Μια νέα ερευνητική έκθεση άφησε να εννοηθεί ότι ένας «ξένος παράγοντας» μπορεί τελικά να είναι υπεύθυνος για τα συμπτώματα του «Συνδρόμου της Αβάνας» που ταλαιπωρούν εκατοντάδες βετεράνους του στρατού των ΗΠΑ.
Αν και η πλειοψηφία της αμερικανικής κοινότητας πληροφοριών έχει πει ότι είναι «πολύ απίθανο» κάποιο αντίπαλο κράτος να συνδέεται με τη μυστηριώδη ασθένεια, μια νέα έκθεση που δημοσιεύθηκε την Παρασκευή αποκάλυψε ότι δύο στις επτά υπηρεσίες της κοινότητας αποκλίνουν από αυτή τη συναίνεση για πρώτη φορά.
Το έγγραφο που δόθηκε στη δημοσιότητα από το Εθνικό Συμβούλιο Πληροφοριών των ΗΠΑ την Παρασκευή, αναφέρει ότι δύο υπηρεσίες, οι οποίες δεν κατονομάζονται, πιστεύουν τώρα ότι υπάρχουν 50/50 πιθανότητες ξένοι παράγοντες να έχουν αναπτύξει τεχνολογία στον τομέα των ραδιοσυχνοτήτων που να σχετίζεται με το «Σύνδρομο της Αβάνας».
Πηγές είπαν στο The Atlantic ότι μια υπηρεσία της κοινότητας πληροφοριών, η οποία άλλαξε την άποψη της, είναι η Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας, προσθέτοντας ότι η αναθεωρημένη αξιολόγησή της βασίστηκε σε «αναχαιτισμένες επικοινωνίες» που συνδέονται με «ξένο παράγοντα».
Πρόκειται για μια σημαντική εξέλιξη για τους ανθρώπους που πάσχουν από το «Σύνδρομο της Αβάνας», οι οποίοι αισθάνονται απόρριψη και υφίστανται ψυχολογική χειραγώγηση από την αμερικανική κυβέρνηση για χρόνια. Πολλοί πιστεύουν ότι τα εξουθενωτικά συμπτώματά τους έχουν προκληθεί από μυστικά ενεργειακά όπλα.
Η έκθεση της Κοινότητας Πληροφοριών (IC) αναφέρει ότι συνολικά, «συνεχίζει να αξιολογεί πως είναι “πολύ απίθανο” ένας ξένος εχθρικός παράγοντας να είναι υπεύθυνος για τα γεγονότα που αναφέρονται ως πιθανά ανώμαλα περιστατικά υγείας (AHIs)» -ο επίσημος όρος για το «Σύνδρομο της Αβάνας».
Πέντε ομάδες εντός της IC είπαν ότι δεν πιστεύουν πως ένας ξένος παράγοντας «χρησιμοποίησε κάποιο νέο όπλο ή και μια πρωτότυπη συσκευή προκειμένου να βλάψει ένα υποσύνολο του προσωπικού του USG ή εξαρτώμενων ατόμων με αυτό που ανέφεραν ιατρικά συμπτώματα ή φαινόμενα AHI».
Ωστόσο, μια ομάδα της κοινότητας πληροφοριών είπε ότι υπάρχει «κάποια πιθανότητα» να έχει γίνει κάτι τέτοιο.
Μια άλλη ομάδα πιστεύει ότι ένα τέτοιο όπλο μπορεί να έχει αναπτυχθεί αλλά ότι τα μέλη της δεν πιστεύουν ότι συνδέεται με τα περιστατικά AHI.
«Και οι δύο αυτές υπηρεσίες της IC έχουν χαμηλή εμπιστοσύνη στο να συμφωνήσουν ότι πράγματι κάτι συμβαίνει», αναφέρει η έκθεση. «Αυτές οι αλλαγές (στις απόψεις τους) βασίζονται σε αναφορές που αξιολογούνται προκειμένου να υποδειχθεί ότι ξένοι παράγοντες σημειώνουν κάποια πρόοδο στην επιστημονική έρευνα και την ανάπτυξη όπλων».
Το «Σύνδρομο της Αβάνας» είναι μια αμφισβητούμενη ιατρική κατάσταση, την οποία αντιμετώπισε μια σχετικά μεγάλη ομάδα κυβερνητικών αξιωματούχων των ΗΠΑ και του Καναδά που είχαν τις έδρες τους σε περίπου δώδεκα τοποθεσίες στο εξωτερικό και η οποία ξεκίνησε μεταξύ των εργαζομένων στην Αβάνα της Κούβας το 2016. Τα συμπτώματα της κατάστασης περιλαμβάνουν ζάλη, γνωστικά προβλήματα, αϋπνία και πονοκεφάλους. Μία από τις θεωρίες είναι ότι προκαλείται από παλμική ηλεκτρομαγνητική ενέργεια και υπερήχους που προέρχονται από ηχητικά όπλα.
Τουλάχιστον 200 τέτοιες υποθέσεις βρίσκονται τώρα υπό διερεύνηση.
Η νέα εξέλιξη έρχεται αφότου μία πληροφοριοδότης της CIA είπε ότι οι Αμερικανοί θα έπρεπε να «τρομοκρατούνται» με την κυβερνητική επίθεση σε πρώην υπαλλήλους των μυστικών υπηρεσιών που πιστεύουν ότι έχουν χτυπηθεί από το συγκεκριμένο σύνδρομο. Η συνταξιούχος -λόγω υγείας- αξιωματικός της CIA μίλησε με την ερευνήτρια δημοσιογράφο Catherine Herridge για την εμπειρία της με την μυστήρια εξουθενωτική διαταραχή και για το πώς την αντιμετώπισαν οι κυβερνητικές αρχές έκτοτε.
Μιλώντας με το ψευδώνυμο Alice, η πρώην υπάλληλος της CIA είπε ότι πέρασε δύο δεκαετίες στην κυβέρνηση. Η ίδια ανέφερε ότι τα τραύματά της είναι τόσο εξουθενωτικά που βασίζεται σε έναν βοηθητικό σκύλο. Μάλιστα, η Alice χρειάστηκε πολλά διαλείμματα κατά τη διάρκεια της συνέντευξης και φορούσε γυαλιά με σκούρο χρώμα για να προστατεύσει τα μάτια της από τον φωτισμό του στούντιο.
«Υπηρέτησα στην Αφρική και αντιμετώπισα ένα “ανώμαλο περιστατικό υγείας” στο σπίτι μου ένα βράδυ Σαββάτου», είπε η Alice στην Herridge. «Άκουσα έναν περίεργο θόρυβο. Ήταν ένας πραγματικά περίεργος ήχος που δεν θα τον ξεχάσω ποτέ, ποτέ… και μετά από περίπου ένα ή δύο δευτερόλεπτα, τον ένιωσα στα πόδια μου, σαν την αντήχηση ενός ηχείου».
Η Alice είπε ότι πήγε στην κύρια κρεβατοκάμαρα για να ρωτήσει τον σύντροφό της αν μπορούσε να ακούσει κι εκείνος τον ενοχλητικό θόρυβο. «Τον ρώτησα, “Ε, ακούς αυτόν τον περίεργο θόρυβο;. Και το πρώτο σημάδι ότι κάτι δεν πήγαινε καλά ήταν όταν είπε, “τι θόρυβο;».
Η Alice κατόπιν επέστρεψε εκεί που άκουσε τον θόρυβο. «Αμέσως, μόλις μπήκα ξανά στο χώρο, άκουσα ξανά το ίδιο πράγμα», είπε. «Άρχισε να πονάει το αυτί μου. Ξεκίνησα να νιώθω ίλιγγο. Το δωμάτιο στριφογύριζε, το κεφάλι μου άρχισε να πάλλεται. Πονούσα τόσο πολύ και είχα έναν τόνο πόνου στο αριστερό μου αυτί και τα αυτιά μου άρχισαν να κουδουνίζουν και νόμιζα ότι θα λιποθυμούσα».
Η Alice είπε ότι πιστεύει πως πολλά διαφορετικά, μυστικά όπλα θα μπορούσαν να κρύβονται πίσω από τα περίεργα συμπτώματα που βιώνει η ίδια και πολλοί άλλοι από τους συναδέλφους της, προσθέτοντας ότι πιστεύει ότι φταίει η Μόσχα.
«Νομίζω ότι υπάρχουν όπλα που μπορούν να χωρέσουν σε σακίδια, όπλα που μπορούν να χωρέσουν στο πορτμπαγκάζ των αυτοκινήτων, που μπορούν να τοποθετηθούν σε μια θέση με οπτική επαφή με ανθρώπους από απέναντι», είπε. «Πιστεύω ότι η ρωσική GRU (Ρωσική στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών) ήρθε στο σπίτι μου αργά το βράδυ και με έβγαλε από το πεδίο της μάχης», πρόσθεσε.
Ερωτηθείσα εάν ο παλιός της εαυτός «πέθανε» την ημέρα που βίωσε ένα περιστατικό AHI, η Alice απάντησε: «Κατά κάποιον τρόπο. Πληρωνόμουν για το μυαλό μου. Πληρωνόμουν για την ικανότητά μου να γράφω καλά και να γράφω εκ μέρους του προέδρου. Πληρωνόμουν για να συναντώ αλλοδαπούς και να παίρνω πληροφορίες που θα βοηθούσαν στην προώθηση των στόχων ασφαλείας των ΗΠΑ… Και δεν μπορώ να το κάνω αυτό πια όπως παλιά και είναι, πραγματικά, αυτό είναι ένα από τα πιο δύσκολα κομμάτια της ζωής μου».
Όμως, η Alice είπε ότι η CIA την χειραγώγησε ψυχολογικά, τόσο την ίδια όσο και άλλους επιζώντες των περιστατικών AHI, κάνοντας τους «να αμφισβητούν ακόμα και τα δικά τους τραύματα».
«Δώσαμε αυτό τον όρκο και κάθε μέρα τους παρακολουθώ να συνεχίζουν πραγματικά να αρνούνται αυτό που βιώσαμε και τα τραύματά μας», είπε στην Herridge. «Άνθρωποι που έβαλαν τους εαυτούς τους και τις οικογένειές τους στην πρώτη γραμμή, σε επικίνδυνα μέρη και καταστάσεις για να προστατεύσουν αυτή τη χώρα».
Μιλώντας για τις υπηρεσίες πληροφοριών, η ίδια πρόσθεσε: «Αν το πολιτικοποιούν αυτό, τι άλλο δεν λένε στον πρόεδρο. Είναι συγκάλυψη και είναι τρομακτικό και θα πρέπει να είναι τρομακτικό για όλους τους Αμερικανούς».
Από το 2016 έχουν γίνει αρκετές έρευνες για το «Σύνδρομο της Αβάνας» από κυβερνητικούς και μη κυβερνητικούς φορείς, αλλά κανένας δεν έχει καταφέρει να προσδιορίσει την αιτία. Σε διάφορες εκθέσεις έχει αναφερθεί ότι ενέργειες ξένων παραγόντων είναι απίθανο να είναι η αιτία των περιστατικών AHI και έχουν θεωρήσει ότι είναι πιθανό να υπάρχουν κάποια ενεργειακά όπλα αλλά και ψυχολογικές αιτίες, όπως το άγχος.
Μια επιστολή του Μαρτίου 2024 που έλαβε η Herridge από τον πρώην επικεφαλής της ομάδας Cross-Functional AHI του Υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ, ταξίαρχο Shannon O’Harren, ανέφερε ότι πιστεύουν τα θύματα του «Συνδρόμου της Αβάνας»: «Πιστεύουμε ότι οι εμπειρίες σας είναι πραγματικές και δεσμευόμαστε αταλάντευτα να συνεχίσουμε να παρέχουμε ποιοτική περίθαλψη για εσάς και όσους πληρούν τις προϋποθέσεις», αναφέρεται στην επιστολή.
«Το Υπουργείο Άμυνας πιστεύει και στην πραγματικότητα έχει σταθεί δίπλα μας, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στην αμερικανική», είπε η Alice στην Herridge. Αλλά η ίδια είχε πιο αυστηρά λόγια για τη CIA.
Όταν ρωτήθηκε γιατί μίλησε τώρα, η Alice είπε: «Επειδή η CIA προδίδει και όχι απλώς προδίδει, αλλά κάνει τη ζωή τη δική μη και των φίλων μου μια ζωντανή κόλαση. Θέλω να σταματήσουν να πληγώνουν τους φίλους μου. Θέλω να δίνουν όσα πρέπει για την ιατρική περίθαλψη και για τις πληρωμές του Havana Act και να μας φροντίζουν μακροπρόθεσμα. Θέλω να σταματήσουν να αρνούνται αυτό που μας συμβαίνει και έτσι να υπάρχουν ευκαιρίες να συλλέξουμε τις πληροφορίες που χρειαζόμαστε, ώστε να μπορέσουμε να αποτρέψουμε αυτό να συμβεί σε περισσότερους ανθρώπους».








