Ο δισεκατομμυριούχος Warren Buffett αποχώρησε από τη θέση του προέδρου της Berkshire Hathaway, με άμεση ισχύ, έπειτα από περισσότερα από 60 χρόνια καθοδήγησης της επενδυτικής εταιρείας.
Από τις Sara McGiff και Natasha Anderson/The Daily Mail
Ο 96χρονος παρέδωσε τη σκυτάλη στον γιο του, Howard, ο οποίος θα τον διαδεχθεί πλέον στη διοίκηση του επενδυτικού κολοσσού αξίας 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων. Ο 71χρονος Howard είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Berkshire από το 1993.
Ο Warren Buffett ονομάστηκε επίτιμος πρόεδρος (chairman emeritus), ένας τιμητικός τίτλος που αποδίδεται σε πρώην πρόεδρο διοικητικού συμβουλίου ο οποίος έχει αποσυρθεί από την ενεργό ηγεσία, αλλά διατηρεί συμβουλευτικό ρόλο στον οργανισμό.
Σε επιστολή του προς τους μετόχους, την οποία εξέτασε η Daily Mail, ο Buffett έγραψε: «Ο Χρόνος πάντα κερδίζει. Ωστόσο, υπήρξε γενναιόδωρος μαζί μου. Μου έδωσε την ευκαιρία να δω την Berkshire να φτάνει σε ένα σημείο όπου αισθάνομαι πιο σίγουρος από ποτέ για το τι επιφυλάσσει το μέλλον».
Ο Buffett, ο οποίος σημείωσε στην επιστολή του ότι «υπηρετεί την Berkshire από το 1965», είχε αποχωρήσει από τη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου (CEO) μόλις πριν από οκτώ μήνες. Τον διαδέχθηκε ο Greg Abel.
«Ένας από τους λόγους είναι ο Greg. Οι προσδοκίες μου για εκείνον ήταν εξαιρετικά υψηλές εξαρχής και εκείνος τις ξεπέρασε», έγραψε ο 96χρονος για τον Abel.
«Έχει αναλάβει πλήρως τα καθήκοντα του Διευθύνοντος Συμβούλου. Λαμβάνει τις αποφάσεις που έχουν σημασία εδώ και αρκετό καιρό και δεν χρειάστηκε ποτέ να αμφιβάλλω για καμία από αυτές».
Ο Buffett δήλωσε ότι η θητεία του ως πρόεδρος υπήρξε «το προνόμιο μιας ζωής», αλλά γνωρίζει ότι η Berkshire βρίσκεται σε «εξαιρετικά χέρια» και ότι «ανυπομονώ να παραμείνω μέτοχος μαζί σας».
Αν και δεν αποκάλυψε τους ακριβείς λόγους της αποχώρησής του, η επιστολή του δισεκατομμυριούχου φάνηκε να δίνει έμφαση στο προχωρημένο της ηλικίας του και στην επιθυμία του να αφιερώσει χρόνο στην οικογένειά του.
«Πρόσφατα γιόρτασα τα 96α γενέθλιά μου με την οικογένεια και τους φίλους μου, συμπεριλαμβανομένου ενός από τα δισέγγονά μου, το οποίο μόλις είχε κλείσει τον πρώτο χρόνο της ζωής του. Κινείται λίγο πιο γρήγορα από εμένα αυτές τις μέρες», έγραψε.
Ο Buffett μετέτρεψε την Berkshire σε έναν όμιλο-κολοσσό αξίας περίπου 1,03 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, ο οποίος κατέχει δεκάδες εταιρείες, συμπεριλαμβανομένης της ασφαλιστικής Geico, της κατασκευάστριας μπαταριών Duracell και της αλυσίδας εστιατορίων Dairy Queen.
«Η κουλτούρα που δημιούργησε ο Warren και οι αξίες που πρέσβευε θα παραμείνουν στην καρδιά της Berkshire, και ο Howard θα είναι ο θεματοφύλακάς τους», δήλωσε ο Abel την Παρασκευή.
«Είμαστε ευγνώμονες στον Howard για τη φροντίδα, την πειθαρχία και τη βαθιά κατανόηση της Berkshire που θα φέρει στον νέο του ρόλο, καθώς και στη Sue Decker για τη συνεχή ηγετική της παρουσία και την πολύτιμη συμβολή της ως Επικεφαλής Ανεξάρτητο Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου».
Η Berkshire πρόσθεσε ότι «ως Επίτιμος Πρόεδρος, ο κ. Buffett θα παραμείνει μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και θα συνεχίσει να προσφέρει την πολύτιμη κρίση και την οπτική του».
Η επιρροή του Buffett ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια του ομίλου, καθώς το επιχειρηματικό του δαιμόνιο και οι επενδυτικές του στρατηγικές επηρέασαν γενιές εταιρικών ηγετών.
Τα τελευταία χρόνια, οι κινήσεις του δισεκατομμυριούχου παρακολουθούνται στενά τόσο από τα μεγαθήρια της Wall Street όσο και από τους απλούς επενδυτές, προκαλώντας συχνά έντονες διακυμάνσεις καθώς τα κεφάλαια ρέουν μαζικά ακολουθώντας τις επιλογές του.
Όταν ο Buffett αύξησε το ποσοστό του σε πέντε ιαπωνικούς εμπορικούς ομίλους το 2025, οι μετοχές τους εκτινάχθηκαν στα ύψη.
Το ίδιο συνέβη στα τέλη του 2024, αφού έγινε γνωστό ότι η Berkshire είχε αποκτήσει μετοχές αξίας 563 εκατομμυρίων δολαρίων στις εταιρείες Occidental Petroleum, Sirius XM και VeriSign.
Η απόφασή του να πουλήσει μετοχές είχε επίσης αρνητικό αντίκτυπο στις τιμές τους. Τον Φεβρουάριο του 2025, στοιχεία έδειξαν ότι πούλησε μετοχές της DaVita, μιας εταιρείας παροχής υπηρεσιών υγείας. Η μετοχή υποχώρησε άμεσα κατά περισσότερο από 11%.
Υπό την καθοδήγηση του Buffett, η Berkshire έχει σημειώσει επιδόσεις που υπερέχουν θεαματικά έναντι του δείκτη S&P 500.
Oι πέντε σημαντικότερες επενδύσεις του Warren Buffett καθώς και η καταστροφική συμφωνία που χαρακτήρισε ως τη χειρότερη απόφαση της ζωής του
Η λαμπρή πορεία του δισεκατομμυριούχου Warren Buffett απέφερε εντυπωσιακές αποδόσεις στους επενδυτές. Από τότε που άρχισε να χτίζει την επενδυτική του εταιρεία το 1965, οι μετοχές της Berkshire σημείωσαν εκρηκτική άνοδο, άνω του 6.000.000% – συγκρίνετε αυτό το ποσοστό με την άνοδο της τάξης του 46.061% που κατέγραψε ο δείκτης-ορόσημο S&P 500 κατά την ίδια περίοδο.
Ο Buffett απέδωσε την εξαιρετική του επιτυχία σε περίπου δώδεκα πραγματικά σπουδαίες αποφάσεις που έλαβε κατά τη διάρκεια της εμβληματικής επενδυτικής του σταδιοδρομίας.
Από τη μετατροπή ενός στοιχήματος στην Apple σε κέρδη δισεκατομμυρίων έως τη μετατροπή μιας επένδυσης 1,3 δισ. δολαρίων στην American Express σε 56 δισ. δολάρια, ο Buffett έχει εδραιώσει τη φήμη του ως ένας από τους κορυφαίους επενδυτές στην ιστορία.

Τα παιδιά του Warren Buffett –από αριστερά: Howard Buffett, Susie Buffett, και Peter Buffett– στον εκθεσιακό χώρο του CenturyLink Center στην Ομάχα, το 2015. Ο Howard είναι ο διάδοχος του.
1. Apple
Για δεκαετίες, ο Buffett είχε έναν απλό λόγο για να αποφεύγει τις μετοχές τεχνολογίας: δήλωνε ότι δεν τις κατανοούσε επαρκώς. Ωστόσο, η Apple άλλαξε τα δεδομένα.
Η Berkshire Hathaway άρχισε να αγοράζει αθόρυβα μετοχές της εταιρείας το 2016, σε μια εποχή που η Apple κάθε άλλο παρά μια άγνωστη νεοφυής επιχείρηση (startup) ήταν.
Το iPhone αποτελούσε ήδη παγκόσμιο φαινόμενο, αλλά οι ανησυχίες για την επιβράδυνση των πωλήσεων είχαν προκαλέσει κατακόρυφη πτώση της μετοχής.
Η αρχική γνωστοποίηση της Berkshire έδειχνε συμμετοχή ύψους περίπου 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων, μια εκπληκτικά μικρή θέση για μια εταιρεία του μεγέθους της, αλλά και μια σημαντική διαφοροποίηση για έναν επενδυτή που, σε μεγάλο βαθμό, απείχε από τον κλάδο της τεχνολογίας.
Αυτό που διέκρινε ο Buffett δεν ήταν ακριβώς ένα στοίχημα πάνω στην επόμενη περιζήτητη συσκευή. Είδε ένα προϊόν με το οποίο οι καταναλωτές είχαν αναπτύξει ισχυρό συναισθηματικό δεσμό, καθώς και μια πελατειακή βάση πρόθυμη να επιστρέφει διαρκώς σε αυτό.
Αυτή η διάκριση αποδείχθηκε εξαιρετικά πολύτιμη.
Η Berkshire συνέχισε τις αγορές, επενδύοντας τελικά συνολικά 36 δισεκατομμύρια δολάρια στην Apple μεταξύ 2016 και 2018. Μέχρι το τέλος του 2023, η αξία της συμμετοχής είχε εκτοξευθεί σε πάνω από 174 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό σχεδόν πενταπλάσιο από το αρχικό κόστος κτήσης για την Berkshire.
Η θέση αυτή γιγαντώθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε η Apple κατέληξε να αποτελεί ένα ασυνήθιστα μεγάλο μέρος του χαρτοφυλακίου μετοχών της Berkshire. Έκτοτε, η Berkshire έχει μειώσει τη συμμετοχή της, ωστόσο η Apple παρέμενε η μεγαλύτερη δηλωμένη επένδυση σε μετοχές στα μέσα του 2026, με αξία περίπου 66 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Επρόκειτο για μια εντυπωσιακή ανατροπή στα ύστερα χρόνια της καριέρας του Buffett, καθώς ο επενδυτής που επί χρόνια υποστήριζε ότι η τεχνολογία βρισκόταν εκτός του «κύκλου ικανοτήτων» του, βρήκε τελικά μία από τις πιο κερδοφόρες επενδύσεις του σε μία από τις πολυτιμότερες εταιρείες τεχνολογίας παγκοσμίως.
2. American Express
Το στοίχημα του Warren Buffett στην American Express ξεκίνησε με ένα σκάνδαλο που θα μπορούσε να είχε οδηγήσει την εταιρεία στην κατάρρευση.
Το 1963, ο χρηματοοικονομικός κολοσσός ενεπλάκη σε αυτό που έμεινε γνωστό ως «Σκάνδαλο του Σογιέλαιου» (Salad Oil Scandal), όταν ένας έμπορος εμπορευμάτων χρησιμοποίησε δόλια ποσότητες σογιέλαιου –αξίας εκατομμυρίων δολαρίων– ως εγγύηση για τη λήψη δανείων.
Το σκάνδαλο προκάλεσε κατακόρυφη πτώση της μετοχής της American Express, καθώς οι επενδυτές φοβούνταν ότι η εταιρεία θα λύγιζε υπό το βάρος των ζημιών. Ωστόσο, ο Buffett διέκρινε κάτι διαφορετικό.
Αντί να εστιάσει στην άμεση ζημιά, αφιέρωσε εβδομάδες μελετώντας την επιχείρηση και παρατηρώντας τις αντιδράσεις των πελατών απέναντι στο σκάνδαλο. Αυτό που ανακάλυψε τον έπεισε ότι το πολυτιμότερο περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας είχε διασωθεί ανέπαφο: η φήμη της.
Ο Buffett επένδυσε περίπου 13 εκατομμύρια δολάρια στην American Express, ποσό που αντιστοιχούσε στο 40% περίπου των κεφαλαίων της επενδυτικής του εταιρείας εκείνη την εποχή.
Ήταν ένα τεράστιο ρίσκο· πόνταρε στο ότι οι πελάτες θα συνέχιζαν να εμπιστεύονται την American Express, ακόμη και μετά την εμπλοκή του ονόματός της σε ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά σκάνδαλα της εποχής. Και πράγματι, έτσι έγινε.
Η επένδυση αυτή εξελίχθηκε σε μία από τις καθοριστικές επιτυχίες της πρώιμης σταδιοδρομίας του Buffett. Η American Express ανέκαμψε και το μερίδιο της Berkshire Hathaway έφτασε τελικά να αξίζει μεταξύ 46 και 56 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Αργότερα, ο ίδιος χαρακτήρισε το περιστατικό αυτό ως ένα σημαντικό μάθημα επενδυτικής στρατηγικής: η τιμή της μετοχής μιας εταιρείας μπορεί να καταρρεύσει χωρίς να υποστεί μόνιμη ζημιά η ίδια η επιχειρηματική της δραστηριότητα.
Αποτέλεσε επίσης μια πρώτη ένδειξη της στρατηγικής που θα χαρακτήριζε την καριέρα του Buffett: να κοιτάζει πέρα από τον πανικό της Wall Street, προκειμένου να διαπιστώνει αν το σημαντικότερο περιουσιακό στοιχείο μιας εταιρείας είχε όντως χαθεί.
3. Coca-Cola
Ο Buffett βρήκε μία από τις σημαντικότερες επενδύσεις του σε μια εταιρεία της οποίας το μεγαλύτερο λάθος ήταν ότι έθεσε σε κίνδυνο το πιο διάσημο προϊόν της.
Η Berkshire Hathaway άρχισε να χτίζει τη θέση της στην Coca-Cola το 1988, δαπανώντας περίπου 1,3 δισεκατομμύρια δολάρια για την αγορά περίπου 400 εκατομμυρίων μετοχών.
Εκείνη την εποχή, η επένδυση δεν έμοιαζε τόσο με ριψοκίνδυνο στοίχημα, όσο με ποντάρισμα σε μια μάρκα που ο Buffett θαύμαζε και κατανάλωνε επί χρόνια.
Στη συνέχεια, η Coca-Cola υπέπεσε σε ένα θεαματικό σφάλμα. Το 1985, η εταιρεία αντικατέστησε την αρχική της συνταγή με μια πιο γλυκιά εκδοχή, τη λεγόμενη «New Coke», προκαλώντας σφοδρές αντιδράσεις από τους καταναλωτές, οι οποίοι απαιτούσαν την επιστροφή του αρχικού αναψυκτικού.
Τελικά, η Coca-Cola επανέφερε το προϊόν ως «Coca-Cola Classic» και, μέχρι τη στιγμή που ο Buffett προχώρησε στην αγορά μετοχών, το φιάσκο της «New Coke» αποτελούσε ήδη παρελθόν για την εταιρεία – ωστόσο, το περιστατικό είχε καταδείξει πόσο έντονα δεμένοι ήταν οι καταναλωτές με τη μάρκα που αγαπούσαν.
Η Berkshire διατήρησε τις μετοχές της στην Coca-Cola για δεκαετίες, καθώς η επένδυση εξελίχθηκε σε μία από τις εμβληματικές συμμετοχές της εταιρείας.
Το ποσό των περίπου 1,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων που δαπάνησε η Berkshire για την αγορά των μετοχών μετατράπηκε τελικά σε ένα μερίδιο που απέφερε στην εταιρεία δισεκατομμύρια. Παράλληλα, η εταιρεία εισέπραξε δισεκατομμύρια σε μερίσματα, συμπεριλαμβανομένων 848 εκατομμυρίων δολαρίων τον Φεβρουάριο του 2026.
4. National Indemnity, National Fire & Marine και GEICO
Μία από τις σημαντικότερες συμφωνίες του Buffett δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με την επιλογή της επόμενης «καυτής» μετοχής. Το 1967, έστρεψε την προσοχή του στον κλάδο των ασφαλειών.
Η Berkshire εξαγόρασε τις εταιρείες National Indemnity και National Fire & Marine από τον επιχειρηματία Jack Ringwalt έναντι περίπου 8,6 εκατομμυρίων δολαρίων, αποκτώντας έτσι τον έλεγχο μιας ασφαλιστικής εταιρείας γενικών ασφαλίσεων (ασφαλίσεων περιουσίας και ατυχημάτων).
Η συμφωνία αυτή επρόκειτο να αποκτήσει τεράστια σημασία για έναν λόγο που ξεπερνούσε κατά πολύ τα όρια των ασφαλιστικών συμβολαίων.
Οι ασφαλιστικές εταιρείες εισπράττουν τα ασφάλιστρα προκαταβολικά, αλλά ενδέχεται να μην χρειαστεί να καταβάλουν αποζημιώσεις για χρόνια. Στο ενδιάμεσο διάστημα, αυτά τα χρήματα – γνωστά ως «ασφαλιστικά διαθέσιμα» (insurance float) – μπορούν να επενδυθούν.
Ο Buffett αντιλήφθηκε γρήγορα ότι η Berkshire θα μπορούσε να αξιοποιήσει αυτό το κεφάλαιο για την αγορά άλλων επιχειρήσεων και επενδύσεων, ενόσω ανέμενε την έλευση του χρόνου καταβολής των αποζημιώσεων. Ο Buffett αγόραζε μετοχές της GEICO επί σειρά ετών, προτού η Berkshire αποκτήσει τελικά τον πλήρη έλεγχο της εταιρείας το 1996. Η GEICO είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον του Buffett δεκαετίες νωρίτερα χάρη στο μοντέλο χαμηλού κόστους και απευθείας πώλησης στον καταναλωτή, ενώ ο ίδιος είχε επενδύσει για πρώτη φορά στην ασφαλιστική εταιρεία το 1976, όταν αυτή αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα.
Αυτό το πρώιμο στοίχημα εξελίχθηκε σε μια ακόμη τεράστια επιτυχία – και η GEICO έγινε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες επιχειρήσεις της Berkshire, αποφέροντας κέρδη προ φόρων ύψους 6,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 2025.
Αυτή η στρατηγική συνέβαλε στη μεταμόρφωση της Berkshire στον τεράστιο επιχειρηματικό όμιλο που είναι σήμερα.
Ο ασφαλιστικός κλάδος παρείχε τα απαραίτητα κεφάλαια. Ο Buffett μπορούσε στη συνέχεια να αποφασίσει πού θα τα διοχετεύσει – είτε αγοράζοντας μετοχές ή ολόκληρες εταιρείες, είτε απλώς αφήνοντας τα χρήματα να αυξάνονται μέσω της ανατοκιστικής απόδοσης.
5. See’s Candies
Αρχικά, ο Buffett δεν ήθελε να καταβάλει το τίμημα που ζητούσε η See’s Candies, αλλά αυτός ο δισταγμός αποδείχθηκε μέρος του μαθήματος.
Η Berkshire Hathaway εξαγόρασε την εταιρεία παραγωγής γλυκισμάτων από την Καλιφόρνια το 1972 έναντι περίπου 25 εκατομμυρίων δολαρίων, κατόπιν παρότρυνσης του εκλιπόντος συνεργάτη του στις επενδύσεις, Charles Munger – ένα υψηλό τίμημα για τα δεδομένα του Buffett εκείνη την εποχή.
Ωστόσο, η See’s διέθετε ένα στοιχείο που ο Buffett άρχισε σταδιακά να εκτιμά όλο και περισσότερο: πελάτες πρόθυμους να πληρώσουν κάτι παραπάνω για ένα προϊόν που εμπιστεύονταν.
Η εταιρεία διέθετε πιστό πελατολόγιο και ισχυρό brand, γεγονός που της επέτρεπε να αυξάνει τις τιμές χωρίς να χάνει τους πελάτες της.
Αυτό σήμαινε ότι η Berkshire δεν χρειαζόταν να επενδύσει τεράστια ποσά σε εργοστάσια, εξοπλισμό ή αποθέματα για να συνεχίσει την ανάπτυξη της επιχείρησης. Αντιθέτως, η See’s μπορούσε να παράγει σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα, τα οποία ο Buffett είχε τη δυνατότητα να αξιοποιήσει αλλού.
Η κίνηση αυτή απέδωσε καρπούς. Μέχρι το 2007, η See’s είχε αποφέρει στην Berkshire κέρδη προ φόρων ύψους 1,35 δισεκατομμυρίων δολαρίων, απαιτώντας παράλληλα σχετικά λίγα επιπλέον κεφάλαια για την επέκτασή της. Ωστόσο, η πραγματική αξία της συμφωνίας ξεπερνούσε τα ίδια τα γλυκίσματα.
Αργότερα, ο Buffett αναγνώρισε ότι η See’s άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν τις επενδύσεις. Προηγουμένως, εστίαζε κυρίως στην αγορά επιχειρήσεων σε χαμηλή τιμή, ακόμη και αν τα θεμελιώδη οικονομικά τους στοιχεία ήταν μέτρια.
Η See’s τον έπεισε ότι η καταβολή μιας λογικής τιμής για μια εξαιρετική επιχείρηση θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ πιο κερδοφόρα από την αγορά μιας προβληματικής εταιρείας, απλώς και μόνο επειδή φαινόταν φθηνή. Αυτή η ιδέα θα γινόταν κεντρικό στοιχείο της στρατηγικής της Berkshire – και θα συνέβαλλε στο να ανοίξει ο δρόμος για ορισμένες από τις μεγαλύτερες επενδύσεις του Buffett τα επόμενα χρόνια.
Η χειρότερη απόφαση του Warren Buffett
Ο Buffett έχει επισημάνει εδώ και καιρό τη προβληματική επιχείρηση κλωστοϋφαντουργίας της Berkshire Hathaway ως ένα από τα μεγαλύτερα λάθη του.
Ανέλαβε τον έλεγχο της εν λόγω βιομηχανίας κλωστοϋφαντουργίας, η οποία είχε έδρα τη Μασαχουσέτη, το 1965, ελπίζοντας να αναστρέψει την πορεία μιας επιχείρησης που ήδη έχανε έδαφος έναντι του φθηνότερου ξένου ανταγωνισμού.
Αντ’ αυτού, το εργοστάσιο συνέχισε να απορροφά κεφάλαια και τελικά έκλεισε το 1985.
Ωστόσο, υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι ένα ακόμη πιο δαπανηρό λάθος συνέβη αργότερα – και αυτή τη φορά, οι ίδιες οι μετοχές της Berkshire που κατείχε ο Buffett επιδείνωσαν σημαντικά τη ζημιά.
Το 1993, η Berkshire κατέβαλε 433 εκατομμύρια δολάρια για την Dexter Shoe Co., μια εταιρεία κατασκευής υποδημάτων με έδρα το Μέιν, για την οποία ο Buffett πίστευε ότι διέθετε ένα διατηρήσιμο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Το πρόβλημα εντοπιζόταν στον τρόπο πληρωμής. Αντί να καταβάλει μετρητά, ο Buffett έδωσε στους ιδιοκτήτες της Dexter 25.203 μετοχές κατηγορίας Α (Class A) της Berkshire – οι οποίες τότε είχαν αξία περίπου 433 εκατομμυρίων δολαρίων.
Η εταιρεία υποδημάτων τελικά κατέρρευσε υπό την πίεση του φθηνότερου ξένου ανταγωνισμού και ο Buffett παραδέχτηκε αργότερα ότι η συμφωνία ήταν ένα σοβαρό σφάλμα. Όμως, το πραγματικό πλήγμα προήλθε από την εξέλιξη της αξίας των μετοχών της Berkshire που είχε παραχωρήσει.
Μέχρι το 2007, ο Buffett υπολόγιζε ότι οι εν λόγω μετοχές θα άξιζαν περίπου 3,5 δισεκατομμύρια δολάρια. Το 2014, εκτιμούσε την αξία τους στα 5,7 δισεκατομμύρια δολάρια περίπου – ενώ η ίδια η Dexter είχε ουσιαστικά καταστεί άχρηστη.
Ο Buffett χαρακτήρισε την Dexter ως το «πιο ολέθριο» λάθος του, υποστηρίζοντας ότι η ζημιά δεν περιοριζόταν απλώς στα 433 εκατομμύρια δολάρια που είχε δαπανήσει η Berkshire για μια αποτυχημένη εταιρεία. Το πολύ μεγαλύτερο κόστος ήταν η σωρευτική αξία των μετοχών της Berkshire που είχε αποχωριστεί.
«Έδωσα το 1,6% μιας εξαιρετικής επιχείρησης – η οποία σήμερα αποτιμάται στα 220 δισεκατομμύρια δολάρια – για να αγοράσω μια επιχείρηση χωρίς καμία αξία», δήλωσε σε επιστολή του προς τους επενδυτές το 2007. «Μέχρι σήμερα, η Dexter αποτελεί τη χειρότερη συμφωνία που έχω κάνει».









