Όπως οι περισσότεροι ταλαντούχοι άνθρωποι που έχουν αφιερωθεί στην κλίση τους εργαζόμενοι σκληρά ο Παναγιώτης Τροχόπουλος αποπνέει έντονη αυτοπεποίθηση, χωρίς όμως αλαζονεία. Επιλέγει τα δύσκολα και τολμά. Φιγούρα βγαλμένη από την εποχή των Ρομαντικών, θα μπορούσε να ανήκει στον κύκλο των φίλων ποιητών όπως ο Percy Shelley, o Samuel Taylor Coleridge και ο John Keats. Βγαλμένος λοιπόν από έναν άλλο αιώνα (η τέχνη διασχίζει τους αιώνες απρόσμενα μεν με μια δύναμη όμως καταλυτική) δέχτηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις μας:
Γιατί πιάνο;
-Εάν περιμένετε να ακούσετε μισο-χαριτωμένες ιστορίες του τύπου “α, είχα δει ένα παιδικό όπου τα ζωάκια έπαιζαν πιάνο”, τότε μάλλον θα σας απογοητεύσω!
Η αλήθεια είναι ότι ο πατέρας μου, εκτός από φαρμακοποιός και τέως αντιδήμαρχος πολιτισμού Βέροιας με την τότε -την αυθεντική!- Νέα Δημοκρατία του Κώστα Καραμανλή, είναι και υψηλού επιπέδου ερασιτέχνης πιανίστας. Θα ήταν αδύνατον λοιπόν βλέποντας καθημερινά το πιάνο του σπιτιού σε πλήρη δράση να μην το αγαπήσω.
Υπήρχαν όμως στο σπίτι και πολλοί, επιτρέψτε μου την έκφραση, ελιτίστικα διαλεγμένοι δίσκοι κορυφαίων πιανιστών στις καλύτερές τους στιγμές, πράγμα το οποίο επίσης λειτούργησε ως μία τεράστια κινητήρια δύναμη που με ώθησε προς αυτό το μαγικό πεδίο.
Πόσο νωρίς ξεκίνησε το μουσικό σου ταξίδι;
-Ήμουν νομίζω πέντε χρονών, αν και η αλήθεια είναι ότι η πρώτη επταετία πέρασε ιδιαίτερα χαλαρά- με υπερβολικά πολλά παιχνίδια, μαλώματα, ατυχήματα και όλα τα σχετικά καμώματα ενός ανήσυχου παιδιού το οποίο δεν ήξερε πού να διοχετεύσει αυτήν την τρομακτική ενέργεια που είχε μέσα του!
Και όλα αυτά δηλαδή την ώρα που, ειρωνικά -όπως τόσες και τόσες φορές συμβαίνει στη ζωή του καθενός μας-, η απόλυτη λύση βρισκόταν σταθερά στο σαλόνι και περίμενε υπομονετικά να ενεργοποιηθεί.
Ήταν δύσκολο να συνδυάσεις το σχολείο στην Ελλάδα με την μουσική εκπαίδευση;
-Δυστυχώς ναι. Ξέρετε, είναι πραγματικά αστείο και συνάμα αξεπέραστα τραγικό αυτό το οποίο συμβαίνει με όλους εμάς τους Έλληνες που διεκδικούμε μία θέση στην απάνθρωπα δύσκολη αγορά της κλασικής μουσικής.
Εννοώ ότι συναγωνιζόμαστε συναδέλφους που παρακολούθησαν, για παράδειγμα, την Κεντρική Μουσική Σχολή της Μόσχας και ως εκ τούτου είχαν την πολυτέλεια από την αρχή της πορείας τους να αφιερώνουν στην μελέτη τους όσο χρόνο ήθελαν, τη στιγμή που εμείς είχαμε τη μουσική ως χόμπι.
Συνεπώς για να μην φτάσει κανείς σε σημείο να τρελαθεί, μάλλον θα πρέπει να έχει γεννηθεί με ένα ιδιαίτερο χάρισμα (αναφέρομαι καθαρά στο εγκεφαλικό/τεχνικό/αθλητικό κομμάτι της τέχνης μας), η ύπαρξη του οποίου λειτουργεί ως αντίβαρο απέναντι στην αδιαπραγμάτευτη ανάγκη πολύωρης μελέτης με απώτερο σκοπό όχι μόνο την απόκτηση μίας πολύ στιβαρής τεχνικής αλλά και, ταυτόχρονα, το χτίσιμο ενός πλούσιου ρεπερτορίου.
Πώς ήταν αργότερα η φοίτηση στο Κονσερβατόριο της Μόσχας;
-Σίγουρα όχι βαρετή, με άφθονες περιπέτειες αλλά και συγκλονιστικές μουσικές εμπειρίες. Να υπογραμμίσω ότι είναι πολύ σημαντικό για έναν νεαρό μουσικό να γαλουχηθεί από νωρίς σε ένα περιβάλλον που σφύζει από εξαιρετικούς ομότεχνους της ίδιας ηλικίας διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο ξεφορτώνεται αποτελεσματικότατα το άκρως βλαβερό για την περαιτέρω εξέλιξη περιβόητο σύνδρομο του “πρώτου στο χωριό” [να αναφέρω εδώ, για να μην παρεξηγηθώ από ορισμένους, ότι είμαι υπερήφανος που γεννήθηκα Έλληνας].
Πώς αποφάσισες να πας εκεί;
-Σε πλήρη αντίθεση με ορισμένους τοπικούς οπαδούς της δικτατορίας του προλεταριάτου, εγώ βρέθηκα στη Ρωσία έχοντας ως βάση καθαρά επαγγελματικά κριτήρια. Λίγο πριν ολοκληρώσω, που λέτε, το λύκειο έτυχε να γνωρίσω τον θρυλικό πιανίστα Nikolai Petrov, ο οποίος τελικά και έγινε Δάσκαλος και Μέντοράς μου.
Να τονίσω στο σημείο αυτό ότι από τις πάμπολλες συζητήσεις που έτυχε να κάνω κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στη Μόσχα με διάφορα μέλη της Ορθόδοξης μουσικής αφρόκρεμας (τα ρώσικά μου είναι εντελώς αυθεντικά χωρίς ίχνος “ξένης” προφοράς), δεν συνάντησα ούτε έναν σοβαρό καλλιτέχνη που να μην μισούσε το σοβιετικό καθεστώς, πράγμα που ειλικρινά με κάνει να προβληματίζομαι για το μέγεθος του σανού που έχουν καταπιεί ΑΜΑΣΗΤΟ αμέτρητοι δικοί μας καλλιτέχνες.
Το κανάλι σου στο YouTube είναι γεμάτο από πρωτοκλασάτες εκτελέσεις κάποιων εκ των απαιτητικότερων έργων για πιάνο- συνεπώς να υποθέσει κανείς ότι πραγματοποίησες μεγάλη καριέρα έτσι ώστε να μπορέσεις να επιλέξεις με άνεση τις καλύτερες σου στιγμές;
-Εδώ υπάρχει ένα μεγάλο παράδοξο. Βλέπετε, παρότι έχω παίξει αρκετές συναυλίες στη ζωή μου, “καριέρα” με την αληθινή έννοια του όρου σαφώς και δεν έχω πραγματοποιήσει. Σε αντίθεση δηλαδή με όλους αυτούς τους διάσημους πιανίστες που βλέπουμε στο διαδίκτυο και οι οποίοι όντως είναι σε θέση να επιλέγουν να δημοσιεύσουν την πεντηκοστή, για παράδειγμα, φορά που αντιμετώπισαν κάποιο έργο (αποτελεί κοινή παραδοχή το ότι η πλήρης σταθεροποίηση ενός τέτοιου έργου απαιτεί και έναν συγκεκριμένο αριθμό εμφανίσεων- που και πάλι κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί τίποτε…).
Οι περισσότερες όμως δικές μου ζωντανές ηχογραφήσεις είναι ουσιαστικά η αποτύπωση της πρώτης μου φοράς στη σκηνή με το τάδε ή το δείνα έργο, άσχετα αν κάποιοι θα σπεύσουν να με αμφισβητήσουν…
Την άνοιξη του 2024 πραγματοποίησες με την ΦΟΑ και τον Βύρωνα Φιδετζή την πρεμιέρα του Κοντσέρτου για πιάνο και ορχήστρα του Ferruccio Busoni- ενός έργου που στο μυαλό των πιανιστών φαντάζει άπιαστο. Είναι άραγε τυχαίο το γεγονός ότι δεν είχε παιχτεί ποτέ πριν από εσένα στην Ελλάδα; Και τι είναι πια αυτό που το καθιστά τόσο δύσκολο;
-Ακριβώς ό,τι κάνει και τα υπόλοιπα δύσκολα έργα δύσκολα, απλώς στην περίπτωση αυτή… ανεβαίνει αισθητά η ένταση! Υπάρχουν αμέτρητες τεχνικές προκλήσεις εφ’ όλης της ύλης οι οποίες σε συνδυασμό με την συνολική διάρκεια του κονσέρτου το καθιστούν εξαιρετικά δυσπρόσιτο. Φαντάζομαι λοιπόν ότι όχι, δεν είναι τυχαίο το ότι δεν είχε παιχτεί και θα ήθελα να ευχαριστήσω δημόσια τον κολοσσιαίο μας μαέστρο Βύρωνα Φιδετζή για την απόλυτη εμπιστοσύνη που μου έδειξε, υπογραμμίζοντας μάλιστα πριν πολλά χρόνια ότι αυτό το θηρίο πρέπει να το παίξω ειδικά εγώ.
Τι θα συμβούλευες στους νεαρούς πιανίστες; Είναι ψυχοφθόρο το να μπαίνει κανείς σε διαδικασίες σύγκρισης με άλλους;
-Σίγουρα το οτιδήποτε μετατρέπεται σε εμμονή μπορεί να αποδειχθεί, σε βάθος χρόνου, ψυχοφθόρο. Σε διαφορετική όμως περίπτωση δεν νομίζω ότι υπάρχει κάτι το μεμπτό στο να παρακολουθεί κανείς πώς τα κατάφερε με κάποιο κοινό, ας πούμε, κομμάτι του ρεπερτορίου μας ένας ιδιαίτερα άξιος συνάδελφος ο οποίος και προικισμένος είναι και δίπλα σε σοβαρούς βιρτουόζους έχει μαθητεύσει.
Άλλωστε όλοι μας κουβαλάμε μέσα μας κάποιες σοβαρές -αν και ελαφρώς διαφορετικές;- παραδόσεις μέσω της νοητής μουσικής γραμμής που μας συνδέει με τους δασκάλους μας (και αυτούς με τους δικούς τους δασκάλους και πάει λέγοντας), τις οποίες παραδόσεις μάλιστα κερδίσαμε με αίμα, έχοντας πιει το πικρό ποτήρι της ξενιτιάς, και σίγουρα πάντα κάτι μπορούμε να πάρουμε αλλά και να δώσουμε μέσω αυτής της υγιούς διαδικασίας της σιωπηλής ανταλλαγής απόψεων, ή καλύτερα εμπειριών.
Τώρα εάν πράγματι θα μπορούσα να δώσω μία συμβουλή στους πιο νεαρούς, μάλλον θα έλεγα το εξής:
Δεν υπάρχει τίποτε πιο επικίνδυνο για έναν νεαρό πιανίστα από το να συμφωνεί -είτε για να μην φανεί “δύσκολος” είτε απλά στο όνομα της “ψευδο-ισότητας”- να συνεργαστεί με συναδέλφους με τους οποίους δεν ταιριάζει από πλευράς τεχνογνωσίας ή αφοσίωσης εφόσον από κάτι τέτοιο μόνο δυστυχία και παρεξηγήσεις μπορούν να προκύψουν (υπάρχει μάλιστα η μεταφυσική τάση πάντοτε κάτι περίεργο να συμβαίνει και τελικά να φταίει στο τέλος ο πιο ικανός).
Μάθετε λοιπόν να λέτε “ΟΧΙ”, κανένας δεν πρόκειται να σας κατηγορήσει για έλλειψη αστικής ευγένειας!
*Παναγιώτης Τροχόπουλος
Γεννημένος τον Νοέμβριο του 1982 στη Βέροια, ο Έλληνας βιρτουόζος πιανίστας και μαθητής του θρυλικού Nikolai Petrov αποφοίτησε με διάκριση από το Κονσερβατόριο της Μόσχας το 2006.
Έχει εμφανιστεί σε σημαντικές αίθουσες και διεθνή φεστιβάλ, προσφέροντας υποδειγματικές εκτελέσεις των απαιτητικότερων έργων της πιανιστικής φιλολογίας- όπως για παράδειγμα το Τρίτο Κοντσέρτο του Rachmaninov, το Δεύτερο Κοντσέρτο του Brahms αλλά και την “Γαλάζια Ραψωδία” του Gershwin σε μία ειδική συναυλία που σηματοδότησε την ένταξη της Κροατίας στο NATO.
Οι δίσκοι του για την εταιρεία “Cameo Classics” έχουν λάβει διθυραμβικές κριτικές από τα διασημότερα περιοδικά κλασικής μουσικής.
Ο Τροχόπουλος παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής της Μόσχας ως ένα από τα “Ανερχόμενα Αστέρια της Ρωσικής Πιανιστικής Σχολής”, όπου επίσης πραγματοποίησε την Ρωσική πρεμιέρα του απλησίαστα δύσκολου “Κοντσέρτου για Σόλο Πιάνο” του ALKAN.
Στις 30 Μαΐου του 2024 ερμήνευσε με ιδιαίτερη επιτυχία στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών μαζί με την ορχήστρα Φιλαρμόνια υπό τη διεύθυνση του Βύρωνα Φιδετζή το επικό Κοντσέρτο του Ferruccio Busoni- κάτι που έχουν καταφέρει ελάχιστοι πιανίστες σε όλο τον κόσμο.
Μπορείτε να επισκεφτείτε το κανάλι του πιανίστα στο YOUTUBE με σκοπό να διαπιστώσετε την ασυνήθιστα αβίαστη δεξιοτεχνία του…
youtube.com/pan141182
trochopoulos.gr





