kourdistoportocali.comNews DeskΔύο Γερμανοί τουρίστες φθάνουν οδικώς στην Αθήνα. Στη συνέχεια σκοτώνουν 6 άτομα στη τύχη

Φεβρουάριος 1969. Μυρίζει αίμα

Δύο Γερμανοί τουρίστες φθάνουν οδικώς στην Αθήνα. Στη συνέχεια σκοτώνουν 6 άτομα στη τύχη

O Tάσος Θεοφίλου κουβεντιάζει με την συγγραφέα του βιβλίου Γιάννη Ράγκο

Στις αρχές Μαρτίου του δεύτερου χρόνου της δικτατορίας, δύο τριαντάρηδες Γερμανοί, ο Χέρμαν Ντουφτ και ο Χανς Μπασενάουερ, φτάνουν στην Ελλάδα, δηλώνοντας πως έρχονται για τουρισμό και δουλειές. Κατά τη διάρκεια της σαρανταήμερης διαμονής τους, διαπράττουν έξι ανθρωποκτονίες και πέντε ληστείες απέναντι σε τυχαία επιλεγμένους στόχους. Οι αστυνομικές αρχές, απασχολημένες με την καταστολή της αντικαθεστωτικής δράσης, αδυνατούν να φτάσουν στα ίχνη τους, ενώ συγχρόνως απαγορεύεται στον Τύπο η δημοσιοποίηση των σχετικών γεγονότων, προκειμένου να μην διαταραχθεί η εικόνα της τάξης και της ασφάλειας.

Του Τάσου Θεοφίλου [rednnoir.gr]

Το «Μυρίζει αίμα» είναι ένα λογοτεχνικό έργο, συγχρόνως όμως είναι και ένα δημοσιογραφικό ντοκουμέντο.

Με τον Γιάννη Ράγκο βρεθήκαμε στο red n’ noir βιβλιοκαφέ στη Δροσοπούλου, για να μιλήσουμε για το βιβλίο του, την πρώτη ύλη που χρησιμοποίησε, το nonfiction crime novel, τα όρια του συγγραφέα ανάμεσα στη μυθοπλασία και την πραγματικότητα, τη μεταξύ τους αναλογία, τον τρόπο που καθόρισε την εξέλιξη των γεγονότων η περίοδος στην οποία διαδραματίστηκαν, το αστυνομικό ρεπορτάζ της εποχής, τους λόγους που επιλέχτηκε ο συγκεκριμένος τίτλος και τέλος για το αν πρόκειται για το ελληνικό «Εν ψυχρώ».

Ο Γιάννης Ράγκος διάβαζε λογοτεχνία από μικρός, όμως θεωρούσε την αστυνομική λογοτεχνία «ένα πράγμα δευτερεύον ή και τριτεύον».

Όλα άλλαξαν όταν ο πατέρας του, του σύστησε τον Τσάντλερ και τον Χάμετ. Έτσι ξαφνικά, άνοιξε ένας ολόκληρος κόσμος.

«Αργότερα διαπίστωσα ότι οι άνθρωποι με τραγικό πεπρωμένο με ελκύουν και μυθοπλαστικά αλλά και ως χαρακτήρες. Πάντα με απασχολούσε και αυτό το κομμάτι, η υπαρξιακή καταβύθιση και η ευθεία αναμέτρηση με τη σκοτεινή μας πλευρά. Ήταν αυτή η υπαρξιακή πλευρά του νουάρ που με γοήτευσε.

Αυτό συνδέθηκε και με τη δημοσιογραφική μου δουλειά. Η συγκέντρωση στοιχείων, η ερευνητική διαδοχή τους, η διασταύρωσή τους, τα λάθη στην εκτίμησή τους και μια πιθανή αλλαγή δρόμου στην έρευνα ήταν κάτι που συνέβαινε με παρόμοιο τρόπο και στη δουλειά του δημοσιογράφου. Η αίσθηση αυτή, ότι ξεκινάς από ένα απειροελάχιστο ίχνος και ψάχνοντας σου ανοίγεται ξαφνικά ένας ολόκληρος κόσμος… Είναι πολύ γοητευτική η πορεία προς την αποκάλυψη αυτού του κόσμου».

Η ανανεωμένη επανέκδοση του Καστανιώτη το 2019 (πρώτη έκδοση από την Ίνδικτο το 2008) του μυθιστορήματος «Μυρίζει αίμα» καταφέρνει αβίαστα να μεταφέρει τον αναγνώστη στο 1969. Ο Γιάννης Ράγκος ζωντανεύει μια τόσο πραγματική όσο και εξωφρενική για την περίοδο ιστορία, που τάραξε τα ποινικά και εγκληματολογικά δεδομένα της τότε ελληνικής πραγματικότητας.

 

Η πρώτη ύλη

Ο Γιάννης Ράγκος είχε συλλέξει το υλικό του, χάρη στη δημοσιογραφική του ιδιότητα, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, στο πλαίσιο της συνεργασίας του με την τηλεοπτική σειρά «Ανατομία ενός Εγκλήματος» ως υπεύθυνος δημοσιογραφικής έρευνας.

Το σχετικό επεισόδιο με τίτλο «Εν ψυχρώ», σε σκηνοθεσία Μπάμπη Σπανού και σενάριο Πέτρου Μάρκαρη, προβλήθηκε στις 18 Φλεβάρη του 1993.

«Όλο αυτό το υλικό είχε χρησιμοποιηθεί για την παρουσίαση της υπόθεσης στην εκπομπή και περιλαμβάνει τα πλήρη πρακτικά του δικαστηρίου, το πλήρες υλικό της προανάκρισης από το αρχείο της αστυνομίας, δημοσιεύματα του Τύπου της εποχής και πάρα πολλές συνεντεύξεις με ανθρώπους, καθώς όταν έκανα την αρχική ερευνά, στην αρχή της δεκαετίας του 1990, πολλοί από αυτούς ζούσαν ακόμα. Πήγα στα σημεία των εγκλημάτων, μίλησα με ανθρώπους, είδα και το χώρο. Μίλησα και με κάποιους ανθρώπους στη Γερμανία.

Πήρα πάρα πολλές συνεντεύξεις από πρόσωπα που γνώρισα και εμπλέκονταν με οποιαδήποτε ιδιότητα. Τη μόνη που δεν κατάφερα να βρω, επειδή δεν ζούσε, ήταν η ελληνίδα αρραβωνιαστικιά του Χέρμαν Ντουφτ, η οποία είχε σκοτωθεί περίπου έναν χρόνο πριν σε τροχαίο. Μίλησα με τον αδελφό της όμως τον ράφτη, που το ραφείο του ήταν μάλιστα πολύ κοντά στο σπίτι μου.

Μετά από αρκετά χρόνια, ξαναδούλεψα αυτό το υλικό για το μυθιστόρημα, όπου εκεί χρειάστηκε άλλου τύπου έρευνα, κυρίως πραγματολογικού χαρακτήρα. Όταν αναπαράγεις μια εποχή πρέπει να ξέρεις κι άλλα πράγματα, όπως τη μόδα της εποχής, τις ταινίες που παίζονταν στον κινηματογράφο, ακόμα και την τιμή που είχε το καλαμάκι σουβλάκι τότε–μια δραχμή και είκοσι λεπτά. Μπαίνουν διάφορα πραγματολογικά στοιχεία που στην έρευνα δεν σου χρειάζονται, σου χρειάζονται όμως σε μια αποτύπωση μυθοπλαστική, λογοτεχνική πια.

Την περίοδο που έγραφα το βιβλίο, άκουγα μόνο μουσική του 1969, είτε ροκ είτε ελληνικά, αλλά μόνο του 1969. Μερικά τραγούδια τα βάζω να ακούγονται και στο βιβλίο.»

Το non fiction crime novel, τα όρια του συγγραφέα ανάμεσα στη μυθοπλασία και την πραγματικότητα και η μεταξύ τους αναλογία

«Το περίφημοαυτό υβριδικό είδος, που καθιερώθηκε από το “Εν Ψυχρώ” του Τρούμαν Καπότε, είναι μια τεχνική που με το ένα πόδι πατάει στο δημοσιογραφικό λόγο και στις αντίστοιχες τεχνικές,χρησιμοποιώντας αυθεντικά ντοκουμέντα, κομμάτια από συνεντεύξεις, δημοσιεύματα εφημερίδων ή ντοκουμέντα από δικαστικά και αστυνομικά αρχεία,ενώ με το άλλο πατάει στη λογοτεχνία,χρησιμοποιώντας εσωτερικούς μονολόγους, διαλόγους κλπ. Εμένα αυτό μου αρέσει πολύ,γιατί συναιρεί και τις δυο μου ιδιότητες, του δημοσιογράφου και του συγγραφέα.

Δεν μπορώ να κρίνω σε ποιο βαθμό ακριβώς έμεινα πιστός στα γεγονότα. Αρχικά, έκανα μια επιλογή που με βοήθησε και πρακτικά. Χρησιμοποίησα τα αληθινά ονόματα του Ντουφτ και του Μπασενάουερ, άλλαξα όλα τα ονόματα των πραγματικών χαρακτήρων και πρόσθεσα κάποιους χαρακτήρες καθαρά μυθοπλαστικούς. Παράλλαξα τα ονόματα με έναν τρόπο που να θυμίζουν όμως τα πραγματικά. Αυτό το έκανα κυρίως για λόγους δεοντολογίας απέναντι στη μνήμη των θυμάτων.

Είναι λογικό πολλά πράγματα να μην τα ξέρω. Παραδείγματος χάριν, τι έκαναν αυτοί οι δύο άνθρωποι όταν ήταν μόνοι τους. Επομένως εκεί επινόησα, όμως με έναν τρόπο που να ταιριάζει στα επιβεβαιωμένα συμβάντα. Δηλαδή στη χαρακτηρολογία, τον τρόπο που αντιδρούσαν στα ερεθίσματα και την ιδιοσυγκρασία τους. Δεν μπορείς, αν για παράδειγμα τα τεκμηριωμένα συμβάντα σκιαγραφούν ένα χαρακτήρα, στις μυθοπλαστικές σου σκηνές εσύ να δείχνεις έναν άλλον. Έπρεπε να επινοήσω σκηνές. Σκηνές που να είναι λειτουργικές και να εξυπηρετήσουν συγχρόνως και το υπαρξιακό κομμάτι της ιστορίας, χωρίς να τους δικαιολογώ ή να τους καταδικάζω. Με ενδιέφερε να ανακαλύψω τους χαρακτήρες τους. Για να το καταφέρω αυτό, έπρεπε από τη μία να μάθω πράγματα γι’ αυτούς, αλλά έπρεπε να βυθιστώ και στην ύπαρξή τους και τον τρόπο που σκέφτονταν.

Όταν αποφάσισα να κάνω αυτό το βιβλίο, πήγα ξανά σε όλα τα σημεία που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα. Όταν πήγα στο βενζινάδικο (τώρα έχει κλείσει) που έγιναν οι πρώτοι φόνοι, σταμάτησα με το αμάξι απέναντι και έπαθα τέτοια αυθυποβολή, που αισθάνθηκα σαν να ζω τη σκηνή μπροστά μου. Ήταν μέρα, το σκηνικό εντελώς διαφορετικό έτσι κι αλλιώς, και παρόλα αυτά είδα τη σκηνή μπροστά μου, μου κόπηκε η ανάσα για μερικά δευτερόλεπτα μέρα-μεσημέρι, ήμουν σε κάτι σαν παραλήρημα. Ήμουν τόσο μέσα στην ιστορία αυτή, που για κάποια ώρα την είδα να ζωντανεύει μπροστά μου.»

Πώς καθόρισε την εξέλιξη των γεγονότων η εποχή στην οποία διαδραματίστηκαν

«Πιστεύω ότι αυτή ιστορία δεν θα είχε την εξέλιξη που είχε, αν δεν ήταν η χούντα. Η χούντα εκείνη την περίοδο ήταν απομονωμένη διεθνώς και μην ξεχνάμε ότι το 1969, που διαδραματίζονται τα γεγονότα, αποβάλλεται από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Μάλιστα πριν αποβληθεί, αποχωρεί από μόνη της. Προκειμένου λοιπόν να έχει μια έξωθεν καλή φήμη και να φέρνει και συνάλλαγμα, υπήρχε μια τάση, κυρίως στα χερσαία σύνορα, να μην γίνονται σοβαροί έλεγχοι. Αυτό εκμεταλλευτήκαν οι δύο Γερμανοί και πέρασαν όλο τον οπλισμό τους χωρίς να τους ελέγχει ποτέ κανείς, καθώς ήρθαν οδικώς από τη Γερμανία.

Το άλλο δεδομένο είναι ότι η αστυνομία και οι διωκτικές αρχές ήταν σαφώς προσανατολισμένες στην πολιτική δράση. Είχαν εξασθενήσει τα αντανακλαστικά στο κοινό έγκλημα. Βέβαια να σημειώσω ότι αυτά για την Ελλάδα ήταν εγκλήματα πρωτοφανή, δεν τα είχαν ξαναδεί ποτέ. Μιλάμε για εγκλήματα που άλλαξαν τη χώρα, δεν είχαν προηγούμενο. Εγκληματολογικά, δυο σίριαλ κίλερ στην Ελλάδα, ήταν υπόθεση -τομή.

Το τρίτο και σημαντικότερο ήταν το γεγονός ότι για λόγους πολιτικής αντίληψης και της ανάγκης να παρουσιαστεί ότι υπάρχει τάξη και ασφάλεια, το καθεστώς δεν επέτρεπε καμία δημοσίευση των γεγονότων (έκτος από ένα μονόστηλο στον πρώτο φόνο και ένα δίστηλο στον δεύτερο) και έτσι ο κόσμος ήταν απληροφόρητος σχετικά. Αυτό εμμέσως βοήθησε και τη δράση των δύο Γερμανών, γιατί τα θύματα ήταν ανυποψίαστα. Εξάλλου και οι ίδιοι έψαχναν τις εφημερίδες, δεν έβλεπαν τίποτα και έλεγαν πάμε για άλλα.»

Το αστυνομικό ρεπορτάζ της εποχής

«Τα εγκλήματα που παρουσιάζονται στον Τύπο της εποχής είναι κυρίως τα εγκλήματα πάθους. Ένα έγκλημα πάθους μπορεί να δικαιολογηθεί ιδεολογικά μέσα σε αυτό το πλαίσιο, καθώς είναι εγκλήμα που συμβαίνει ανεξάρτητα από το καθεστώς τάξης και ασφάλειας και με έναν τρόπο λειτουργεί ως η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.

Τα εγκλήματα των δύο Γερμανών, δεν ήταν εγκλήματα πάθους ή εγκλήματα για κτηματικές διαφορές. Ήταν εγκλήματα που το κράτος δεν μπορούσε να ελέγξει, να καθοδηγήσει ιδεολογικά, δεν μπορούσε να τα εντάξει σε μια κατηγορία και κάπως να τα χειριστεί σε επίπεδο δημοσιότητας.

Αυτή την αμηχανία προσπαθώ να την περάσω και μέσα από τον ήρωα τον αστυνομικό, καθώς πράγματι υπάρχει μια αμηχανία. Και το ότι πέσανε μέσα στο γεγονός ότι είναι ξένοι οι δράστες, δεν έγινε από κάποια τεχνοκρατική προσέγγιση, αλλά από το γεγονός ότι οι Έλληνες δεν κάναν τέτοια εγκλήματα.»

Ο τίτλος

«Την εποχή που έγραφα το βιβλίο, διαβάζοντας ένα άσχετο κείμενο, οικονομικό, έπεσα στη λατινική φράση “non olet pecunia sed sanguis”, που σημαίνει “δεν μυρίζει χρήμα αλλά αίμα”, οπότε σκέφτηκα το “Μυρίζει αίμα”, με τη λογική ότι όλη Ελλάδα μύριζε αίμα. Τότε ακόμα δεν το είχα τελειώσει το βιβλίο, ήμουν λίγο μετά τη μέση,και έπειτα το ξέχασα. Όταν ο Ντουφτ μπήκε στη φυλακή και αφού καταδικάστηκε και πήγε στην Κέρκυρα, έστειλε μια επιστολή στο Συμβούλιο της Ευρώπης, για να καταγγείλει την ελληνική χούντα για βασανιστήρια. Όταν διάβαζα ξανά την ελληνική μετάφραση της επιστολής για να τη δαχτυλογραφήσω και να τη βάλω στο βιβλίο, ανακάλυψα (κάτι που δεν είχα παρατηρήσει αρχικά) ότι υπάρχει αυτή η φράση. Σε ένα σημείο γράφει ότι σε αυτό το κελί μυρίζει αίμα*,οπότε λέω αυτός είναι ο τίτλος, γιατί ακριβώς ήθελα να συμβολίσω ότι δεν μύριζε αίμα μόνο η υπόθεση αλλά όλη η εποχή.»

Το ελληνικό «Εν ψυχρώ»

«Για λόγους εμπορικούς έχει γραφτεί ότι είναι το ελληνικό «Εν ψυχρώ». Μια ομοιότητα είναι η χρήση του λογοτεχνικού υβριδίου non fiction crime novel, με τη διαφορά ότι ο Καπότε το έγραφε συγχρόνως με τα γεγονότα, ενώ εγώ με μια απόσταση δεκαετιών. Άλλες ομοιότητες είναι ότι οι δράστες είναι δύο και ότι ο Καπότε αναφέρεται σε ένα έγκλημα που είναι επίσης τομή στην εγκληματολογική ιστορία της χώρας. Είναι η εποχή της αποαθωοποίησης της Αμερικής, όπως αντίστοιχα συμβαίνει και με το έγκλημα των δύο Γερμανών στην Ελλάδα.

Δεν ήταν όμως σε καμιά περίπτωση η πρόθεσή μου να το μιμηθώ. Δεν ήθελα να αντιγράψω ούτε το ύφος του.

Το έργο του Καπότε το έχω διαβάσει τριάντα φορές, το θεωρώ ένα αριστούργημα για πολλούς λόγους. Πριν γράψω το «Μυρίζει αίμα» το ξαναδιάβασα, για να το έχω φρέσκο στο μυαλό μου,ακριβώς για να αποφύγω να το μιμηθώ έστω και υποσυνείδητα.

Προφανώς έχω επηρεαστεί από το βιβλίο αυτό, όπως και από άλλα πράγματα. Άλλωστε τίποτα δεν προκύπτει από το μηδέν.»

*Το απόσπασμα της επιστολής του Χέρμαν Ντουφτ: «Εδώ στο κελί φαίνεται ότι έχουν αυτοκτονήσει αρκετοί, γιατί μυρίζει αίμα και βαρβαρότητα. Ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες, η μυρωδιά γίνεται περισσότερο ή λιγότερο έντονη. Μπορεί κανείς να δει το αίμα και στον τοίχο, αν και τον έχουν πλύνει».

Αριστερά, ο Χανς Μπασενάουερ. Δεξιά ο Χέρμαν Ντουφτ …

Οι Ντουφτ και Μπασσενάουερ, προφασιζόμενοι τους τουρίστες, έφθασαν οδικώς στην Ελλάδα στις 17 Φεβρουαρίου 1969, εποχή κατά την οποία κυβερνούσε η χούντα των Συνταγματαρχών.

Μέσα σε χρονικό διάστημα μόλις 40 ημερών και συγκεκριμένα από τις αρχές Μαρτίου έως και τα μέσα Απριλίου οπότε και συνελήφθησαν, δολοφόνησαν έξι ανυποψίαστους ανθρώπους, χρησιμοποιώντας όπλο ή στιλέτο, με σκοπό τη ληστεία. Οι δύο Γερμανοί είτε έκαναν οτοστόπ είτε πλησίαζαν τα ανύποπτα θύματά τους με κάποιο πρόσχημα για να τα εκτελέσουν και στη συνέχεια να τα ληστέψουν. Ο ένας χρησιμοποιούσε καραμπίνα και ο άλλος μαχαίρι.

Οι δολοφόνοι έδρασαν στην Αττική και στις πέριξ αυτής περιοχές. Πιο συγκεκριμένα τα θύματά τους ήταν:

5 Μαρτίου 1969: Νίκος Κανάρης (35 ετών), νυχτοφύλακας και Κωνσταντίνος Κούλης (22 ετών), στρατιώτης, σε πρατήριο υγρών καυσίμων έξω από τη Θήβα

13 Μαρτίου 1969: Παντελής Αθηναίος (50 ετών), Ελληνοαμερικανός χρηματιστής, στη Βούλα

7 Απριλίου 1969: Ιωάννης Φραγκιαδάκης (34 ετών), οδηγός ταξί, στο Καβούρι

9 Απριλίου 1969: Ιωάννης Τσουτσάνης (42 ετών), νυχτοφύλακας σε πρατήριο υγρών καυσίμων στη Μαλακάσα

12 Απριλίου 1969: Γιώργος Παπαγεωργίου (40 ετών), υφαντουργός, κάτοικος Δυτικής Γερμανίας, στην Κινέτα

Το τελευταίο τους έγκλημα δεν ήταν γνωστό στις αρχές. Το αποκάλυψαν οι ίδιοι μετά τη σύλληψή τους. Κατά την πρώτη τους εγκληματική ενέργεια έξω από τη Θήβα, υπήρξε και τρίτο θύμα, ο Αναστάσιος Γκιζίνης, υπάλληλος του πρατηρίου υγρών καυσίμων, ο οποίος κοιμόταν σε πίσω δωμάτιο, μαχαιρώθηκε δε και πυροβολήθηκε, όμως τελικά δεν εξέπνευσε. Ο δε στρατιώτης που βρισκόταν τυχαία στο σημείο, τους πλησίασε με σκοπό να τους ζητήσει να τον μεταφέρουν στη μονάδα όπου υπηρετούσε.

Τη δράση και συμπεριφορά τους χαρακτήριζαν η φαινομενική ευγένεια με την οποία ξεγελούσαν τα ανυποψίαστα θύματά τους, η μεθοδικότητα και ο απόλυτος κυνισμός. Σκότωναν χωρίς ενδοιασμούς, ακόμη και σε στιγμές που δεν ήταν απαραίτητο για να διαφύγουν, καθώς ξένοι όπως ήταν και χωρίς μητρώο στην Ελλάδα θα ήταν απίθανο να αναγνωρισθούν από καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων. Συνελήφθησαν τελικά στις 16 Απριλίου του 1969, όταν μία γυναίκα, η Μαρία Κωνσταντάρα Ταμπουράκη, παρατήρησε κηλίδες αίματος πάνω στο αυτοκίνητο που πάρκαραν έξω από το σπίτι της στο Χαϊδάρι και ειδοποίησε την αστυνομία[1]. Στήθηκε ενέδρα και οι δύο κακοποιοί συνελήφθησαν.
Το ποιόν τους

Οι δύο 31χρονοι Γερμανοί, ήταν υδραυλικοί στο επάγγελμα. Ο Ντουφτ ήταν άγαμος, ενώ ο Μπασενάουερ παντρεμένος και πατέρας 3 παιδιών. Η σύζυγός του έπαθε ισχυρό σοκ όταν πληροφορήθηκε τη δράση του συζύγου της και επιχείρησε να αυτοκτονήσει, χωρίς όμως να τα καταφέρει. Ο Ντουφτ είχε καταταγεί στη Λεγεώνα των Ξένων κατά τη διάρκεια του πολέμου της Αλγερίας. Φερόταν ως ο εγκέφαλος του διδύμου και πειθήνιο όργανό του ο Μπασενάουερ. Και οι δύο ήταν σεσημασμένοι από την Ιντερπόλ, καθώς είχαν στο παρελθόν εγκληματική δραστηριότητα (ληστείες και επιθέσεις) στην Δυτική Γερμανία και ακόμα στη Μασσαλία και τη Νάπολη.
Καταδίκη και εκτέλεση

Η υποκριτική έκφραση μεταμέλειας των δύο στυγερών Γερμανών δολοφόνων κατά τη διάρκεια της δίκης τους δεν έπεισαν το δικαστήριο, ούτε και τους συγγενείς των θυμάτων τους[2]. Τον Ιούλιο του 1969, οι δύο εγκληματίες καταδικάστηκαν από το Πενταμελές Εφετείο πεντάκις σε θάνατο, για κάθε μία από τις πέντε δολοφονικές επιθέσεις ξεχωριστά. Στη συνέχεια υπέβαλαν αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου, η οποία όμως απορρίφθηκε. Ομοίως απορρίφθηκε και η αίτηση που υπέβαλαν οι συνήγοροί τους προς το Συμβούλιο Χαρίτων προκειμένου να τους απονεμηθεί χάρη και η θανατική ποινή να μετατραπεί σε ισόβια κάθειρξη.

Εκτελέστηκαν τα ξημερώματα της Δευτέρας 15ης Δεκεμβρίου του 1969 ο μεν Ντουφτ στην Κέρκυρα, ο δε Μπασενάουερ στην Αίγινα, όπου κρατούνταν.

Ο Ντουφτ μάλιστα, ζήτησε να του αφήσουν ακάλυπτα τα μάτια και αντιμετώπισε εντελώς ανέκφραστος το εκτελεστικό απόσπασμα, αναφωνώντας ψυχρά στα ελληνικά, «γεια σας».

Η δασκάλα Μαρία Ταμπουράκη βγήκε από το σπίτι της στην οδό Πάρνηθος στο Χαϊδάρι για να πάει, Μεγάλη Παρασκευή, στον επιτάφιο.
Είδε παρκαρισμένη στο πεζοδρόμιο τη Μερσεντές με τις γερμανικές πινακίδες και το σπασμένο φανάρι την έκανε να υποψιαστεί ότι κάτι συμβαίνει.
Τηλεφώνησε στην Αστυνομία και στήθηκε αμέσως ενέδρα από χωροφύλακες στην οποία έπεσαν οι δύο Γερμανοί κακοποιοί, οι οποίοι ήρθαν με τη BMW του Παπαγεωργίου να πάρουν τη Μερσεντές. Συνελήφθησαν, ομολόγησαν, δικάστηκαν, εκτελέστηκαν.

Για δίκαιη τιμωρία έκανε λόγο η γυναίκα του Μπασενάουερ, Χάιντι, αλλά τόνισε, πως δεν ήταν χριστιανικό να εκτελεσθούν, λόγω των επερχομένων Χριστουγέννων.

SHARE

Περισσότερα

MORE NEWS DESK