μπορεί να απαιτούν πολιτικά αντιδημοφιλείς κινήσεις και συμβιβασμούς. Ο ίδιος σημείωσε ακόμα ότι το ανεξάρτητο Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου προβλέπει ότι το ταμείο Κοινωνικής Ασφάλισης θα έχει εξαντληθεί έως το 2033.
Παράλληλα, εξέφρασε ανησυχία για την «πολιτική πόλωση και στις δύο πλευρές» του διαδρόμου. «Οι δημοκρατικοί κινούνται προς τα αριστερά. Οι Ρεπουμπλικάνοι σίγουρα κινούνται δεξιά. Και το κέντρο έχει καταρρεύσει. Αυτό απλώς κάνει τη λήψη δύσκολων αποφάσεων πολύ, πολύ δύσκολη και προκλητική», είπε ο Francis. «Βλέπουμε πολύ χαμηλή όρεξη για πραγματικά αντιμετώπιση των δημοσιονομικών προκλήσεων».
Ερωτηθείς σχετικά με τον ρόλο που έπαιξε η εισβολλή στο Καπιτώλιο της 6ης Ιανουαρίου στην απόφαση υποβάθμισης του Fitch, ο Franciw τόνισε ότι δεν έπαιξε «σημαντικό ρόλο». «Ήταν απλά ένας πολύ σαφής δείκτης της πολιτικής πόλωσης και της επιδείνωσης της διακυβέρνησης συνολικά», είπε, προσθέτοντας ότι οι επαναλαμβανόμενες αναστολές του ανώτατου ορίου χρέους είναι ένας ακόμα επιβαρυντικός δείκτης.
Όπως είχε αναφέρει προηγουμένως το CNN, ο Francis επιβεβαίωσε ότι ο Fitch ανέφερε πράγματι την 6η Ιανουαρίου ως ανησυχία στις συζητήσεις με αξιωματούχους των ΗΠΑ για πιθανή υποβάθμιση.
Ο Fitch ανακοίνωσε την απόφασή του για υποβάθμιση σχεδόν την ίδια στιγμή που ο πρώην πρόεδρος Donald Trump κατηγορήθηκε το βράδυ της Τρίτης σχετικά με τις προσπάθειες ανατροπής των εκλογών του 2020. Ο Φρανψισ τόνισε ότι το χρονοδιάγραμμα ήταν «καθαρά σύμπτωση», σημειώνοντας ότι η επιτροπή του Fitch έλαβε την απόφαση της να προχωρήσει στην υποβάιμοση την προηγούμενη μέρα.
Ερωτηθείς εάν κάποιο από τα δύο μέρη ευθύνεται περισσότερο για τα δημοσιονομικά προβλήματα της Αμερικής, ο Francis σημείωσε: «Υπάρχουν σίγουρα δημοσιονομικά ζητήματα που έχουν γίνει και από τα δύο μέρη», είπε. «Οι φορολογικές περικοπές Trump προφανώς επηρέασαν σημαντικά τα έσοδα τα τελευταία χρόνια. Οι πρωτοβουλίες δαπανών από την κυβέρνηση Biden ήταν ίσως απαραίτητες αλλά και δαπανηρές».







