Η σύγχρονη Μήδεια δεν σφάζει τα παιδιά της.
Τα έχει ήδη χάσει —
όχι στον θάνατο,
αλλά στην ανωνυμία της προσοχής.
Δεν θέλει να σκοτώσει.
Θέλει να καταγραφεί.
Θέλει να γίνει είδηση.
Γιατί στον καιρό της απουσίας,
η μόνη επιθυμία που επιτρέπεται είναι να με βλέπεις.
Το παιδί της δεν είναι πια σάρκα.
Είναι μέσο προβολής.
Ο θάνατος του, κλικ.
Η φωτογραφία του, σύμβολο της μοναξιάς της.
Η φωνή του, φόντο μουσικής εκπομπής με “βαριά θεματολογία”.
Η Μήδεια της εποχής δεν είναι τραγική.
Είναι επώνυμη χωρίς βιογραφία.
Δεν έχει πρόσωπο. Έχει προφίλ.
Δεν φωνάζει. Αναρτά.
Δεν θρηνεί. Επιμελείται το αφήγημα.
Η μητρότητα δεν είναι δώρο ούτε βάρος.
Είναι επένδυση συναισθηματικού κεφαλαίου.
Η απώλεια; Δυνατότητα αφήγησης.
Η βία; Εργαλείο αναγνωρισιμότητας.
Οι Μήδειες του καιρού μας δεν είναι τέρατα.
Είναι ανώνυμες θεές μιας κοινωνίας που βαριέται τον εαυτό της
και χρειάζεται αίμα με δάκρυ και εξήγηση.
Όχι για να λυπηθεί.
Αλλά για να μην νομίσει ότι βαριέται άδικα.
Κι ο θεατής;
Δεν είναι αθώος.
Δεν είναι απλός καταναλωτής.
Είναι συν-συγγραφέας της γελοιοποίησης.
Είναι το Κοινό που επιβάλλει τη μορφή της Τραγωδίας:
• σύντομη,
• με ομιλούσες κεφαλές,
• με τηλεοπτικό «ειδικό»,
• και διαφημίσεις μετά τον θρήνο.
Η αρχαία Μήδεια σκότωνε γιατί δεν χωρούσε.
Η σύγχρονη Μήδεια σκοτώνει γιατί δεν την βλέπουν αρκετά.
Και κάπως έτσι, η κάθαρση γίνεται καριέρα,
και το τραύμα περιεχόμενο,
σε μια κοινωνία όπου ο μόνος αληθινός θάνατος
είναι να μην σε προσέξουν





