Αντιγράφουμε από το profile του Manos Lambrakis [FB]>
Την Παρασκευή 7 Αυγούστου συμπληρώνεται ένας χρόνος από τον αδόκητο θάνατο της Λένας Σαμαρά. Ο πρώτος χρόνος μετά την απώλεια ενός παιδιού είναι η σκληρότερη δυνατή επιβεβαίωση της ασυμμετρίας ανάμεσα στον αντικειμενικό χρόνο που συνεχίζει να κυλά και στον υποκειμενικό χρόνο που παγιώνεται σε μία μοναδική ημερομηνία. Για έναν πατέρα και μία μητέρα η απουσία δεν υπέστη καμία εντροπική φθορά. Απέκτησε, απλώς, διάρκεια και μετουσιώθηκε από γεγονός σε καθεστώς.
Στο διάστημα αυτό, ο Αντώνης και η Γεωργία Σαμαρά αρνήθηκαν συστηματικά να μετατρέψουν το ιδιωτικό τραύμα σε δημόσιο κεφάλαιο συμβολικής διαπραγμάτευσης, ούτε διεκδίκησαν εξαιρετικό καθεστώς ανοχής λόγω της δοκιμασίας τους.
Επέλεξαν εκείνη τη μορφή σιωπής η οποία δεν συνιστά έλλειψη λόγου αλλά, κατά μια σχεδόν αποφατική λογική, την έσχατη έκφανση αξιοπρέπειας εκεί όπου η γλώσσα καθίσταται δομικά ανεπαρκής να περιγράψει το ανείπωτο.
Παρ’ όλα αυτά, ο Αντώνης Σαμαράς δεν αποσύρθηκε από τη δημόσια πολιτική σφαίρα, συνεχίζοντας να διατυπώνει κρίσεις για ζητήματα που θεωρεί συστατικά της εθνικής πορείας της χώρας.
Κανείς δεν μπορεί να αποτιμήσει το ποσοστό εκείνης της ανθρώπινης αντοχής που απαιτείται προκειμένου ένας άνθρωπος να υπηρετεί το δημόσιο καθήκον ενώ διαχειρίζεται εσωτερικά μια απώλεια αθεράπευτη εξ ορισμού.
Αυτό που προηγείται κάθε πολιτικής αντιπαράθεσης είναι η στοιχειώδης αναγνώριση της ανθρώπινης κατάστασης ενός γονέα που φέρει βάρος το οποίο κανείς δεν θα ευχόταν ούτε στον πλέον σφοδρό αντίπαλό του.
Κι όμως παρατηρείται μια ολοένα εντεινόμενη τάση εισβολής στις πλέον απόρρητες περιοχές της ανθρώπινης εμπειρίας.
Ο δημόσιος λόγος δεν αρκείται στην αποδόμηση ιδεών, αφού επιχειρεί την αποδόμηση της ίδιας της οδύνης, την ερμηνεία της, την ποσοτικοποίησή της, εκεί όπου δεν υπάρχει παρά γυμνή ανθρώπινη κατάρρευση.
Η κοινωνία του θεάματος δεν ανέχεται πλέον ούτε τη σιωπή ως τέτοια και απαιτεί την πλήρη εκμηδένιση κάθε ιδιωτικού, μη ανακτήσιμου από το θέαμα, χώρου.
Ο πολιτισμός, εντούτοις, εγκαινιάζεται ακριβώς εκεί όπου η αλαζονεία αυτή συναντά το όριό της. Εκεί όπου αναγνωρίζεται ότι η αξιοπρέπεια, εξ ορισμού, δεν κραυγάζει. Όποιος παραμένει όρθιος μετά την απώλεια ενός παιδιού του δεν αναζητά τον θαυμασμό μας.
Αναζητά εκείνο ακριβώς που ο σύγχρονος δημόσιος βίος επιδεικνύει ολοένα μεγαλύτερη απροθυμία να προσφέρει: σεβασμό.
Υ.Γ. Αξίζει, ωστόσο, μνεία στους αυτόκλητους «πραγματογνώμονες του πένθους» που πληθαίνουν, με τη ζέση ερασιτεχνών εγκληματολόγων, στο ψηφιακό δημόσιο πεδίο. Χρονομέτρησαν την παρουσία του Αντώνη Σαμαρά στις εξόδιους ακολουθίες του Αναστάση Παπαληγούρα,του Νίκου Ταγαρά και του Ιωάννη Βαρβιτσιώτη με την ακρίβεια ελβετικού ρολογιού, κατέγραψαν λεπτά παραμονής εντός ναών σαν να επρόκειτο για δεδομένα κλινικής δοκιμής, και ανακάλυψαν οργανωμένα σχέδια εξουσίας μπροστά σε μια σορό, ερμηνευτική ευφυΐα άξια καλύτερης υπόθεσης, αν δεν ήταν στην πραγματικότητα η πλέον πρόχειρη μορφή ηθικής αναλγησίας μεταμφιεσμένη σε πολιτική εγρήγορση. Δεν πρόκειται πια για σχόλιο επί των ζώντων. Πρόκειται για εργολαβία επί των νεκρών, όπου η σορός γίνεται πρώτη ύλη θεάματος.
Η Ιστορία δεν κρατά αρχείο με τα ονόματά τους. Τους αφήνει στην ανώνυμη, αδιάφορη υποσημείωση όσων κάποτε υπήρξαν χωρίς ποτέ πραγματικά να μετρήσουν





