Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026
Εν μέσω της Επιχείρησης γενοκτονίας της δυτικής οικογένειας και καθώς ο Elon Musk έχει αναφέρει κατ΄επανάληψη την Ελλάδα ως παράδειγμα δραματικής μείωσης του πληθυσμού [το 2015 γεννήθηκαν στην Ελλάδα σχεδόν 92.000 παιδιά, το 2025, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, μόλις 65.594] το ρεπορτάζ που υπογράφει ο Yannay Spitzer στο κορυφαίο εβραϊκό περιοδικό Tablet θα μπορούσε να αποτελέσει έναν οδηγό επιβίωσης και για τους Έλληνες.
Ο συγγραφέας του άρθρου επιχειρεί να ερμηνεύσει γιατί οι Ισραηλινοί εξακολουθούν να κάνουν παιδιά και να αψηφώντας την κατάρρευση της γονιμότητας που έχει σαρώσει τις δυτικές κοινωνίες. Ο ρόλος της κουλτούρας, της θρησκείας και του Ολοκαυτώματος.
Η εξαίρεση του Ισραήλ
Τις τελευταίες δύο γενιές, κάτι αξιοσημείωτο έχει συμβεί στον ανεπτυγμένο κόσμο: οι άνθρωποι έχουν σταματήσει να κάνουν παιδιά. Στις Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα, η μέση γυναίκα αναμένεται να γεννήσει περίπου 1,6 παιδιά κατά τη διάρκεια της ζωής της — ποσοστό πολύ χαμηλότερο από το επίπεδο που απαιτείται για την αναπλήρωση του πληθυσμού και το χαμηλότερο που έχει καταγραφεί ποτέ. Πριν από εξήντα χρόνια, στο τέλος της περιόδου της «έκρηξης των γεννήσεων» (baby boom), ο αριθμός αυτός ήταν υπερδιπλάσιος.
Βy Yannay Spitzer/Tabletmag
Οι λεπτομέρειες διαφέρουν από χώρα σε χώρα, αλλά η τάση είναι ίδια σχεδόν παντού. Η γονιμότητα στη Γαλλία έχει μειωθεί από σχεδόν τρία παιδιά ανά γυναίκα σε λιγότερα από δύο; Στην Ιταλία, από περίπου 2,4 σε κοντά στο ένα. Η πιο ακραία περίπτωση είναι η Νότια Κορέα, όπου η γονιμότητα έχει καταρρεύσει από τα έξι παιδιά ανά γυναίκα σε πολύ λιγότερα από ένα. Ταυτόχρονα, οι άνθρωποι ζουν πολύ περισσότερο — κατά μέσο όρο 13 χρόνια επιπλέον στις χώρες υψηλού εισοδήματος. Κάνουμε λιγότερα παιδιά ενώ παρατείνουμε τη διάρκεια της ζωής, ένας συνδυασμός που αναπόφευκτα θα καταστήσει την κοινωνία μας τη γηραιότερη στην ιστορία.
Μια πρόσφατη μελέτη του οικονομολόγου του Πανεπιστημίου της Pennsylvania, Jesús Fernández-Villaverde, και του ερευνητή Patrick Norrick τονίζει ότι η κατάρρευση της γονιμότητας αποτελεί πλέον παγκόσμιο φαινόμενο που αφορά σχεδόν κάθε χώρα, με ιδιαίτερα εντυπωσιακές μειώσεις στις οικονομίες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Οι συγγραφείς προβλέπουν ότι το σημείο στο οποίο ο παγκόσμιος πληθυσμός θα αρχίσει να συρρικνώνεται (για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία) ενδέχεται να επέλθει τη δεκαετία του 2050, δεκαετίες νωρίτερα από ό,τι προέβλεπαν οι εκτιμήσεις των Ηνωμένων Εθνών (World Population Prospects – WPP).
Η πρόβλεψή τους είναι ανησυχητική: εισερχόμαστε ταχύτατα σε μια δημογραφική κατάσταση τόσο διαφορετική από τη σύγχρονη εμπειρία, ώστε οι οικονομικές και πολιτικές της συνέπειες είναι εξαιρετικά δύσκολο να προβλεφθούν. Οι δημογράφοι αναφέρονται συχνά σε αυτή τη σαρωτική μεταβολή ως «Δεύτερη Δημογραφική Μετάβαση-Second Demographic Transition». Τα αίτιά της αποτελούν αντικείμενο έντονης συζήτησης, ενώ ο τρόπος αναστροφής της —αν είναι καν εφικτή— παραμένει μυστήριο.
Ωστόσο, μία χώρα διαφοροποιείται από αυτή την παγκόσμια τάση. Το Ισραήλ —και ειδικότερα ο εβραϊκός πληθυσμός του, όπως επισημαίνουν οι Fernández-Villaverde και Norrick— αποτελεί τη «μοναδική σαφή εξαίρεση».
Η ισραηλινή ιδιαιτερότητα εγείρει τρία προφανή ερωτήματα: Γιατί το Ισραήλ αψήφησε τη Δεύτερη Δημογραφική Μετάβαση; Εάν, σύμφωνα με την απαισιόδοξη άποψη, τα πολύ χαμηλά ποσοστά γονιμότητας αποτελούν πράγματι μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές παθήσεις της Δύσης στον 21ο αιώνα, προσφέρει το παράδειγμα του Ισραήλ κάποια λύση; Και τέλος, θα διατηρηθεί αυτή η απόκλιση ή μήπως το Ισραήλ ακολουθεί απλώς την ίδια πορεία με τις υπόλοιπες δυτικές κοινωνίες, αλλά με καθυστέρηση;
Ένας καλός τρόπος για να διαπιστώσουμε την παγκόσμια τάση και την αντίθεση που παρουσιάζει η εξαίρεση του Ισραήλ είναι να αποτυπώσουμε σε διάγραμμα τη σχέση μεταξύ των ποσοστών γονιμότητας πριν από δύο γενιές και της μεταβολής τους κατά τη διάρκεια αυτών των δύο γενεών.
Μεταβολή του συνολικού δείκτη γονιμότητας (TFR) 1960-2024, χώρες του ΟΟΣΑ
Yannay Spitzer
Αυτό που προκαλεί άμεση εντύπωση είναι ο τρόπος με τον οποίο οι περισσότερες χώρες συγκεντρώνονται γύρω από μια ενιαία καθοδική πορεία. Η έντονη και ομοιόμορφη αρνητική κλίση υποδεικνύει ότι οι χώρες που ξεκίνησαν τη μεταπολεμική περίοδο με υψηλότερα ποσοστά γονιμότητας παρουσίασαν τη μεγαλύτερη πτώση, ενώ εκείνες που ξεκίνησαν με χαμηλότερα ποσοστά σημείωσαν μικρότερη μείωση. Με την πάροδο του χρόνου, αυτές οι πορείες συγκλίναν προς ένα στενό εύρος πολύ χαμηλής γονιμότητας, με αποτέλεσμα οι περισσότερες προηγμένες οικονομίες να παρουσιάζουν σήμερα εντυπωσιακά παρόμοια ποσοστά, παρά τις πολύ διαφορετικές κοινωνικές και πολιτισμικές τους διαδρομές.
Με βάση τον συνολικό δείκτη γονιμότητας- total fertility rate (TFR) —δηλαδή τον μέσο αριθμό παιδιών που αναμένεται να αποκτήσει μια γυναίκα κατά τη διάρκεια της ζωής της— τα ποσοστά γονιμότητας στις σημερινές χώρες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) [Organisation for Economic Co-operation and Development (OECD)] κυμαίνονταν από περίπου δύο έως περισσότερα από τέσσερα το 1960 (και ακόμη υψηλότερα σε ορισμένα κράτη-μέλη που προσχώρησαν αργότερα).
Σήμερα, ωστόσο, κυμαίνονται μεταξύ 1,1 και 1,7 σχεδόν σε κάθε χώρα. Το επίπεδο αυτό υπολείπεται κατά πολύ του ορίου αναπλήρωσης του πληθυσμού —περίπου 2,1 παιδιά ανά γυναίκα— που απαιτείται ώστε κάθε γενιά να αντικαθιστά απλώς τον εαυτό της. Το 1960, το Ισραήλ δεν αποτελούσε εξαίρεση σε αυτή την ομάδα. Ο συνολικός δείκτης γονιμότητάς του ήταν λίγο κάτω από το τέσσερα — υψηλότερος από ό,τι στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, αλλά παρόμοιος με τα επίπεδα που επικρατούσαν στον αγγλοσαξονικό κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών, του Καναδά, της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας. Με τη λήξη της περιόδου της «έκρηξης των γεννήσεων» (baby boom), η κατάσταση στο Ισραήλ ήταν σε γενικές γραμμές συγκρίσιμη με εκείνη άλλων χωρών του ΟΟΣΑ με υψηλά ποσοστά γονιμότητας.
Το Ισραήλ θα εξακολουθούσε να κατέχει την πρωτιά στον ΟΟΣΑ ακόμη και αν το σύνολο του πληθυσμού του ήταν εβραϊκό και κοσμικό.
Ωστόσο, αυτή η ομοιότητα δεν διατηρήθηκε. Τις επόμενες δύο δεκαετίες, η γονιμότητα στο Ισραήλ μειώθηκε ελάχιστα, σταθεροποιούμενη γύρω στα τρία παιδιά ανά γυναίκα μέχρι τη δεκαετία του 1980. Στην ουσία, το ποσοστό γονιμότητας του Ισραήλ έχει παραμείνει σχεδόν αμετάβλητο έκτοτε. Το 2024, ο συνολικός δείκτης γονιμότητας του Ισραήλ ήταν 2,87 — ο μοναδικός δείκτης σε δυτική χώρα που υπερέβαινε το επίπεδο αναπλήρωσης του πληθυσμού, και μάλιστα με μεγάλη διαφορά. Το Μεξικό με ποσοστό στο 1,9 περίπου —σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΗΕ (WPP)— κατέλαβε τη δεύτερη θέση, αλλά με μεγάλη διαφορά από την πρώτη. Ωστόσο, ακόμη και αυτό το νούμερο ενδέχεται να αποτελεί σημαντική υπερεκτίμηση: μια πρόσφατη έρευνα του Εθνικού Ινστιτούτου Στατιστικής και Γεωγραφίας του Μεξικού υποδεικνύει ότι το πραγματικό ποσοστό για το 2024 ίσως ήταν μόλις 1,2. Το Ισραήλ αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση, καθώς διαφοροποιήθηκε από τον υπόλοιπο ανεπτυγμένο κόσμο, αντιστεκόμενος στην κατά τα άλλα ομοιόμορφη πτωτική τάση σύγκλισης των ποσοστών γονιμότητας.
Μπορούμε να αντιληφθούμε πόσο ασυνήθιστο είναι αυτό συγκρίνοντας την πορεία του Ισραήλ με τις προβλέψεις της γενικότερης τάσης. Με βάση την καθοδική πορεία που παρατηρείται συνολικά, η γονιμότητα στο Ισραήλ θα έπρεπε να είχε μειωθεί κατά περίπου 2,5 γεννήσεις ανά γυναίκα μεταξύ 1960 και 2024. Στην πραγματικότητα, η μείωση ήταν λίγο μεγαλύτερη από μία γέννηση. Συνεπώς, οι Ισραηλινές γυναίκες αποκτούν σήμερα περίπου 1,5 παιδί περισσότερο απ’ ό,τι θα υπαγόρευε το πρότυπο σύγκλισης —μια απόκλιση χωρίς ανάλογό της στις χώρες του ΟΟΣΑ. Η Νότια Κορέα ξεχωρίζει προς την αντίθετη κατεύθυνση, αν και με μικρότερη διαφορά.
Μια κινούμενη απεικόνιση των ίδιων δεδομένων δείχνει πώς εξελίχθηκε αυτή η διαδικασία με την πάροδο του χρόνου. Οι χώρες ξεκίνησαν από διαφορετικά επίπεδα και κινήθηκαν με διαφορετικούς ρυθμούς, αλλά σταδιακά σχεδόν όλες παρουσίασαν πτωτική σύγκλιση, πέφτοντας τελικά κάτω από το όριο αναπλήρωσης του πληθυσμού. Το Ισραήλ αρχικά ακολούθησε —έστω και διστακτικά— την ομάδα των υπόλοιπων χωρών, για να διαφοροποιηθεί στη συνέχεια.
Συνολικός Δείκτης Γονιμότητας (TFR) σε χώρες του ΟΟΣΑ και μεταξύ των Ισραηλινών Εβραίων ανάλογα με τον βαθμό θρησκευτικότητας, 1979-1981
Ένα προφανές σημείο αναζήτησης απαντήσεων για το γιατί το Ισραήλ αψήφησε αυτή την τάση είναι η πληθυσμιακή του σύνθεση. Στους κόλπους της εβραϊκής πλειονότητας, η γονιμότητα αυξάνεται κατακόρυφα ανάλογα με τη θρησκευτικότητα: οι κοσμικοί Εβραίοι έχουν τα χαμηλότερα ποσοστά γεννήσεων, ενώ οι υπερ-ορθόδοξοι Εβραίοι τα υψηλότερα —ποσοστά που συγκαταλέγονται στα υψηλότερα παγκοσμίως για μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες. Το ίδιο ισχύει και για τη μουσουλμανική μειονότητα, όπου τα πιο θρησκευόμενα άτομα τείνουν να αποκτούν περισσότερα παιδιά. Αυτό υποδεικνύει μια απλή εξήγηση: το Ισραήλ ξεχωρίζει επειδή οι ορθόδοξοι και υπερ-ορθόδοξοι Εβραίοι, καθώς και οι πιστοί Μουσουλμάνοι, ακολουθούν πρότυπα γονιμότητας που καθορίζονται από τη θρησκεία —πρότυπα που δεν συναντώνται σε άλλες δυτικές κοινωνίες.
Αυτό αποτελεί αναμφίβολα μέρος της εξήγησης. Ωστόσο, τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η ιστορία της γονιμότητας στο Ισραήλ κρύβει περισσότερα στοιχεία πέρα από τη θρησκευτικότητα. Τα επόμενα δύο διαγράμματα, βασιζόμενα σε δεδομένα από το 1980 και μετά, διακρίνουν πέντε επίπεδα θρησκευτικότητας (όπως αυτά δηλώνονται από τους ίδιους) μεταξύ των Ισραηλινών Εβραίων: κοσμικοί, παραδοσιακοί-κοσμικοί, παραδοσιακοί-θρησκευόμενοι, θρησκευόμενοι και υπερ-ορθόδοξοι. Το 1980 (ή ακριβέστερα, την περίοδο 1979-81), η γονιμότητα των κοσμικών Ισραηλινών Εβραίων παρουσίαζε μεγάλη ομοιότητα με εκείνη χωρών όπως η Ελλάδα, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Νέα Ζηλανδία —και ήταν σαφώς χαμηλότερη από αυτή της Ιρλανδίας.
Σήμερα, αυτό δεν ισχύει πλέον. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα δεδομένα (2021-23), το Ισραήλ θα εξακολουθούσε να κατέχει την πρώτη θέση στον ΟΟΣΑ ακόμη και αν ολόκληρος ο πληθυσμός του ήταν εβραϊκός και κοσμικός. Με άλλα λόγια, αν και οι κοσμικοί Ισραηλινοί Εβραίοι όντως προσεγγίζουν περισσότερο τους υπόλοιπους Δυτικούς σε σχέση με τους θρησκευόμενους —και η συμπεριφορά τους δεν διέφερε πριν από τέσσερις και πλέον δεκαετίες— πλέον ξεχωρίζουν και αυτοί, έχοντας ουσιαστικά βρεθεί στην κορυφή της κατάταξης. Επιπλέον, κάθε δυτική κοινωνία —και κυρίως οι Ηνωμένες Πολιτείες— διαθέτει σημαντικό θρησκευόμενο πληθυσμό, και παντού η θρησκευτικότητα συνδέεται με υψηλότερα ποσοστά γονιμότητας. Επομένως, μια πραγματικά άμεση και ισότιμη σύγκριση θα αντιπαρέβαλλε τους κοσμικούς Ισραηλινούς με τους κοσμικούς Αμερικανούς ή Καναδούς, γεγονός που θα αναδείκνυε ακόμη περισσότερο το πλεονέκτημα του Ισραήλ στον τομέα της γονιμότητας.
Συνολικός Δείκτης Γονιμότητας (TFR) σε χώρες του ΟΟΣΑ το 2022 και μεταξύ των Ισραηλινών Εβραίων ανάλογα με τον βαθμό θρησκευτικότητας, 2021-2023
Ένα ακόμη στοιχείο που μπορεί να προσφέρει ερμηνεία είναι η χρονική στιγμή της τεκνοποίησης. Ένα βασικό χαρακτηριστικό της Δεύτερης Δημογραφικής Μετάβασης-Second Demographic Transition υπήρξε η σταθερή μετατόπιση προς μεγαλύτερες ηλικίες κατά τη γέννηση του πρώτου παιδιού. Καθώς οι γυναίκες αναβάλλουν την απόκτηση παιδιών, τείνουν να αποκτούν λιγότερα παιδιά κατά τη διάρκεια της ζωής τους, οδηγώντας έτσι σε μείωση των ποσοστών γονιμότητας.
Οι συνήθεις εξηγήσεις για αυτή την τάση είναι η αυξανόμενη διαθεσιμότητα αποτελεσματικών και οικονομικά προσιτών μεθόδων αντισύλληψης, σε συνδυασμό με τη διεύρυνση της πρόσβασης των γυναικών στην εκπαίδευση και την αγορά εργασίας. Αυτή τη μεταβολή αποτυπώνει ο όρος «Ήσυχη Επανάσταση- the Quiet Revolution», που εισήγαγε η οικονομολόγος Claudia Goldin: οι γυναίκες στη Δύση επενδύουν όλο και περισσότερο στην απόκτηση πανεπιστημιακών τίτλων και στη σταδιοδρομία τους κατά τα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής τους, προτού παντρευτούν και αποκτήσουν τα πρώτα τους παιδιά.
Και οι κοσμικές Ισραηλινές γυναίκες βίωσαν τη δική τους Quiet Revolution. Μεταξύ 1994 και 2016, η μέση ηλικία απόκτησης του πρώτου παιδιού για τις Εβραίες γυναίκες αυξήθηκε κατά σχεδόν τρία έτη — μια αύξηση παρόμοια με εκείνη που παρατηρείται σε άλλες δυτικές χώρες. Ωστόσο, το αποτέλεσμα υπήρξε εντυπωσιακά διαφορετικό.
Οι μη θρησκευόμενες Ισραηλινές καθυστερούν την τεκνοποίηση για αρκετά χρόνια, αλλά, σε αντίθεση με τις γυναίκες σε άλλες περιοχές της Δύσης, δεν καταλήγουν να έχουν λιγότερα παιδιά. Αντιθέτως, αντισταθμίζουν πλήρως τον μικρότερο αριθμό παιδιών σε νεαρότερη ηλικία αποκτώντας περισσότερα παιδιά σε μεταγενέστερο στάδιο της ζωής τους.
Ο δημογράφος Alex Weinreb εξέτασε πρόσφατα αυτό το φαινόμενο σε μελέτη που δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο, στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσης του Κέντρου Taub με τίτλο «State of the Nation Report» (Έκθεση για την Κατάσταση του Έθνους).
Εκτιμήθηκε πώς μεταβλήθηκε με την πάροδο του χρόνου ο αριθμός των παιδιών που είχαν ήδη γεννήσει μη θρησκευόμενες Εβραίες ηλικίας 30 έως 34 ετών. Το 2004, η μέση γυναίκα αυτής της ηλικιακής ομάδας είχε ήδη φέρει στον κόσμο 1,42 παιδιά· το 2019 ο αριθμός μειώθηκε στο 1,17 και έως το 2024 είχε πέσει στο 0,87.
Πρόκειται για μια συνολική μείωση που υπερβαίνει το μισό παιδί κατά μέσο όρο. Ωστόσο, αυτές οι γεννήσεις δεν χάθηκαν· απλώς μετατέθηκαν χρονικά. Μέχρι πρόσφατα, η μετάθεση αυτή ακολουθούσε αναλογία ένα προς ένα: για κάθε γέννηση που «χάνονταν» στις νεότερες ηλικίες, εμφανιζόταν περίπου μία επιπλέον γέννηση σε μεγαλύτερες ηλικίες —35 έως 39 ή ακόμα και 40 έως 44 ετών. Πρόκειται για ένα αξιοσημείωτο φαινόμενο, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς ότι δεν έχει συμβεί κάτι αντίστοιχο σε καμία άλλη δυτική χώρα.
Εντούτοις, αυτό εξηγεί μόνο το «πώς» και όχι το «γιατί». Τι είναι αυτό που ωθεί τις Ισραηλινές γυναίκες —και ειδικότερα τις κοσμικές Ισραηλινές— να αντισταθμίζουν την καθυστέρηση της τεκνοποίησης αποκτώντας αντίστοιχο αριθμό παιδιών σε μεταγενέστερο στάδιο της ζωής τους;
Μια πιθανή εξήγηση αφορά τα οικονομικά κίνητρα. Η κοινωνική πολιτική και οι επιπτώσεις της τεκνοποίησης στην αγορά εργασίας διαμορφώνουν τις αποφάσεις σχετικά με τη γονιμότητα και ενδέχεται, κατ’ αρχήν, να εξηγούν τη διαφοροποίηση του Ισραήλ. Ιστορικά, το κράτος πρόνοιας του Ισραήλ ευνοούσε τις πολύτεκνες οικογένειες, αλλά αυτό δεν ισχύει πλέον. Τις τελευταίες δεκαετίες, η συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας ακολούθησε τις ευρύτερες τάσεις του ανεπτυγμένου κόσμου· το Ισραήλ δεν διατήρησε κάποιο μοναδικά γενναιόδωρο σύστημα ενίσχυσης των γεννήσεων.
Ο προσανατολισμός του Ισραήλ υπέρ της αύξησης των γεννήσεων μπορεί να έχει τις ρίζες του στην εβραϊκή θρησκευτική παράδοση, ωστόσο υιοθετείται ευρέως και από τους κοσμικούς Εβραίους.
Υπάρχει, ωστόσο, μια σημαντική εξαίρεση που αξίζει να επισημανθεί: η πολιτική του Ισραήλ σχετικά με τις Τεχνικές Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής (ART) -Israel’s Assisted Reproductive Technology (ART) είναι εντυπωσιακά γενναιόδωρη. Μέθοδοι όπως η εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF)-in vitro fertilization (IVF) και η ενδοκυτταροπλασματική έγχυση σπερματοζωαρίου ( intracytoplasmic sperm injection ICSI) είναι φθηνότερες και πιο προσβάσιμες στο Ισραήλ απ’ ό,τι οπουδήποτε αλλού στον κόσμο.
Η δημόσια χρηματοδότηση παρέχεται ανεξάρτητα από το ιστορικό προηγούμενων γεννήσεων ή την οικογενειακή κατάσταση —καλύπτοντας επίσης τις ανύπαντρες γυναίκες και τα ομόφυλα ζευγάρια— και δεν περιορίζεται από το ιστορικό προηγούμενων θεραπειών.
Τα ηλικιακά όρια είναι συγκριτικά υψηλά: Συνεχίζεται η συζήτηση για το αν το ανώτατο όριο ηλικίας για την εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF) με δικά της ωάρια της γυναίκας θα πρέπει να αυξηθεί από τα 45 στα 47 έτη, ενώ η εξωσωματική με ωάρια δότριας χρηματοδοτείται ήδη από το δημόσιο —υπό την προϋπόθεση ιατρικής έγκρισης— έως την ηλικία των 54 ετών(!).
Ως αποτέλεσμα, το Ισραήλ πραγματοποιεί περισσότερους κύκλους υποβοηθούμενης αναπαραγωγής (ART) ανά κάτοικο από οποιαδήποτε άλλη χώρα: 5.265 ανά εκατομμύριο πληθυσμού ετησίως, αριθμός περίπου τετραπλάσιος του ευρωπαϊκού μέσου όρου και εξαπλάσιος του αντίστοιχου της Βόρειας Αμερικής.
Η ευρεία διάδοση των θεραπειών υποβοηθούμενης αναπαραγωγής έχει σημασία διότι, όπως έχουμε δει, ένα βασικό χαρακτηριστικό της ιδιαιτερότητας του Ισραήλ είναι η αναβολή της τεκνοποίησης για την ηλικία των 35-39 ετών ή και τις αρχές της δεκαετίας των 40, οπότε η γονιμότητα καθίσταται ολοένα και περισσότερο βιολογική πρόκληση. Ωστόσο, η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή δεν μπορεί να αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα.
Αν και είναι δύσκολο να βρεθούν απολύτως συγκρίσιμα στοιχεία, το ποσοστό των γεννήσεων που προκύπτουν από τέτοιες θεραπείες στο Ισραήλ φαίνεται να υπερβαίνει ελάχιστα το 5% —ποσοστό όχι υψηλότερο από εκείνο που καταγράφεται σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες με χαμηλά ποσοστά γονιμότητας, όπως η Ισπανία ή η Δανία.
Με άλλα λόγια, η εκτεταμένη χρήση της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής στο Ισραήλ ερμηνεύεται ορθότερα ως συνέπεια της προτίμησης για υψηλή γονιμότητα παρά ως αιτία της. Παρ’ όλα αυτά, είναι ιδιαίτερα ενδεικτικό το γεγονός ότι μια τόσο γενναιόδωρη δημόσια χρηματοδότηση για ιδιωτικές οικογενειακές αποφάσεις δεν αμφισβητείται.
Αυτή η συναίνεση ίσως υποδεικνύει πού κρύβεται η βαθύτερη εξήγηση: στην κουλτούρα. Το Ισραήλ είναι, με βαθιά και μετρήσιμη έννοια, μια κοινωνία που προωθεί τις γεννήσεις (pronatalist). Αυτός ο προσανατολισμός μπορεί να έχει τις ρίζες του στην εβραϊκή θρησκευτική παράδοση, αλλά υιοθετείται ευρέως και από τους κοσμικούς Εβραίους. Όταν ερωτώνται για το ιδανικό μέγεθος της οικογένειας, το 81% των κοσμικών Εβραίων γυναικών ηλικίας 25 έως 39 ετών δηλώνει ότι επιθυμεί τρία ή περισσότερα παιδιά —ένας μέσος όρος υψηλότερος από αυτόν που καταγράφεται σε οποιαδήποτε άλλη δυτική χώρα.
Ωστόσο, τα παιδιά δεν αποτελούν απλώς μέριμνα της πυρηνικής οικογένειας· η ευρύτερη οικογένεια εξακολουθεί να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες αναμένουν να συνεισφέρουν, αλλά και οι ίδιοι αναμένεται να το πράξουν —και πράγματι το κάνουν. Παρέχουν βοήθεια στη φροντίδα των παιδιών καθώς και οικονομική στήριξη. Η γεωγραφία ενισχύει αυτό το πρότυπο: το Ισραήλ είναι μικρό και πυκνοκατοικημένο, γεγονός που ευνοεί τη συχνή επαφή. Τα δείπνα του Shabbat συγκεντρώνουν τακτικά πολλές γενιές, κατά προτίμηση μαζί με μια μεγάλη παρέα ζωηρών παιδιών.
Υπάρχει επίσης μια ιδεολογική διάσταση που ευνοεί τις αξίες υπέρ της τεκνοποίησης. Μέρος αυτής μπορεί να ερμηνευθεί ως μια αντίδραση στο Ολοκαύτωμα από τη δεύτερη, την τρίτη και πλέον ακόμη και την τέταρτη γενιά. Η εθνική αναγέννηση, σε αυτό το πλαίσιο, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με προσωπικούς στόχους, όπως η προσωπική ολοκλήρωση και η αναζήτηση της ευτυχίας, είτε συνειδητά είτε όχι. Οι δηλώσεις επιζώντων ότι η προσωπική τους «νίκη επί του Χίτλερ» έγκειται στο να έχουν πολλά εγγόνια και δισέγγονα που ζουν σε ένα εβραϊκό κράτος —και υπηρετούν στον στρατό του— έχουν καταστεί γνώριμα μοτίβα στον δημόσιο λόγο. Για παράδειγμα, η Irene Shashar, επιζήσασα του Ghetto της Βαρσοβίας, εξέφρασε αυτό το αίσθημα στην ομιλία της στα Ηνωμένα Έθνη, κατά τη διάρκεια της τελετής για τη Διεθνή Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος το 2020:
Βγήκα νικήτρια απέναντι…για τον Χίτλερ […] Είχα την ευλογία να αποκτήσω παιδιά και εγγόνια. Επειδή έσπειρα το γενεαλογικό μου δέντρο. Ο Χίτλερ δεν νίκησε. Έκανα ακριβώς αυτό που προσπάθησε τόσο σκληρά να αποτρέψει.
Ένα άλλο παράδειγμα είναι ο Michael και Marion Mittwoch,, από το Kibbutz Lavi,, οι οποίοι εγκατέλειψαν τη Γερμανία τη δεκαετία του 1930. Το 2015, γιόρτασαν τη γέννηση του 100ού δισέγγονού τους. «Αυτή είναι η απάντησή μας στον Χίτλερ, γαμώτο», είπε ο Michael. Ο γιος τους, ο Eli, πρόσθεσε ότι «[α]υτή είναι η ουσία του Σιωνισμού». Ενώ είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί, είναι εξίσου δύσκολο να υπερεκτιμηθεί πόσο βαθιά ριζώνει αυτό το συναίσθημα.
Οι πολιτισμικοί παράγοντες, λοιπόν, παίζουν σαφώς κεντρικό ρόλο στη δημογραφική ιδιαιτερότητα του Ισραήλ – αλλά ο ρόλος τους δεν είναι απλός. Τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά είναι μακροχρόνια, ενώ η γονιμότητα του Ισραήλ έγινε εξαιρετική μόνο στις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Μια εβραϊκή προγεννητική παράδοση γενεών θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί η εβραϊκή ή ισραηλινή γονιμότητα ήταν επίμονα υψηλή, αλλά όχι γιατί αποκλίνει από αυτή άλλων χωρών μόνο πρόσφατα.
Τα ιδεολογικά ρεύματα που έχουν τις ρίζες τους στην κληρονομιά του Ολοκαυτώματος και στον αγώνα για την κρατική υπόσταση είναι σύγχρονα, αλλά και αυτά ήταν ήδη παρόντα από τη δεκαετία του 1960. Ωστόσο, το 1960, οι Ισραηλινοί Εβραίοι δεν διέφεραν από τους Αμερικανούς, τους Καναδούς, τους Αυστραλούς, τους Ιρλανδούς ή τους Νεοζηλανδούς στα επίπεδα γονιμότητάς τους. Αν υπήρχε έντονη προτίμηση για μεγάλες οικογένειες, δεν ήταν μοναδική στο Ισραήλ εκείνη την εποχή.
Το ερώτημα, επομένως, είναι γιατί οι παραδόσεις της προγεννητικότητας σε άλλες δυτικές χώρες, όπως η Ιρλανδία, ξεθώριασαν ενώ στο Ισραήλ παρέμειναν. Η κρίσιμη διαφορά μπορεί να έγκειται στο σύγχρονο στρώμα του πολιτισμικού ιζήματος: την κληρονομιά του Ολοκαυτώματος και τη νέα εμπειρία της συλλογικής εθνικής ευπάθειας και ανανέωσης. Πράγματι, αυτές οι δυνάμεις ήταν ήδη παρούσες πριν η γονιμότητα του Ισραήλ γίνει εξαιρετική. Ωστόσο, σε αντίθεση με τις κληρονομημένες θρησκευτικές παραδόσεις, λειτουργούν όχι μόνο μέσω της πολιτιστικής αδράνειας, αλλά μέσω της συνεχιζόμενης προσωπικής και συλλογικής μνήμης και της βιωμένης εμπειρίας – που ανανεώνονται από γενιά σε γενιά και δεν διατηρούνται απλώς από το παρελθόν. Υπό αυτή την έννοια, το Ισραήλ μπορεί πράγματι να είναι διαφορετικό.
Αν αυτή η περιγραφή είναι σωστή, υπονοεί ότι η άντληση διδαγμάτων από την εμπειρία του Ισραήλ για τη θεραπεία της δημογραφικής παρακμής της Δύσης μπορεί να είναι μια μάταιη άσκηση. Ελλείψει μιας συγκρίσιμης συλλογικής ιστορίας τραύματος και συνεχιζόμενης εθνικής πάλης, είναι δύσκολο -ίσως αδύνατο- να δημιουργηθούν οι κανόνες και οι προτιμήσεις που φαίνεται να διακρίνουν το Ισραήλ. Ούτε είναι εγγυημένο ότι οι μεγάλοι εθνικοί κατακλυσμοί θα αντιστρέψουν τη δημογραφική παρακμή. Στην Ουκρανία, η γονιμότητα συνέχισε να μειώνεται εν μέσω πολέμου, και στη Ρωσία ο ίδιος πόλεμος δεν προκάλεσε δημογραφική ανάκαμψη.
Επιπλέον, είναι πιθανό το Ισραήλ -ή τουλάχιστον ο κοσμικός εβραϊκός πληθυσμός του- να ακολουθήσει την παγκόσμια τάση. Όπως δείχνει ο Weinreb, ενώ η μέση ηλικία κατά την πρώτη γέννηση συνεχίζει να αυξάνεται, το ερώτημα είναι εάν αυτή η αναβολή θα συνεχίσει να αντισταθμίζεται πλήρως από την αυξημένη γονιμότητα σε μεταγενέστερες ηλικίες, όπως στο παρελθόν, επιτρέποντας στην ολοκληρωμένη γονιμότητα να παραμείνει υψηλή σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα.
Ο Weinreb πιστεύει ότι δεν θα συμβεί. Το συμπέρασμά του βασίζεται σε μια στατιστική πρόβλεψη που εξάγει τις τρέχουσες τάσεις, αλλά στον πυρήνα της η λογική είναι απλή: Υπάρχει ένα όριο στο πόσο μπορεί να αναβληθεί η τεκνοποίηση. Κάποιος μπορεί να καθυστερήσει τις γεννήσεις από την ηλικία των 25 έως τα 30 και στη συνέχεια από τα 30 έως τα 35. Αλλά καθώς οι γυναίκες πλησιάζουν τα 40 και μετά, οι περιορισμοί, εν μέρει βιολογικοί, αρχίζουν να δεσμεύουν. Το περιθώριο αναβολής των γεννήσεων στενεύει.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Weinreb, οι κοσμικές Εβραίες γυναίκες που φτάνουν την ηλικία των 40 έως 44 ετών μέχρι το τέλος της τρέχουσας δεκαετίας θα έχουν ακόμα μια μέση ολοκληρωμένη γονιμότητα περίπου δύο παιδιών, όπως είναι σήμερα. Αλλά καθώς το Ισραήλ εισέρχεται στη δεκαετία του 2030, το ποσοστό αυτό είναι πιθανό να μειωθεί σε περίπου 1,5. Οι ομάδες που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στα τέλη της δεκαετίας των 20 και στις αρχές της δεκαετίας των 30 αναβάλλουν ακόμη περισσότερο την τεκνοποίηση. Ωστόσο, σε αντίθεση με το παρελθόν, εάν οι τάσεις συνεχιστούν, ενδέχεται να μην αντισταθμίζουν πλέον πλήρως την καθυστέρηση αργότερα στη ζωή.
Ο Weinreb πιστεύει ότι δεν θα συμβεί. Το συμπέρασμά του βασίζεται σε μια στατιστική πρόβλεψη που εξάγει τις τρέχουσες τάσεις, αλλά στον πυρήνα της η λογική είναι απλή: Υπάρχει ένα όριο στο πόσο μπορεί να αναβληθεί η τεκνοποίηση. Κάποιος μπορεί να καθυστερήσει τις γεννήσεις από την ηλικία των 25 έως τα 30 και στη συνέχεια από τα 30 έως τα 35. Αλλά καθώς οι γυναίκες πλησιάζουν τα 40 και μετά, οι περιορισμοί, εν μέρει βιολογικοί, αρχίζουν να δεσμεύουν. Το περιθώριο αναβολής των γεννήσεων στενεύει.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Weinreb, οι κοσμικές Εβραίες γυναίκες που φτάνουν την ηλικία των 40 έως 44 ετών μέχρι το τέλος της τρέχουσας δεκαετίας θα έχουν ακόμα μια μέση ολοκληρωμένη γονιμότητα περίπου δύο παιδιών, όπως είναι σήμερα. Αλλά καθώς το Ισραήλ εισέρχεται στη δεκαετία του 2030, το ποσοστό αυτό είναι πιθανό να μειωθεί σε περίπου 1,5. Οι ομάδες που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στα τέλη της δεκαετίας των 20 και στις αρχές της δεκαετίας των 30 αναβάλλουν ακόμη περισσότερο την τεκνοποίηση. Ωστόσο, σε αντίθεση με το παρελθόν, εάν οι τάσεις συνεχιστούν, ενδέχεται να μην αντισταθμίζουν πλέον πλήρως την καθυστέρηση αργότερα στη ζωή.
Ακόμα κι αν αυτή η πρόβλεψη αποδειχθεί σωστή, το Ισραήλ είναι πιθανό να παραμείνει η χώρα με την υψηλότερη γονιμότητα στον δυτικό κόσμο μέχρι και τη δεκαετία του 2030 και μετά. Αυτή τη φορά, ωστόσο, η διάκριση θα αντανακλά όλο και περισσότερο το αυξανόμενο μερίδιο των Ορθόδοξων και υπερορθόδοξων Εβραίων στον πληθυσμό. Τα ποσοστά γονιμότητάς τους έχουν μειωθεί τα τελευταία χρόνια, ενώ αυτά των κοσμικών Ισραηλινών έχουν παραμείνει σχετικά σταθερά ή έχουν μειωθεί μόνο ελαφρώς. Ωστόσο, το σημείο εκκίνησης των υπερορθόδοξων —περίπου έξι παιδιά ανά γυναίκα— είναι τόσο υψηλό που η σύγκλιση με άλλες ομάδες δεν φαίνεται πουθενά.
Μακροπρόθεσμα, οι δημογραφικές προβλέψεις υποδηλώνουν ότι το ποσοστό των υπερορθόδοξων στον πληθυσμό του Ισραήλ θα συνεχίσει να αυξάνεται, πιθανώς να γίνει πλειοψηφία κάποια στιγμή στο μέλλον. Εάν συμβεί αυτό, η συνολική γονιμότητα μπορεί να παραμείνει σχετικά υψηλή, ακόμη και καθώς η γονιμότητα μειώνεται σε κάθε ομάδα. Με άλλα λόγια, η δημογραφική ιδιαιτερότητα του Ισραήλ μπορεί να επιμείνει —αλλά με πολύ διαφορετική μορφή και για διαφορετικούς λόγους.
>
Yannay Spitzer is an economist based in Jerusalem and the Boston area. From 2015 to 2026, he was a faculty member in the Department of Economics at the Hebrew University of Jerusalem. He is a research affiliate at the Economic History Programme of The Centre for Economic Policy Research.









