Οι τράπεζες και οι ασφαλιστικές εταιρείες της Κίνας βρίσκονται στο επίκεντρο ενός σαρωτικού ελέγχου κατά της διαφθοράς που, σύμφωνα με πολλά Δυτικά ΜΜΕ, παγιδεύει κορυφαίους αξιωματούχους και κινδυνεύει να κλονίσει τα ήδη εύθραυστα νεύρα των επενδυτών και των επιχειρηματιών στη χώρα αλλά και στο εξωτερικό.
Από τη Laura He/CNN
Η επικεφαλής υπηρεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος για την καταπολέμηση της διαφθοράς, δηλαδή η Κεντρική Επιτροπή για τον Πειθαρχικό Έλεγχο (CCDI), ερευνά μέχρι στιγμής φέτος περισσότερα από δώδεκα ανώτερα στελέχη των σημαντικότερων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της χώρας, σύμφωνα με δηλώσεις που δημοσεύτηκαν στο διαδικτυακό τόπο της επιτροπής CCDI και αναλύθηκαν από το CNN.
Τρία μεγάλα ονόματα στην κορυφή του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Κίνας έχουν ερευνηθεί ή κατηγορηθεί, σύμφωνα με το CCDI, συμπεριλαμβανομένου του Li Xiaopeng, πρώην προέδρου του China Everbright Group -ενός από τους παλαιότερους και μεγαλύτερους κρατικούς χρηματοοικονομικούς ομίλους της Κίνας. Ο Li είναι ύποπτος για «σοβαρές παραβιάσεις του νόμου και πειθαρχίας» και βρίσκεται υπό έρευνα, ανέφερε η επιτροπή την Τετάρτη σε μια σύντομη δήλωση της.

Ο πρώην πρόεδρος της Τράπεζας της Κίνας, Liu Liange, απεικονίζεται στο Μιλάνο της Ιταλίας τον Ιούλιο του 2019. Διερευνάται από τις κινεζικές αρχές.
Η Everbright ανέφερε σε δήλωσή της ότι «υποστηρίζει πλήρως» την απόφαση του κόμματος και ότι θα «συνεργαστεί πλήρως» με την έρευνα για τον Li, ο οποίος προήδρευε της τράπεζας για τέσσερα χρόνια έως ότου παραιτήθηκε τον Μάρτιο του 2022.
Την προπερασμένη Παρασκευή, οι κινεζικές αρχές άνοιξαν παρόμοια έρευνα κατά του Liu Liange, πρώην προέδρου της κρατικής Τράπεζας της Κίνας, του τέταρτου μεγαλύτερου δανειστή της χώρας. Ο Liu παραιτήθηκε τον περασμένο μήνα επικαλούμενος «εργασιακά ζητήματα», σύμφωνα με μια ανακοίνωση της τράπεζας.
Και τον Ιανουάριο, ο Wang Bin, ο οποίος ήταν επικεφαλής της κρατικής China Life Insurance από το 2018 έως τις αρχές του 2022, κατηγορήθηκε από εισαγγελείς για δωροδοκία και απόκρυψη αποταμιεύσεων στο εξωτερικό. Εξετάστηκε για πρώτη φορά από την επιτροπή CCDI τον Ιανουάριο του 2022.
Οι αναλυτές λένε ότι πιθανά στους ελέγχους να περιλαμβάνεται και ο Bao Fan, ένας τραπεζίτης στον τομέα των επενδύσεων και γνωστό όνομα στον τομέα της τεχνολογίας, ο οποίος εξαφανίστηκε από τη δημοσιότητα τον Φεβρουάριο.
Την περασμένη εβδομάδα, η επιτροπή CCDI ανακοίνωσε ότι θα επιθεωρήσει περισσότερες από 30 μεγάλες κρατικές εταιρείες στην Κίνα, στις οποίες περιλαμβάνονται χρηματοοικονομικοί γίγαντες όπως η China Investment Corp, το κρατικό επενδυτικό ταμείο της χώρας, η China Development Bank, η οποία παρέχει χρηματοδότηση για βασικά κυβερνητικά έργα και η Agricultural Bank of China, ένας άλλος μεγάλος ελεγχόμενος από το κράτος δανειστής.
Η είδηση για τους ελέγχους έρχεται λίγους μήνες αφότου ο Xi Jinping εξασφάλισε μια ιστορική τρίτη θητεία τον Οκτώβριο ως ηγέτης της Κίνας. Αμέσως μετά κινήθηκε προκειμένου να εδραιώσει την κυριαρχία του κόμματος στην οικονομία.
«Η τρέχουσα οικονομική καταστολή είναι ένα νέο κύμα της εκστρατείας του Xi Jinping κατά της διαφθοράς και κατά του χρηματοπιστωτικού τομέα για την εδραίωση της εξουσίας του», δηλώνει ο Chongyi Feng, αναπληρωτής καθηγητής στις Κινεζικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο Τεχνολογίας του Σίδνεϊ.
Οι έλεγχοι για θέματα διαφθοράς φέρουν την υπογραφή Xi καθώς σαρώνουν το κυβερνών Κομμουνιστικό Κόμμα, την κυβέρνηση, τον στρατό και τις κρατικές εταιρείες κατά κύματα από το 2012, όταν ο ίδιος ανέλαβε τα καθήκοντά του. Χιλιάδες αξιωματούχοι έχουν ήδη τιμωρηθεί.
«Πλήρης έλεγχος»
Φέτος, ο έλεγχος και η καταστολή επικεντρώθηκε στον ευρύτερο χρηματοπιστωτικό κλάδο της χώρας. Ο Feng υποστηρίζει ότι μπορεί να υπάρχουν δύο λόγοι για αυτήν την «κλιμάκωση». «Η χρηματοοικονομική [βιομηχανία] είναι ο τελευταίος από τους τρεις βασικούς τομείς για τον Xi στον οποίο επιβάλλει πλήρη έλεγχο μετά τον στρατό και τον [εσωτερικό] μηχανισμό ασφαλείας», λέει ο Feng, προσθέτοντας ότι είναι οι «τσάντες με τα χρήματα» του κόμματος.
Ο Xi πρέπει επίσης να συγκεντρώσει τον έλεγχο του τομέα προκειμένου να αντιμετωπίσει «την εντεινόμενη οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση στην Κίνα» και να προετοιμαστεί για έναν «οικονομικό πόλεμο» με τις Ηνωμένες Πολιτείες, προσθέτει.
Το Πεκίνο αντιμετωπίζει μια σειρά από εγχώριες και παγκόσμιες προκλήσεις. Η αγορά κατοικίας υφίσταται τη χειρότερη ύφεση που έχει καταγραφεί. Η ανεργία των νέων παραμένει υψηλή. Οι τοπικές κυβερνήσεις παλεύουν με τεράστια φορτία χρέους και περικοπές παροχών. Και οι σχέσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας βρίσκονται στο χαμηλότερο σημείο των τελευταίων δεκαετιών, οδηγώντας σε κλιμάκωση των εντάσεων στην τεχνολογία και τις επενδύσεις.
Οι επενδύσεις στην Κίνα γίνονται όλο και πιο επισφαλείς καθώς το κλίμα για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις έχει επιδεινωθεί και οι ξένες εταιρείες έχουν παγιδευτεί στα πυρά της γεωπολιτικής έντασης.
Καθώς η οικονομία προσπαθεί να ανακάμψει, το Πεκίνο δέχεται πιέσεις να αναζωογονήσει την ανάπτυξη και να δημιουργήσει θέσεις εργασίας για εκατομμύρια. Κορυφαίοι οικονομικοί αξιωματούχοι προσπαθούν να αυξήσουν την επιχειρηματική εμπιστοσύνη καθησυχάζοντας την ιδιωτική βιομηχανία και ξετυλίγοντας κόκκινα χαλιά καλωσορίσματος για τους διεθνείς CEOs.
Όμως o ολοένα και βαθύτερoς έλεγχος και η καταστολή του τεράστιου χρηματοπιστωτικού τομέα θα μπορούσε να ταράξει τους επενδυτές. Οι τράπεζες και οι ασφαλιστικές εταιρείες της Κίνας διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία αξίας 60 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, ποσό που ισοδυναμεί με το 340% του ετήσιου ΑΕΠ της χώρας, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στατιστικά στοιχεία από τη Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας.
Αντικρουόμενοι στόχοι;
Η εξαφάνιση του Bao, ιδρυτή και διευθύνοντος συμβούλου της China Renaissance, προκάλεσε βουτιά στην αξία της μετοχής της τράπεζας. Έχει χάσει 27% από τα μέσα Φεβρουαρίου.
Ο τεχνολογικός τομέας της Κίνας, την ίδια στιγμή, εξακολουθεί να γιατρέψει τους μώλωπες της δικής του μάχης με το κυβερνών Κομμουνιστικό Κόμμα του Xi, καθώς εξαφανίστηκαν εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε αγοραία αξία. Για παράδειγμα, οι μετοχές της Alibaba εξακολουθούν να υποχωρούν σχεδόν κατά 70% από την κορύφωσή τους στα τέλη Οκτωβρίου του 2020.
«Η πρόσφατη καταστολή από τον Xi θα μπορούσε να βλάψει το επιχειρηματικό κλίμα τόσο μεταξύ εγχώριων όσο και ξένων επενδυτών, πολλοί από τους οποίους είναι ήδη νευρικοί για το πολιτικό περιβάλλον», δηλώνει ο Neil Thomas, συνεργάτης σε θέματα κινεζικής πολιτικής στο Κέντρο Ανάλυσης της Κίνας του Asia Society Policy Institute.
«Ο Xi θέλει να αναζωογονήσει την κινεζική οικονομία και να ενισχύσει την ηγεσία του κόμματος όσον αφορά τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Αυτοί οι στόχοι δεν αλληλοαποκλείονται, αλλά ο δεύτερος είναι πιθανό να περιορίσει τον πρώτο».
Το 2017, το κόμμα ξεκίνησε μια σαρωτική καταστολή των επικίνδυνων δανείων από τράπεζες και ιδρύματα σκιωδών δανείων λόγω ανησυχιών για συστημικούς κινδύνους. Οι αρχές προσπάθησαν να χαλιναγωγήσουν τους μεγαλύτερους ιδιωτικούς ομίλους της χώρας, όπως τους Anbang, HNA, Wanda και Fosun Group, που είχαν δανειστεί μεγάλα ποσά για να τροφοδοτήσουν την επιθετική παγκόσμια επέκταση τους.
Ο Xi «πιθανότατα βλέπει τη στόχευση στελεχών του κλάδου υψηλού επιπέδου όπως ο Bao Fan ως μια αποτελεσματική στρατηγική για να σοκάρει ολόκληρο τον χρηματοπιστωτικό τομέα σε ισχυρότερη και πιο ενεργή συμμόρφωση με τις πολιτικές επιταγές», τονίζει ο Thomas.
Ο Bao είναι ο τελευταίος μεγιστάνας υψηλού προφίλ που εξαφανίστηκε. Η China Renaissance δήλωσε στα τέλη Φεβρουαρίου ότι ο Bao «συνεργαζόταν σε μια έρευνα» από ορισμένες αρχές στη χώρα. Δεν έδωσε άλλες λεπτομέρειες.
Το 2020, ο μεγιστάνας ακινήτων Ren Zhiqiang εξαφανίστηκε για αρκετούς μήνες αφού φέρεται να μίλησε εναντίον του χειρισμού του Xi για την πανδημία του κορωνοϊού. Ο Ren τελικά καταδικάστηκε σε 18 χρόνια φυλάκιση με κατηγορίες διαφθοράς.
Το 2017, ο ασφαλιστικός γίγαντας Anbang προειδοποίησε τους μετόχους του ότι ο πρόεδρός του, Wu Xiaohui, δεν θα ήταν σε θέση να εκτελέσει τα καθήκοντά του αφού φέρεται να τέθηκε υπό κράτηση από τις αρχές στο πλαίσιο μιας κυβερνητικής έρευνας. Ο όμιλος Anbang εκείνη την εποχή ανέφερε «προσωπικούς λόγους» για την απουσία του. Ο Wu τελικά φυλακίστηκε για 18 χρόνια.







