Η καθοριστική συμφωνία της Volkswagen με τους εργαζομένους προσέφερε στον διευθύνοντα σύμβουλο Oliver Blume μια κερδισμένη – με κόπο – επιδοκιμασία των προσπαθειών του να διατηρήσει τη βιομηχανική ισχύ του ομίλου.
Από τους Olaf Storbeck και Kana Inagaki/Financial Times
Η μετοχή της μεγαλύτερης γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας σημείωσε προσωρινή άνοδο, αφού το εποπτικό συμβούλιο ενέκρινε ομόφωνα ένα ριζοσπαστικό σχέδιο συρρίκνωσης του ομίλου μέσω της περικοπής 50.000 θέσεων εργασίας, ανοίγοντας παράλληλα τον δρόμο για τον τερματισμό της παραγωγής νέων οχημάτων σε τέσσερα γερμανικά εργοστάσια.
Λίγες ημέρες νωρίτερα, οι προοπτικές για επίτευξη συμφωνίας φάνταζαν δυσοίωνες, καθώς οι μαραθώνιες διαπραγματεύσεις με τα συνδικάτα είχαν λάβει οξείς τόνους. Η VW εξέτασε ακόμη και το ενδεχόμενο παράκαμψης του εποπτικού συμβουλίου μέσω έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων — σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στην εταιρεία — ενώ ορισμένοι αναλυτές προέβλεπαν ότι ο Blume θα μπορούσε να αντικατασταθεί εάν αποτύγχανε να εξασφαλίσει συμφωνία.
Ωστόσο, για τους μακροπρόθεσμους επενδυτές, διακυβεύονταν πολύ περισσότερα από τις θέσεις εργασίας και τα εργοστάσια. Οι συνομιλίες αποτέλεσαν δοκιμασία για το αν ο όμιλος θα μπορούσε να απεγκλωβιστεί από ένα σύστημα διακυβέρνησης στο οποίο τα στελέχη, οι εργαζόμενοι, οι πολιτικοί και οι μέτοχοι-μέλη των οικογενειών ιδιοκτησίας παρεμπόδιζαν επανειλημμένα τις προσπάθειες βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας.
«Αυτό αποδεικνύει ότι υπάρχει πραγματική βούληση για μεταρρυθμίσεις στη Volkswagen», δήλωσε ο Ingo Speich, επικεφαλής εταιρικής διακυβέρνησης στην Deka, τη δεύτερη μεγαλύτερη εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων στη Γερμανία.
Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι η υλοποίηση παραμένει μια «τεράστια πρόκληση» και δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη. «Έχουμε δει επανειλημμένα στο παρελθόν να λαμβάνονται αποφάσεις από το εποπτικό συμβούλιο, για να διαπιστωθεί ότι η κατάσταση είχε αλλάξει μόλις τρεις μήνες αργότερα».
Η VW, πυλώνας της γερμανικής οικονομίας με περίπου 620.000 εργαζομένους παγκοσμίως, δέχεται έντονες πιέσεις μετά την πανδημία λόγω της συρρίκνωσης των πωλήσεων στην Κίνα και της υποτονικής ζήτησης στην Ευρώπη. Την ημέρα που ο όμιλος συμφώνησε στις περικοπές θέσεων εργασίας, η Xiaomi ανακοίνωσε την είσοδό της στη γερμανική και σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές, υπογραμμίζοντας την αυξανόμενη απειλή από τους Κινέζους ανταγωνιστές.
Ο Blume δήλωσε στους αναλυτές ότι οι συζητήσεις με τα συνδικάτα θα ξεκινήσουν άμεσα για την οριστικοποίηση των περικοπών, οι μισές εκ των οποίων αναμένεται να πραγματοποιηθούν στη Γερμανία. Τα μέτρα θα ανεβάσουν τον συνολικό αριθμό των περικοπών θέσεων εργασίας από το 2024 — όταν ο όμιλος είχε συνάψει συμφωνία με τα συνδικάτα που απέκλειε τις αναγκαστικές απολύσεις έως το 2030 — σε περισσότερες από 100.000.
Η UBS εκτίμησε ότι το κόστος αναδιάρθρωσης θα μπορούσε να φτάσει έως και τα 7 δισ. ευρώ, ενώ η Bank of America προέβλεψε ακαθάριστες επιβαρύνσεις ύψους έως και 10 δισ. ευρώ.
Η συμφωνία συνεπάγεται ότι η Volkswagen θα μειώσει την παγκόσμια παραγωγική της δυναμικότητα κατά το ένα τέταρτο — από τα 12 εκατομμύρια οχήματα προ πανδημίας στα 9 εκατομμύρια ετησίως—, ευθυγραμμιζόμενη σε γενικές γραμμές με τα επίπεδα πωλήσεων που καταγράφονται μετά την πανδημία. Περίπου η μισή μείωση θα αφορά την Ευρώπη και η υπόλοιπη την Κίνα.
Τα συνδικάτα και το κρατίδιο της Κάτω Σαξονίας — ο δεύτερος μεγαλύτερος μέτοχος της VW και έδρα πολλών εργοστασίων της — τόνισαν ότι η συμφωνία δεν προβλέπει άμεσο κλείσιμο εργοστασίων.
Ο Blume δήλωσε ότι δεν πρόκειται να ανατεθεί η παραγωγή νέων μοντέλων στα εργοστάσια του Emden, του Zwickau, του Ανόβερου και του Neckarsulm για την περίοδο μετά το 2031, ενώ θα εξεταστούν εναλλακτικές χρήσεις για τις εν λόγω εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων δραστηριοτήτων στον τομέα της άμυνας και της παραγωγής ανθρωποειδών ρομπότ.
Ο Olaf Lies, υπουργός Οικονομίας της Κάτω Σαξονίας, πρότεινε ότι το μεγαλύτερο βάρος των περικοπών θα πρέπει να επωμιστούν τα εργοστάσια που βρίσκονται εκτός της έδρας της Volkswagen.
«Εάν πρέπει να μειώσουμε τη δυναμικότητα στην Ευρώπη, η λύση δεν μπορεί να είναι η μείωση της δυναμικότητας στη Γερμανία», δήλωσε, προσθέτοντας ότι είναι «προς το παρόν αδιανόητο» να σταματήσει η παραγωγή οχημάτων στο Emden ή στο Ανόβερο, πόλεις που βρίσκονται και οι δύο στο κρατίδιό του.
Ωστόσο, ο αναλυτής της UBS, Patrick Hummel, δήλωσε ότι «δεν υφίσταται απαραίτητα προφανής λόγος διατήρησης για όλα αυτά τα εργοστάσια. Αναμένω ότι κάποια στιγμή θα δούμε αποφάσεις για κλείσιμο μονάδων».
Ο Hummel ανέφερε ότι τα πρόσφατα μέτρα θα συμβάλουν στη «διασφάλιση» της κερδοφορίας της VW, αλλά εξέφρασε αμφιβολίες για το αν ο όμιλος θα μπορέσει να επιτύχει τον στόχο του 2030 για λειτουργικό περιθώριο κέρδους 9%, καθώς οι κινεζικοί όμιλοι κερδίζουν μερίδιο αγοράς σε παγκόσμιο επίπεδο.
Ο Moritz Kronenberger, διαχειριστής χαρτοφυλακίου στην Union Investment, δήλωσε ότι οι «δραστικές περικοπές» κρίθηκαν απαραίτητες προκειμένου να αποφευχθεί η δημιουργία μιας «οικονομικά καταστροφικής κατάστασης» για τη μεγαλύτερη αυτοκινητοβιομηχανία της Ευρώπης λόγω της υποαπασχόλησης των εργοστασίων — κατάσταση που θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει το περιθώριο κέρδους σε αρνητικά επίπεδα.
Πρόσθεσε ότι η συμφωνία απέδειξε επίσης πως «εργαζόμενοι και διοίκηση κινούνται, τελικά, προς την ίδια κατεύθυνση. Η ευθύνη για τα επόμενα βήματα ανήκει πλέον αποκλειστικά στο διοικητικό συμβούλιο. Δεν υπάρχουν πια δικαιολογίες».
Ωστόσο, ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα σημεία του σχεδίου αναζωογόνησης του Blume — ο διαχωρισμός της βασικής μάρκας Volkswagen και του τομέα εξαρτημάτων του ομίλου σε ξεχωριστές οντότητες — φαίνεται να παραμένει σε εκκρεμότητα.
Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να περιορίσει την επιρροή της Κάτω Σαξονίας και να ανατρέψει τη δομή διακυβέρνησης που βασίζεται στη συνδιαχείριση μεταξύ συνδικάτων, εργοδοτών και ιδιοκτητών του ομίλου.
Η οικογένεια Porsche-Piëch κατέχει το 53% των δικαιωμάτων ψήφου, ενώ η Κάτω Σαξονία κατέχει το 20%. Σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία, οι εργαζόμενοι εκπροσωπούνται από 10 μέλη στο εποπτικό συμβούλιο, το οποίο απαρτίζεται συνολικά από 20 άτομα.
Ο Lies δήλωσε ότι το ενδεχόμενο διαχωρισμού — στο οποίο αντιτίθεται — «συζητήθηκε εκτενώς» κατά τη συνεδρίαση του εποπτικού συμβουλίου, αλλά τελικά αναβλήθηκε, με τη διοίκηση να λαμβάνει εντολή να επεξεργαστεί αλλαγές που θα επιταχύνουν τη λήψη αποφάσεων.
Ο Horst Schneider, αναλυτής της Bank of America, ανέφερε σε σημείωμά του ότι «η οικογένεια Porsche φαίνεται να έκανε συμβιβασμό όσον αφορά την άμεση αλλαγή της νομικής δομής και της δομής διακυβέρνησης της VW… Το ζήτημα δεν έχει εγκαταλειφθεί, αλλά ενδέχεται να αποφασιστεί αργότερα».
Ο Hendrik Schmidt, επικεφαλής του τομέα υπεύθυνης διαχείρισης (stewardship) στη DWS — τη μεγαλύτερη εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων της Γερμανίας— δήλωσε ότι η συμφωνία «πιθανότατα δεν θα ήταν εφικτή» εάν το εποπτικό συμβούλιο δεν είχε αναβάλει το σχέδιο απόσχισης.
«Το γεγονός ότι ο γόρδιος δεσμός στο Wolfsburg φαίνεται να λύθηκε, θα αποτελέσει αρχικά πηγή ανακούφισης για τους επενδυτές. Ωστόσο, όσον αφορά τη διακυβέρνηση, δεν έχει σημειωθεί καμία πρόοδος», πρόσθεσε ο Schmidt.
Ο Christian Strenger, καθηγητής εταιρικής διακυβέρνησης στη Σχολή Οικονομικών και Διοίκησης της Φρανκφούρτης (Frankfurt School of Finance & Management), δήλωσε ότι η επιδείνωση των επιχειρηματικών επιδόσεων της VW μετά την αναδιάρθρωση του 2024 κατέστησε αναπόφευκτη την απόφαση για «σημαντικά περαιτέρω περικοπές τώρα».
«Η Volkswagen εξακολουθεί να αναλώνει υπερβολικά πολύ χρόνο στην αντιμετώπιση εσωτερικών προβλημάτων που θα έπρεπε να είχαν επιλυθεί προ πολλού», πρόσθεσε. «Αυτό εμποδίζει τη διοίκηση να προωθήσει την εταιρεία».







