Τώρα που πλέον ο Πρόεδρος Biden ανακοίνωσε την πρόθεσή του να θέσει υποψηφιότητα για μια δεύτερη θητεία στο Λευκό Οίκο, οικονομολόγοι και πολιτικοί στις ΗΠΑ ζυγίζουν το εάν η υποψηφιότητά του θα βοηθηθεί ή θα πληγωθεί από τις επιδόσεις της αμερικανικής οικονομίας. Εάν υπάρξει ύφεση, η υποψηφιότητα θα έχει τελειώσει ή το ζήτημα της οικονομίας θα ξεχαστεί μέχρι την ημέρα των εκλογών;
Από τον Peter Coy/New York Times
Η Oxford Economics έκανε μια αρχική δοκιμή μοντέλου πρόβλεψης των εκλογών, το οποίο λαμβάνει υπόψη διάφορους οικονομικούς παράγοντες, και διαπίστωσε την άποψη ότι ο Biden είναι έτοιμος να συγκεντρώσει περίπου το 55% της λαϊκής ψήφου, χωρίς να ληφθεί υπόψη ο αντίπαλος του, σύμφωνα με ενημέρωση την Τετάρτη. Ο Paul Krugman, ο συνάδελφός μου στο Opinion των New York Times, έγραψε την Πέμπτη ότι «η ιδέα ότι η οικονομία θα δημιουργήσει τεράστιο πρόβλημα για τους Δημοκρατικούς το επόμενο έτος δεν υποστηρίζεται από τα διαθέσιμα στοιχεία».
Η αλήθεια είναι, ωστόσο, ότι πραγματικά δεν γνωρίζουμε ποιος θα κερδίσει τις εκλογές του 2024, ούτε καν τι ρόλο θα παίξει η οικονομία σε αυτές. Ως κάποιος που γράφει για τα οικονομικά, θα ήθελα πολύ να επισημάνω ότι η κατάσταση της αμερικανικής οικονομίας μέχρι τις 5 Νοεμβρίου 2024 θα έχει μεγάλη σημασία. Αλλά αυτό δεν φαίνεται να ισχύει, σύμφωνα με άτομα με τα οποία μίλησα αυτή την εβδομάδα. Ένας πιθανός λόγος είναι ότι οι ψηφοφόροι είναι πλέον πιο πολωμένοι και περισσότερο προσανατολισμένοι στις προτιμήσεις τους, και επομένως λιγότερο επηρεασμένοι από τα σκαμπανεβάσματα της αμερικανικής οικονομίας.
Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι ο πρώην Πρόεδρος Donald Trump κερδίσει την υποψηφιότητα των Ρεπουμπλικάνων. Οι περισσότεροι υποστηρικτές του Biden δεν θα τον ψήφιζαν ανεξάρτητα από το πόσο άσχημη θα είναι η οικονομία το 2024 –όπως και οι περισσότεροι υποστηρικτές του Trump δεν θα ψηφίσουν τον Biden ανεξάρτητα από το πόσο καλή είναι η οικονομία υπό τη διοίκηση του. Το ρητό του James Carville το 1992 ότι είναι «η οικονομία (είναι που φταίει) ανόητε» δεν ισχύει σε αυτήν την εποχή του υπερκομματισμού.
Το 1978, ένα πρωτοποριακό άρθρο του οικονομολόγου Ray Fair του Γιέηλ, «The Effect of Economic Events on Votes for President», ανέφερε ότι «τα οικονομικά γεγονότα όπως μετρώνται από την αλλαγή στην πραγματική οικονομική δραστηριότητα το έτος των εκλογών φαίνεται να έχουν μια σημαντική επίδραση στις ψήφους για τον πρόεδρο». Τον Ιανουάριο, το μοντέλο προέβλεψε, χρησιμοποιώντας τις προβλέψεις του ως προς τα οικονομικά οφέλη, ότι ο Biden, εάν διοριζόταν εκ νέου ως υποψήφιος, θα έπαιρνε το 50,07% των προεδρικών ψήφων των δύο κομμάτων το επόμενο έτος, χωρίς καμία υπόθεση ως προς τον Ρεπουμπλικανό αντίπαλο του.
Το μοντέλο του Fair, το οποίο έχει τροποποιηθεί καταλλήλως όλα αυτά τα χρόνια, προέβλεψε σωστά τον νικητή της λαϊκής ψήφου σε όλες τις εκλογές από το 1980 έως το 2008, εκτός από το 1992, όταν προέβλεψε εσφαλμένα ότι ο Bill Clinton θα έπαιρνε μόνο το 43% της δικομματικής λαϊκής ψήφου έναντι του George W. Bush.
Ωστόσο, το ίδιο μοντέλο δεν τα έχει πάει καθόλου καλά τελευταία: Προέβλεψε ότι ο Δημοκρατικός υποψήφιος θα έπαιρνε λιγότερο από το ήμισυ της λαϊκής ψήφου στην αναμέτρηση των δύο υποψηφίων το 2012, όταν ο Πρόεδρος Barrack Obama κέρδισε μια δεύτερη θητεία και το 2016, είχε προβλέψει ότι η Hilary Clinton θα κέρδιζε τη λαϊκή ψήφο αλλά τελικά έχασε από τον Trump ως προς την ψήφο του Σώματος των Εκλεκτόρων και επίσης το 2020, όταν ο Biden κέρδισε τελικά τον Trump.
Ρώτησα τον Fair εάν είναι δίκαιο να πούμε ότι η πόλωση των ψηφοφόρων έχει αποδυναμώσει την προγνωστική αξία των οικονομικών δεικτών. Αναγνώρισε ότι ο Trump, μια ιδιαίτερα πολωτική φιγούρα, είχε υπολειπόμενη απόδοση τόσο το 2016 όσο και το 2020 δεδομένων των οικονομικών συνθηκών που το μοντέλο Fair θεωρούσε ευνοϊκές για αυτόν (και είπε ότι θα μπορούσε να συμβεί ξανά εάν ο Trump είναι υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων το επόμενο έτος). Αλλά σημείωσε ότι δεν είναι πεπεισμένος ότι το οικονομικό του μοντέλο έχει χάσει την προγνωστική του ισχύ. «Προσωπικά, πιστεύω ότι υπάρχει ακόμα μια αρκετά μεγάλη κεντρώα ομάδα» ψηφοφόρων που επηρεάζονται από οικονομικούς παράγοντες, είπε.
Ένα καλό παράδειγμα του γιατί είναι επικίνδυνο να βασιζόμαστε υπερβολικά σε οικονομικά μοντέλα είναι αυτό που συνέβη την άνοιξη του 2020, όταν χτύπησε η Covid. Με βάση ιστορικά πρότυπα, αρκετά από τα πιο γνωστά μοντέλα (αν και όχι του Fair) έδωσαν μεγάλο βάρος στην απόδοση της οικονομίας κατά το δεύτερο τρίμηνο ενός εκλογικού έτους, δηλαδή από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο. Λόγω της διακοπής λειτουργίας εξαιτίας της Covid, το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν των ΗΠΑ μειώθηκε με ετήσιο ρυθμό 29,9% το δεύτερο τρίμηνο του 2020.
Υπό αυτό τον κύριο παράγοντα των δεδομένων, οι εκλογές θα έπρεπε να ήταν καταστροφή για τον Trump. Αλλά οι ψηφοφόροι κατάλαβαν ότι ο Trump δεν μπορούσε να κατηγορηθεί για την Covid. Επιπλέον, η οικονομία αναπτύχθηκε με ετήσιο ρυθμό 35,3% το επόμενο τρίμηνο καθώς ανέκαμψε από το κλείσιμο. Τελικά, όμως ο Trump τα πήγε χειρότερα από ό,τι είχε προβλέψει το μοντέλο του Fair, αλλά πολύ καλύτερα από ό,τι προέβλεπαν τα μοντέλα που στάθμισαν σε μεγάλο βαθμό την οικονομική ανάπτυξη του δεύτερου τριμήνου.
Ένα άλλο πρόβλημα με ορισμένα μοντέλα πρόβλεψης που βασίζονται στην οικονομία, όπως τοy Fair, είναι ότι προβλέπουν τη λαϊκή ψήφο και όχι αυτή που έχει πραγματικά σημασία, την ψήφο του Σώματος των Εκλεκτόρων, η οποία εξαρτάται από τα αποτελέσματα κάθε πολιτείας. Ο Fair εμμένει στην πρόβλεψη της λαϊκής ψήφου επειδή πιστεύει ότι είναι ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος. Κάποιοι άλλοι αναλυτές έχουν στραφεί στην πρόβλεψη του αποτελέσματος του Εκλεκτορικού Κολλεγίου, αλλά είναι πολύ πιο δύσκολο. Το αποτέλεσμα των εκλογών οφείλεται σε μια χούφτα πολιτείες που αιωρούνται ως προς τις ψήφους, και εντός αυτών των λίγων πολιτειών, στη συμπεριφορά μιας μικρής μειοψηφίας ψηφοφόρων των οποίων το μυαλό δεν είναι αποφασισμένο.
Ένα πράγμα που με προβληματίζει είναι γιατί αξίζει τον κόπο να συνδέσουμε οικονομικούς παράγοντες σε μια εκλογική πρόβλεψη. Εάν η συνάφεια της οικονομίας είναι ότι επηρεάζει τα συναισθήματα των ψηφοφόρων για τους υποψηφίους, γιατί να μην περιορίσουμε το κυνήγι και να επικεντρωθούμε στα συναισθήματα των ψηφοφόρων; (ο Nate Cohn, ο συνάδελφός μου από το τμήμα των ειδήσεων, επεσήμανε αυτή την εβδομάδα σε ένα άλλο ενημερωτικό δελτίο μόνο για συνδρομητές ότι οι δημοσκοπήσεις δείχνουν μια σφιχτή εκλογική κούρσα, με τον Biden λίγο πιο μπροστά από τον Trump και ελαφρώς πίσω από τον κυβερνήτη Ron DeSantis της Φλόριντα σε υποθετικές αντιστοιχίσεις).
Ρώτησα τον Charles Tien, καθηγητή πολιτικών επιστημών στο Κέντρο Μεταπτυχιακών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης και στο Hunter College, γιατί αυτός και άλλοι χρησιμοποιούν οικονομικούς δείκτες στα εκλογικά μοντέλα τους. «Όταν προσθέτεις την οικονομία, βελτιώνεις τα αποτελέσματα», είπε. Αλλά αναγνώρισε ότι δεν είναι προφανές γιατί συμβαίνει αυτό. Όταν έθεσα την ίδια ερώτηση στον Fair μέσω email, έγραψε: «Τα εμπειρικά μου αποτελέσματα είναι αρκετά ισχυρά ότι η οικονομία έχει σημασία με την πάροδο του χρόνου». Αναρωτιέμαι αν είναι επειδή οι οικονομικοί δείκτες σηματοδοτούν κάτι σχετικά με την κατάσταση των ψηφοφόρων που δεν εκφράζουν πλήρως σε έρευνες, οι οποίες σε κάθε περίπτωση έχουν γίνει λιγότερο αξιόπιστες καθώς τα ποσοστά των απαντήσεων έχουν μειωθεί.
Ο Peter Enns, πολιτικός επιστήμονας στο Cornell που διηύθυνε το Roper Center for Public Opinion Research με έδρα το Cornell μέχρι πέρυσι, μου είπε ότι πιστεύει ότι είναι πολύ νωρίς για προβλέψεις σχετικά με την εκλογική αναμέτρηση του 2024. Πρώτον, γιατί υπάρχουν πάρα πολλά άγνωστα, όπως το πεδίο των υποψηφίων και ο επιχειρηματικός κύκλος. Δεύτερον, γιατί σε αυτό το στάδιο οι ψηφοφόροι θα πρέπει να εστιάσουν στο ποιος θα κερδίσει, όχι στο ποιος θέλουν να κερδίσει. Εντάξει, ακούγεται δίκαιο…





