Το 2010, η κυβέρνηση της Ονδούρας φιλοξένησε ένα διεθνές συμπόσιο για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, όπου κυβερνητικοί αξιωματούχοι παρουσίασαν ένα νέο πλάνο για το σχέδιο οικονομικής ανάπτυξης της χώρας: Η Ονδούρα θα ήταν πλέον ανοιχτή στις μεγάλες επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με το Bloomerg, το επίκεντρο του σχεδίου ήταν η ανανεώσιμη ενέργεια. Δεκάδες νέα υδροηλεκτρικά φράγματα θα μπορούσαν να κατασκευαστούν σε ολόκληρη τη χώρα, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις της κυβέρνησης. Ένα από αυτά ήταν στον ποταμό Gualcarque, ο οποίος διασχίζει τη δυτική Ονδούρα. Αυτό το έργο τράβηξε την προσοχή της περιβαλλοντολόγου Berta Cáceres, η οποία πρωτοστάτησε σε μια εκστρατεία για να σταματήσει η κατασκευή του φράγματος προτού πριν ξεκινήσει.
Εκείνη την εποχή, η Berta ήταν ήδη ένας από τους σημαντικότερους και πιο ενεργούς ακτιβιστές της χώρας. Όταν ήταν μόλις 22 ετών, συνέστησε το Συμβούλιο Λαϊκών και Αυτόχθονων Οργανώσεων της Ονδούρας, το οποίο αγωνίστηκε για τα δικαιώματα των αυτόχθονων κοινοτήτων της χώρας. Ένας μικρός αριθμός Lenca, των μελών της μεγαλύτερης γηγενούς ομάδας της Ονδούρας, ζούσε κοντά στον ποταμό Gualcarque. Οι Lenca με τον καιρό έγιναν συνεργάτες της Berta στον τελευταίο της αγώνα.
Οι Lenca υποστηρίζουν ότι η διακοπή της ροής του ποταμού θα υποβαθμίσει τη γη, καθώς εκείνοι εξαρτώνται από τις καλλιέργειες. Πέρα από τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, είπαν επίσης ότι το ποτάμι ήταν ιερό: Η Gualcarque ήταν ουσιαστικά η ίδια τους η ζωή.
Τον Ιούλιο του 2013, η μάχη για το φράγμα έγινε βίαιη. Ένας φρουρός ασφαλείας στο εργοτάξιο του έργου πυροβόλησε και σκότωσε έναν διαδηλωτή, ισχυριζόμενος ότι ο άντρας τον απείλησε με μαχαίρι. Αργότερα την ίδια μέρα, ένα 14χρονο αγόρι του οποίου η οικογένεια υποστήριζε το φράγμα σκοτώθηκε πίσω από το σπίτι του και έως σήμερα περισσότεροι από 30 άνθρωποι έχουν βρει το θάνατο, οι περισσότερες γυναίκες. Η Sinohydro, η κινεζική εταιρεία που ανέλαβε την κατασκευή, εγκατέλειψε αμέσως το εργοτάξιο και σταμάτησαν όλα.
Η εταιρεία της Ονδούρας που ήταν υπεύθυνη για το φράγμα, η Desarrollos Energeticos (DESA), τελικά έφτιαξε μια νέα μελέτη προκειμένου να το πραγματοποιήσει. Η DESA μετακίνησε τα έργα περίπου 2 χιλιόμετρα προς τα βόρεια και μείωσε την κλίμακα του έργου. Αλλά οι διαμαρτυρίες δεν τελείωσαν. Η Berta υποστήριξε ότι το φράγμα θα εξακολουθούσε να καταστρέφει την κοινότητα και κατά καιρούς διοργάνωνε διαδηλώσεις ως την δολοφονία της το Μάρτιο του 2016.
Έπειτα από το θάνατο της, η οικογένειά της κατήγγειλε δημοσίως την DESA. Ανέφεραν στις αρχές ότι οι υπάλληλοι της εταιρείας είχαν απειλήσει επανειλημμένα τη ζωή της.
«Της λέγαμε, “πρόσεχε τους”» θυμάται η κόρη της Berta, Bertita Isabel. «Αλλά πέρασαν 13 ή 14 ημέρες από την πρώτη φορά που επιχείρησαν να τη σκοτώσουν».
Ο επικεφαλής των σχέσεων μεταξύ των κοινοτήτων της DESA, Sergio Rodriguez, ήταν από τους πρώτους που ανακρίθηκαν. Οι μάρτυρες δήλωσαν ότι ήταν ένας από τους ανθρώπους που κατηγορούνται για τις απειλές κατά της Berta. Ο Rodriguez ισχυρίζεται ότι αυτές οι κατηγορίες τον έχουν συγκλονίσει. «Είχα δει τρεις φορές τη Berta Cáceres σε όλη μου τη ζωή», λέει.
Η ανάκρισή του σηματοδοτεί ένα σημείο καμπής στην έρευνα, ωστόσο: Η DESA είναι πλέον ο πρωταρχικός ύποπτος για το θάνατο της Berta.





