kourdistoportocali.comNews DeskH Ιστορία Ενός Έρωτα

Τα λουλούδια ήταν παντοτινά

H Ιστορία Ενός Έρωτα

O Aλέξανδρος Moδιάνο γράφει για τον ανεκπλήρωτο έρωτα του Vladimir Mayakovsky για την Tatiana Yakovleva

O Aλέξανδρος Μοδιάνο θα γράψει, στον λογαριασμό του στο facebook, με μοναδικό τρόπο για έναν ανεκπλήρωτο έρωτα. Εκείνον του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι για τη Τατιάνα Γιακόβλεβα.

Διαβάστε το κείμενο που ακολουθεί και ονειρευτείτε>

(Επετειακό)

Στις 19 Ιουλίου (7 Ιουλίου με το τότε ημερολόγιο) του 1893 γεννήθηκε ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, μετέπειτα σοβιετικός φουτουριστής ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, εικαστικός και ηθοποιός. (εικ.1) Γεννήθηκε στον Καύκασο.

Από Κοζάκο πατέρα, Ουκρανή μητέρα, με μητρική γλώσσα τα γεωργιανά, έγραψε στα Ρωσικά και ερωτεύτηκε παντού αλλά κυρίως στο Παρίσι.

To 1928 στο Παρίσι η Έλσα Τριολέ (Έλλα Γιούριεγβνα Καγκάν), αργότερα σύζυγος του Λουί Αραγκόν, και αδελφή της Λίλια Μπρικ, άλλου μεγάλου lifelong πάθους (ménage à trois) του Μαγιακόφσκι, τον σύστησε στην 22χρονη Τατιάνα Γιακόβλεβα. (εικ.2)

Η Τατιάνα, 13 χρόνια νεώτερή του βρισκόταν ήδη από τα 18 της στο Παρίσι. Επίσημη δικαιολογία για την αναχώρησή της από την Σοβιετική Ένωση ήταν η ανάγκη θεραπείας λόγω φυματίωσης. Την αναχώρηση κανόνισε ο Αντρέ Σιτροέν, φίλος του θείου της Αλεξάντρ Γιάκοβλεφ, ζωγράφου και σχεδιαστή αυτοκινήτων του Σιτροέν. Στα 19 της ήταν ήδη αυτό που αργότερα ονομάστηκε top model.

Διάσημη και περιζήτητη στους κοσμικούς κύκλους, μοντέλο της Σανέλ, η στενότερη φίλη της Μαρλέν Ντήτριχ, μούσα του Κριστιάν Ντιόρ και πολλά ακόμη. Σήμερα όμως η επέτειος είναι του Μαγιακόφσκι.

Λογικά δεν υπήρχε τίποτε που να ενώνει τον Μαγιακόφσκι με την Γιακόβλεβα πέρα από την ρωσική γλώσσα. Εκείνη Λευκή, λεπτεπίλεπτη εμιγκρέ, αναθρεμένη με τους κλασικούς και εκείνος Ερυθρός, αψύς, μοντέρνος αβανγκάρντ με στίχους σκληρούς και ακανόνιστους, πότε τσεκουριές και πότε χτυπήματα παγοθραυστικής σκαπάνης της Σοβιετικής γης. Γενικά, δεν μπορούσε να αποδεχτεί ούτε τα λόγια που της έλεγε στη σύντομη πολιορκία του. Οργισμένος, παρορμητικός, πάντα κόντρα όχι μόνο στο ρεύμα μα σε όλα, άνθρωπος που ζούσε σαν να μην υπάρχει αύριο, ο Μαγιακόφσκι τρόμαζε την Τατιάνα με το ασυγκράτητο πάθος του. Δεν την γοήτευε η δόξα και η φήμη του. Η καρδιά της παρέμεινε αδιάφορη απέναντί του. Ο Μαγιακόφσκι γύρισε μόνος του στην Μόσχα, καθώς εκείνη απέρριψε πρόταση γάμου και αρνήθηκε να τον ακολουθήσει.

Πίσω στη Μόσχα έγραψε ποιήματα για αυτήν και σε αυτήν.
«Φανταστείτε/ Μια ομορφονιά στη σάλα/να μπαίνει/ με γούνες/ και χάντρες στολισμένη. Εγώ/ πήρα είδηση την ομορφονιά/κι είπα/-άραγε μίλησα σωστά/ ή μήπως λάθεψα:-/-Συντρόφισσα,/ έρχομαι απ’ τη Ρωσία,/ στη χώρα μου σ’ όλους είμαι γνωστός….».
(Γράμμα στον σύντροφο Κοστρόφ από το Παρίσι για την ουσία του έρωτα, σε μετάφραση Στ. Αργυροπούλου).

Από αυτόν τον έρωτα που δεν είχε ανταπόκριση στον Μαγιακόφσκι έμεινε η πίκρα και το αίσθημα του ανεκπλήρωτου. Στους υπόλοιπους έμειναν τα ποιήματα και ανάμεσα σε αυτά το «Επιστολή στην Τατιάνα Γιακόβλεβα» ( στο τέλος αυτής της ανάρτησης).

Στην Τατιάνα Γιακόβλεβα όμως έμειναν τα λουλούδια.

Ο Μαγιακόφσκι κατέθεσε όλα τα έσοδα που είχε από τις εμφανίσεις του στο Παρίσι σε μια τράπεζα, στο λογαριασμό ενός ανθοπωλείου με την εντολή, κάθε βδομάδα να παραδίδουν στη Τατιάνα ανθοδέσμες από ασυνήθιστα λουλούδια, ορτανσίες, μαύρες τουλίπες, ορχιδέες και χρυσάνθεμα. Το ανθοπωλείο με ευλάβεια ακολούθησε τις εντολές του Μαγιακόφσκι και κάθε φορά έστελνε πανέμορφα μπουκέτα λουλουδιών. Ο άνθρωπος που τα παρέδιδε, κάθε φορά μπροστά στην πόρτα, παραδίδοντας τα λουλούδια έλεγε «Από τον Μαγιακόφσκι».

Τον Απρίλιο του 1930 ο Μαγιακόφσκι αυτοκτόνησε. Η Λίλια Μπρικ, ικανά δικτυωμένη στο καθεστώς φρόντισε να μην πάρει βίζα εξόδου ο Μαγιακόφσκι και να μην μπορεί να ξαναδεί την Τατιάνα. Εκείνος απειλούσε πως αν δεν την ξαναδεί θα σκοτωθεί, Το’πε και το΄κανε.

Η είδηση συγκλόνισε την Τατιάνα παρ’ όλο που είχε πια συνηθίσει τις απρόσμενες εισβολές στη ζωή της, ήξερε πως παρόλο που ήταν μακριά της, έστελνε λουλούδια. Δεν έβλεπαν ο ένας τον άλλο, μα και μόνο το ότι γνώριζε πως κάπου υπάρχει ένας άνθρωπος που την αγαπάει τόσο πολύ, ήταν καθοριστικός παράγοντας στη ζωή της. Δεν ήξερε πια πως θα ζήσει, χωρίς αυτόν τον γεμάτο τρέλα έρωτα, ενσαρκωμένο στα λουλούδια. Όμως η εντολή που είχε λάβει το ανθοπωλείο, δεν ανέφερε τίποτα σχετικά με το τι θα πρέπει να κάνει στην περίπτωση θανάτου του ποιητή. Έτσι, την επομένη του αγγέλματος του θανάτου του, η πόρτα χτύπησε κι ακούστηκε πάλι η φράση «Από τον Μαγιακόφσκι».

Τα λουλούδια συνέχισαν να έρχονται κατά τη δεκαετία του ’30 όταν πια εκείνος είχε πεθάνει, αλλά και το 1940 όταν πια τον είχαν λησμονήσει στη Ρωσία. Στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, η Τατιάνα επιβίωσε πουλώντας στο δρόμο τα λουλούδια που συνέχισαν να έρχονται. Ο έρωτας περνάει και από το στομάχι όπως λένε κυνικά. Χάρη στα «σ’ αγαπώ» των λουλουδιών, σώθηκε από την πείνα. Ήρθε η απελευθέρωση. Οι ανθοδέσμες συνέχιζαν να έρχονται. Έβλεπε τους ανθρώπους που έφερναν τα λουλούδια να γερνούν και να συνταξιοδοτούνται. Οι νεότεροι που αναλάμβαναν αυτή την αποστολή, ήξεραν πια πως βλέπουν ένα ζωντανό θρύλο και πάντα χαμογελώντας συνωμοτικά έλεγαν με σοβαρότητα «Από τον Μαγιακόφσκι». Η Τατιάνα επέζησε 60 χρόνια μετά τον θάνατο του ποιητή. Παντρεύτηκε τον υποκόμη ντυ Πλεσίς, απέκτησε μια κόρη, χήρεψε, ξαναπαντρεύτηκε, αλλά ο Μαγιακόφσκι ήταν πάντοτε παρών στη ζωή της με τα λουλούδια του.

Η καλτ αυτή ιστορία κυκλοφορούσε σε διάφορους κύκλους της ρωσικής διασποράς, αλλά και της σοβιετικής διανόησης επί δεκαετίες. Έτσι όταν ο μηχανικός και ποιητής Αρκάντι Ρίβλιν βρέθηκε στο Παρίσι, θέλησε να επιβεβαιώσει την ιστορία που είχε ακούσει από την μητέρα του. Η ηλικιωμένη πια Τατιάνα Γιακόβλεβα δέχτηκε με χαρά τον συμπατριώτη της ένα απόγευμα. Συζητούσαν για ώρα πολλή πίνοντας τσάι.

Το μικρό σπίτι της ήταν γεμάτο λουλούδια. Ο νεαρός μηχανικός δεν ένιωθε άνετα να ρωτήσει τη Τατιάνα αν ισχύουν όλα όσα λέγονται σχετικά με τον έρωτα της νιότης της, μα στο τέλος δεν άντεξε και την ρώτησε αν είναι αλήθεια πως τα λουλούδια του Μαγιακόφσκι της έσωσαν τη ζωή κατά τη διάρκεια του πολέμου. Μήπως ήταν ένας ακόμη αστικός μύθος; Πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό τόσα χρόνια;

Η Τατιάνα του απάντησε: Πιείτε το τσάι σας, με την ησυχία σας. Δεν πιστεύω να βιάζεστε;
Λίγο αργότερα χτύπησε το κουδούνι. Η Τατιάνα άνοιξε την πόρτα κι αντίκρισε μία μεγάλη ανθοδέσμη ιαπωνικών χρυσανθέμων.

Ένας νεαρός είπε με σοβαρή φωνή: «Από τον Μαγιακόφσκι».
———————————–
Επιστολή στην Τατιάνα Γιακοβλεβα
Φιλώντας τα χέρια,
ή μήπως τα χείλη,
στο τρέμουλο του κορμιού
εκείνων που κοντά μου είναι
το κόκκινο
χρώμα
των δημοκρατιών μου
πρέπει
επίσης
να πυρπολήσω.
Δεν αγαπώ
του Παρισιού τον έρωτα:
το κάθε θηλυκό
με μεταξωτά στολίστε,
θα τεντωθώ, θα λαγοκοιμηθώ,
λέγοντας –
στάσου –
στα σκυλιά
του εξαγριωμένου πόθου.
Μόνο εσύ
έχεις το ίδιο μ’ εμένα
ύψος
στάσου δίπλα μου,
σαν δύο φρύδια ταιριαστά,
κι άσε με
τούτη τη σημαντική βραδιά
να σου μιλήσω
ανθρώπινα.
Πέντε η ώρα
κι από τότε
κόπασε
των ανθρώπων
ο αδιαπέραστος θόρυβος,
νέκρωσε
η πυκνοκατοικημένη πόλη
ακούω μόνο
τον καυγά με τα σφυρίγματα
από τα τραίνα της Βαρκελώνης.
Στον μαύρο ουρανό
ξεσπούν αστραπές,
της βροντής
οι βρισιές
στον ουράνιο δράμα,-
δεν είναι η θύελλα
μα απλά
η ζήλια κινεί τα βουνά.
Τα λόγια τα κενά
μην τα πιστεύεις,
μην τρομάζεις
από τούτο το τράνταγμα,
θα χαλιναγωγήσω,
θα δαμάσω,
τα αισθήματα
των απογόνων των αριστοκρατών.
Του πάθους η ιλαρά,
με ψώρα θα περάσει,
μα με χαρά
ανήκουστη,
για πολύ
απλά για πολύ
με στίχους θα μιλάω.
Η ζήλια,
οι γυναίκες,
τα δάκρυα..
ας πάνε στα κομμάτια! –
φουσκώνουν οι αιώνες,
την εποχή του ξωτικού.
Δεν είμαι μόνος μου,
μα εγώ
ζηλεύω
τη Σοβιετική Ρωσία.
Είδα
μπαλώματα στους ώμους,
το φθισικό τους
γλείφει αναστενάζοντας.
Και λοιπόν,
δεν φταίμε εμείς –
που εκατό εκατομμύρια
ζούσαν άσχημα.
Εμείς
τώρα
είμαστε τρυφεροί μ’ αυτούς-
με τον αθλητισμό
πολλούς δεν σώζεις,
εσείς μας
χρειάζεστε στην Μόσχα,
δεν έχει πολλές μακροπόδαρες.
Δεν ήσουν εσύ αυτή,
στα χιόνια
και στον τύφο
που ‘ρθες
με τούτα τα πόδια,
εδώ
στα χάδια
να τα δείχνεις
στα δείπνα
με τους πετρελαιάδες.
Μην νομίσεις
πως μισοκλείνοντας τα μάτια απλά
κάτω από τα ευθυγραμμισμένα τόξα.
Έλα εδώ,
τράβα στο σταυροδρόμι
των μεγάλων αδέξιων χεριών μου.
Δεν θέλεις;
Μείνει και ξεχειμώνιασε
κι αυτή
την προσβολή
θα την προσθέσουμε
στον γενικό λογαριασμό.
Έτσι κι αλλιώς
κάποτε
θα σε πάρω
να φύγουμε
είτε μόνη
είτε μαζί
με το Παρίσι.
(Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης)

 

SHARE

Περισσότερα

MORE NEWS DESK