Ομοσπονδιακοί ερευνητές στις ΗΠΑ αναζητούν στοιχεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν τις αρχές στην αφαίρεση της αμερικανικής υπηκοότητας από τη βουλευτή της Minnesota, Ilhan Omar, και στην απέλασή της. Οι επικριτές της, συμπεριλαμβανομένων πολλών Ρεπουμπλικανών αλλά και ορισμένων Εβραίων Δημοκρατικών συναδέλφων της, την έχουν κατηγορήσει επανειλημμένα ότι χρησιμοποιεί αντισημιτικά στερεότυπα.
Από τη Melissa Koenig/The Daily Mail
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν μια ανάρτησή της το 2019, όπου άφησε να εννοηθεί ότι η υποστήριξη των ΗΠΑ προς το Ισραήλ υποκινείται αποκλειστικά από οικονομικά συμφέροντα (γράφοντας τη φράση «It’s all about the Benjamins») αναφερόμενη στο λόμπι AIPAC.
Η Omar γεννήθηκε στο Mogadishu της Σομαλίας, σε μια εύπορη οικογένεια, η οποία εγκαταστάθηκε στα προάστια της Ουάσιγκτον (D.C.) προτού μετακομίσει στη Minnesota, την περίοδο που εκείνη ξεκινούσε το λύκειο. Το 2000, απέκτησε την αμερικανική υπηκοότητα μέσω του πατέρα της.
Προκειμένου να της αφαιρεθεί σήμερα η υπηκοότητα, το Υπουργείο Δικαιοσύνης θα πρέπει να προσφύγει στα ομοσπονδιακά δικαστήρια, αποδεικνύοντας ότι η ίδια προέβη σε ουσιώδη ψευδή δήλωση προκειμένου να γίνει πολίτης των ΗΠΑ.
Αυτός φέρεται να είναι και ο λόγος για τον οποίο πράκτορες του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας πραγματοποίησαν τη Δευτέρα έρευνα στην κατοικία της βουλευτή στην Ουάσιγκτον, μόλις τρεις εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, στις οποίες η Omar διεκδικεί την επανεκλογή της.
Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης, οι πράκτορες κατέσχεσαν το κινητό τηλέφωνο, σημειωματάρια, προσωπικούς υπολογιστές και το διαβατήριο της Omar, καθώς οι ομοσπονδιακές αρχές εξετάζουν το καθεστώς της υπηκοότητάς της, όπως δήλωσαν στην εφημερίδα Wall Street Journal Αμερικανοί αξιωματούχοι και άτομα που γνωρίζουν την υπόθεση.
Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, οι αρχές έχουν επίσης εκδώσει περισσότερες από δώδεκα κλήσεις για κατάθεση —μεταξύ άλλων και προς συγγενικά πρόσωπα της Omar— στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον σώματος ενόρκων στη Minnesota.
Οι αρχές επιχειρούν τώρα να εντοπίσουν τα έγγραφα μετανάστευσης της οικογένειας της Omar, προκειμένου να διαπιστώσουν αν η ίδια ή ο πατέρας της, Nur Omar Mohamed, άλλαξαν την ηλικία της στην αίτηση για την απόκτηση της υπηκοότητας, δηλώνοντας ότι ήταν 17 ετών αντί για 18.
Εάν ήταν 18 ετών τη στιγμή που ο πατέρας της πολιτογραφήθηκε Αμερικανός πολίτης, θα θεωρούνταν ενήλικη και θα έπρεπε να ακολουθήσει τη δική της, ξεχωριστή διαδικασία μετανάστευσης. Αν όμως ήταν 17 ετών, η Ομάρ θα δικαιούνταν αυτόματα την υπηκοότητα μόλις εγκρίθηκε η υπηκοότητα του πατέρα της.
Όπως δήλωσε στη Wall Street Journal ο Leon Fresco, υψηλόβαθμος αξιωματούχος αρμόδιος για θέματα μετανάστευσης στο Υπουργείο Δικαιοσύνης επί διακυβέρνησης Obama, η υπόθεση της κυβέρνησης Trump εξαρτάται πλέον από την ανεύρεση ουσιωδών αποδεικτικών στοιχείων που να αποδεικνύουν ότι η ίδια η Omar είπε ψέματα για την ηλικία της.
Ωστόσο, όταν αξιωματούχοι της υπηρεσίας Homeland Security Investigations εξέτασαν μια παρόμοια καταγγελία κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Biden, αποφάσισαν να μην προχωρήσουν την υπόθεση, καθώς δεν υπήρχαν στοιχεία που να τεκμηριώνουν απάτη. Η Omar έχει αρνηθεί επανειλημμένα οποιαδήποτε παράνομη πράξη, δηλώνοντας τον Σεπτέμβριο του 2018 ότι απέκτησε την υπηκοότητα «πριν κλείσω τα 18 μου χρόνια», μέσω της πολιτογράφησης του πατέρα της.
Σε δήλωσή τους την Τετάρτη, μέλη του επιτελείου της Δημοκρατικής βουλευτού χαρακτήρισαν επίσης την έρευνα ως μέρος μιας προσπάθειας να φιμωθεί η Omar.
«Ο Πρόεδρος Trump θα ήθελε πολύ να εξαλείψει μία από τις πιο αποτελεσματικές προοδευτικές φωνές στο Κογκρέσο», ανέφεραν σε δήλωσή τους προς την εφημερίδα Journal, προσθέτοντας ότι «δεν υπάρχει καμία βάση» για τη διενέργεια της έρευνας.
Ωστόσο, αποκαλύφθηκε στη συνέχεια ότι οι συνεργάτες της βουλευτού πίεσαν για την αλλαγή της ημερομηνίας γέννησής της στα επίσημα κρατικά αρχεία, μόλις λίγους μήνες αφότου εκείνη κέρδισε για πρώτη φορά την έδρα της, το 2018.
Στη Βιβλιοθήκη Νομοθετικής Τεκμηρίωσης της Minnesota, η Ομάρ εμφανιζόταν ως γεννημένη στις 4 Οκτωβρίου 1981, καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας της στη Βουλή της Πολιτείας. Η Wikipedia, καθώς και ειδησεογραφικά μέσα —μεταξύ των οποίων και το BBC—, ανέφεραν την ίδια ημερομηνία στο βιογραφικό της.
Παρ’ όλα αυτά, τον Μάιο του 2019, οι συνεργάτες της ζήτησαν από τη βιβλιοθήκη να μεταβάλουν το έτος γέννησης στο 1982, σύμφωνα με ηλεκτρονικά μηνύματα που περιήλθαν στην κατοχή της εφημερίδας New York Post.
Ο διευθυντής της βιβλιοθήκης ανέφερε σε μήνυμά του, το οποίο εστάλη ημέρες μετά την τροποποίηση, ότι η ομάδα της Ομάρ δήλωσε πως «το έτος γέννησής της ήταν λανθασμένο και ζήτησε να το αλλάξουμε σε 1982».
Στο ίδιο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου υποστηριζόταν ότι οι συνεργάτες της ασκούσαν πιέσεις στη Wikipedia και στο Βιογραφικό Ευρετήριο του Κογκρέσου των ΗΠΑ, προκειμένου να προβούν στην ίδια διόρθωση της ημερομηνίας γέννησης.
Έκτοτε, ομοσπονδιακοί εισαγγελείς επέδωσαν κλητεύσεις —βάσει εντολών σώματος ενόρκων— στην αδελφή της Ομάρ, Sahra Noor, καθώς και σε τουλάχιστον ένα ακόμη συγγενικό της πρόσωπο.
Η Noor διευθύνει μια εταιρεία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών με έδρα τη Minneapolis, η οποία δηλώνει ότι εξασφάλισε «χρηματοδότηση άνω των 20 εκατομμυρίων δολαρίων για πρωτοβουλίες στον τομέα της υγείας» και παρείχε συμβουλευτικές υπηρεσίες σε έργα που υποστηρίχθηκαν από τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC), την Υπηρεσία Διεθνούς Ανάπτυξης των ΗΠΑ (USAID) και άλλους φορείς.
Την ώρα που ομοσπονδιακοί ερευνητές αναζητούν αποδείξεις ότι η Omar είπε ψέματα στην αίτησή της για την απόκτηση της αμερικανικής υπηκοότητας, η εισαγγελέας Jeanine Pirro ανακοίνωσε ότι το γραφείο της θα διενεργήσει έρευνα και σχετικά με τις δηλώσεις οικονομικών στοιχείων της βουλευτού.
«Εξετάζουμε τα πραγματικά περιστατικά», δήλωσε η Pirro στο δίκτυο Fox News.
Στη δήλωση οικονομικών στοιχείων που υπέβαλε η Omar για το 2025, αναφέρονταν περιουσιακά στοιχεία αξίας μεταξύ 6 και 30 εκατομμυρίων δολαρίων (από κοινού με τον σύζυγό της)· αργότερα, η ίδια προχώρησε σε τροποποίηση, μειώνοντας σημαντικά το εύρος του ποσού και αποδίδοντας το γεγονός σε λογιστικά λάθη.
Τον περασμένο μήνα, η αρμόδια επιτροπή δεοντολογίας της Βουλής των Αντιπροσώπων είχε εισηγηθεί την απόρριψη των καταγγελιών σχετικά με τις εν λόγω δηλώσεις — ένα πόρισμα στο οποίο επικαλείται το γραφείο της Omar προς υπεράσπισή της. Ωστόσο, η Omar αντιμετωπίζει εδώ και καιρό κατηγορίες —μεταξύ των οποίων και ισχυρισμούς που διατύπωσε προς την εφημερίδα Daily Mail ένας ηγέτης της σομαλικής κοινότητας— ότι ο γάμος της το 2009 με τον Ahmed Elmi είχε ως στόχο να βοηθήσει τον τελευταίο να αποκτήσει καθεστώς μετανάστη στις ΗΠΑ.
Η Omar αρνείται ότι ο Elmi είναι αδελφός της, καθώς και ότι ο γάμος ήταν εικονικός.
Όταν ρωτήθηκε τη Δευτέρα σχετικά με τις έρευνες, ο Donald Trump δήλωσε στους δημοσιογράφους: «Δεν έχω καμία απολύτως σχέση με αυτό». Ο Πρόεδρος τόνισε ότι το ζήτημα «εναπόκειται ουσιαστικά στο Υπουργείο Δικαιοσύνης», ενώ παράλληλα χαρακτήρισε την Omar «απολύτως διεφθαρμένη, σε προσωπικό επίπεδο».
Να σημειώσουμε ότι η Omar έχει επικριθεί τα τελευταία χρόνια, επίσης, για δηλώσεις που θεωρήθηκε ότι αμφισβητούν τη νομιμοφροσύνη των Αμερικανών υποστηρικτών του Ισραήλ προς τις ΗΠΑ, κατηγορώντας τους ότι πιέζουν για «υποταγή σε μια ξένη χώρα». Επιπλέον, το 2024 δέχθηκε έντονη κριτική και απειλές για κοινοβουλευτική μομφή από Ρεπουμπλικανούς όταν χαρακτήρισε ορισμένους φιλοϊσραηλινούς Εβραίους φοιτητές στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια ως «υπέρ της γενοκτονίας».









