Η κυβέρνηση Trump προετοιμάζει σαρωτικές νέες κυρώσεις κατά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ΔΠΔ), οι οποίες θα μπορούσαν να αποκόψουν τον οργανισμό από μεγάλο μέρος του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, όπως ανέφερε την Κυριακή η εφημερίδα The Wall Street Journal.
Οι προτεινόμενες κυρώσεις θα απαγορεύουν τις περισσότερες συναλλαγές με το ΔΠΔ μετά από μια μεταβατική περίοδο έξι έως επτά μηνών, σύμφωνα με έγγραφα που εξέτασε η εφημερίδα και δηλώσεις Αμερικανών αξιωματούχων.
Οι περιορισμοί θα μπορούσαν να παραλύσουν τη λειτουργία του δικαστηρίου, το οποίο εδρεύει στη Χάγη, εμποδίζοντάς το να πραγματοποιεί συναλλαγές σε δολάρια ΗΠΑ.
Δεν έχει ληφθεί ακόμη οριστική απόφαση, ωστόσο ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι δήλωσαν στην εφημερίδα ότι οι κυρώσεις θα μπορούσαν να οριστικοποιηθούν εντός της εβδομάδας, καθώς ηγέτες από όλο τον κόσμο συγκεντρώνονται στη Νέα Υόρκη για τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών ή λίγο αργότερα.
Εκπρόσωπος του State Department αρνήθηκε να προαναγγείλει πιθανές κυρώσεις, αλλά παρέπεμψε στη θέση του Υπουργού Εξωτερικών Marco Rubio, ότι το ΔΠΔ αποτελεί απειλή για την κυριαρχία των ΗΠΑ.
Το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών αρνήθηκε να σχολιάσει, ενώ το ΔΠΔ δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα της εφημερίδας για σχολιασμό.
Η κίνηση αυτή θα αποτελούσε σημαντική κλιμάκωση της εκστρατείας της αμερικανικής κυβέρνησης κατά του δικαστηρίου.
Οι ΗΠΑ έχουν ήδη επιβάλει κυρώσεις σε αρκετούς αξιωματούχους του ΔΠΔ, συμπεριλαμβανομένων του πρώην Γενικού Εισαγγελέα Karim Khan, της Προέδρου του ΔΠΔ Tomoko Akane, αρκετών δικαστών, δύο αναπληρωτών εισαγγελέων και του επικεφαλής εισαγγελέα στην υπόθεση κατά Ισραηλινών αξιωματούχων.
Οι ευρύτερες κυρώσεις που εξετάζονται θα στoχεύουν τις συναλλαγές με τον ίδιο τον οργανισμό και όχι μόνο με μεμονωμένους αξιωματούχους, σύμφωνα με την εφημερίδα. Θα εξαιρούνται οι συναλλαγές που αφορούν υπηρεσίες επικοινωνίας.
Ο Rubio δήλωσε τον Ιούλιο ότι η αμερικανική κυβέρνηση προετοίμαζε μια ευρύτερη εκστρατεία κατά του ΔΠΔ, υποστηρίζοντας ότι οι προσπάθειές του να ασκήσει διώξεις κατά αξιωματούχων από χώρες που δεν είναι μέλη του δικαστηρίου απειλούν την κυριαρχία των ΗΠΑ. Ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε το Ισραήλ είναι μέλη του ΔΠΔ.
«Ο αμερικανικός λαός δεν συμφώνησε ποτέ σε τίποτα από αυτά και δεν θα το κάνει ποτέ», είχε δηλώσει ο Rubio.
«Διαβάστε τα λόγια της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας μας. Πολεμήσαμε μια επανάσταση εναντίον μιας ξένης δύναμης, που μας μετέφερε πέρα από τις θάλασσες για να δικαστούμε για προσποιητά αδικήματα.
Η ανεξαρτησία είναι το κληρονομικό μας δικαίωμα. Δεν θα αφήσουμε ποτέ ξένους γραφειοκράτες να μας το στερήσουν αυτό».
Οι εντάσεις μεταξύ της Ουάσιγκτον και του δικαστηρίου κλιμακώθηκαν αφότου το ΔΠΔ εξέδωσε εντάλματα σύλληψης το 2024 για τον Ισραηλινό Πρωθυπουργό Benjamin Netanyahu και τον τότε Υπουργό Άμυνας Yoav Gallant, για φερόμενα εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που σχετίζονται με τον πόλεμο στη Γάζα.
Το δικαστήριο υποστήριξε ότι οι Ισραηλινοί αξιωματούχοι περιόρισαν αδικαιολόγητα την ανθρωπιστική βοήθεια προς τη Γάζα. Το Ισραήλ έχει απορρίψει τις κατηγορίες.
Ο Khan ζήτησε επίσης εντάλματα σύλληψης για ηγετικά στελέχη της Hamas, σχετικά με την επίθεση της τρομοκρατικής οργάνωσης κατά του Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023. Τα εν λόγω στελέχη έχουν έκτοτε εξοντωθεί. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ) έχει διενεργήσει έρευνα, ξεχωριστά, για τον Ισραηλινό υπουργό Οικονομικών Bezalel Smotrich και τον υπουργό Εθνικής Ασφάλειας Itamar Ben-Gvir, σχετικά με τον ρόλο τους στην επέκταση των ισραηλινών οικισμών στη Δυτική Όχθη, όπως δημοσίευσε η εφημερίδα The Wall Street Journal.
Το δικαστήριο, το οποίο ιδρύθηκε το 2002 για τη δίωξη εγκλημάτων πολέμου και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας βάσει του Καταστατικού της Ρώμης, έχει υιοθετηθεί από περισσότερες από 120 χώρες. Χώρες που δεν αναγνωρίζουν την εξουσία του δικαστηρίου περιλαμβάνουν τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κίνα, τη Ρωσία, το Ισραήλ, την Ινδία, τη Σαουδική Αραβία και άλλες.
Ωστόσο, το ΔΠΔ έχει υποστηρίξει ότι το Καταστατικό της Ρώμης δίνει στο δικαστήριο την εξουσία να διώκει εγκλήματα πολέμου που διαπράττονται στο έδαφος κρατών μελών από υπηκόους κρατών μη μελών.






