Η εξαιρετικά δύσκολη φετινή χρονιά για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα διεθνώς έχει αντιστρέψει εντελώς την περσινή μαγική εικόνα ενός έτους στο οποίο οι τραπεζίτες στη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο έλαβαν υπέρογκα μπόνους, τα υψηλότερα από το 2006. Ήδη, αναλυτές εκτιμούν ότι τα φετινά μπόνους θα είναι 30% έως 50% χαμηλότερα, ενώ ορισμένοι ίσως και να μη λάβουν καθόλου. Μάλιστα, πολλοί τονίζουν, ότι αρκετοί θα δουν τις συνολικές τους αποδοχές να μειώνονται το επόμενο έτος, ενώ πολλοί θα χάσουν ακόμα και τη θέση τους…
Φέτος, ο ρυθμός των συγχωνεύσεων και των εξαγορών, αλλά και των IPOs επιβραδύνθηκε δραματικά καθώς οι αγορές χρηματοδότησης χρέους κατέρρευσαν και η αστάθεια των χρηματιστηρίων έπληξε τις αποτιμήσεις. Οι προοπτικές για ύφεση στις ΗΠΑ αυξήθηκαν επίσης καθώς προχωρούσε το έτος με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα να αυξάνει επιθετικά τα επιτόκια για να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό, μειώνοντας την οικονομική δραστηριότητα.
Σύμφωνα με στοιχεία που έδωσε στο Reuters η Sheffield Haworth, μια εταιρεία πρόσληψης κορυφαίων στελεχών, τα ανώτερα στελέχη της Goldman Sachs στις ΗΠΑ αναμένεται να δουν ένα μπόνους μειωμένο κατά 40% έως 45% για το 2022. Στην Morgan Stanley, η μέση αμοιβή για τους ανώτερους τραπεζίτες προβλέπεται να μειωθεί κατά 35% έως 40%.
«Το “Flat” είναι για άλλη μια φορά το νέο “up” φέτος, με τους περισσότερους ανθρώπους απλώς να ελπίζουν ότι δεν θα δουν σημαντική περικοπή στις αποζημιώσεις τους, δεδομένου του τρόπου με τον οποίο τα έσοδα για τον κλάδο συνολικά έχουν μειωθεί», δήλωσε ο Stephane Rambosson, συνιδρυτής της Vici Advisory, η οποία ειδικεύεται στην πρόσληψη ανώτερων επενδυτικών τραπεζιτών.
Σύμφωνα επίσης με την Sheffield Haworth, στην JPMorgan Chase & Co, η μέση συνολική αποζημίωση για τους διευθυντές των ΗΠΑ προβλέπεται να μειωθεί κατά 35% έως 40%, και οι πληρωμές για τους ανώτερους τραπεζίτες στη Citigroup Inc και την Bank of America Corp θα συρρικνωθούν κατά περίπου 35% και 30%, αντίστοιχα. Οι διευθύνοντες σύμβουλοι στις τράπεζες της Wall Street συνήθως κερδίζουν μισθούς από 350.000 έως 600.000 δολάρια ετησίως, με μπόνους ένα ή δύο φορές το βασικό τους μισθό, σύμφωνα με τη Wall Street Prep. Για τους κορυφαίους στις επιδόσεις, η αποζημίωση κινήτρων μπορεί να φτάσει τα εκατομμύρια δολάρια.
Την ίδια στιγμή, στην Ευρώπη, οι δύσκολες προοπτικές της οικονομίας και το διαρκώς ενισχυμένο κλίμα αβεβαιότητας, ωθεί την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να ασκεί πιέσεις σε ορισμένες τράπεζες να διατηρήσουν υπό έλεγχο τα μπόνους του 2022. Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το Bloomberg, ο επικεφαλής του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού, Andrea Enria, κάλεσε πρόσφατα μεμονωμένους τραπεζίτες να είναι φειδωλοί στα μπόνους και τα μερίσματα, καθώς ανησυχεί ότι η ενεργειακή κρίση θα μπορούσε να οδηγήσει σε κύμα χρεοκοπιών.
Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι οι πιέσεις έχουν ενταθεί, καθώς η ΕΚΤ βλέπει τώρα ως πιθανό σενάριο, μια πιο έντονη επιβράδυνση στην Ευρώπη.
Η ΕΚΤ πιστεύει ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μπορεί να υποτιμούν τους κινδύνους. «Υπάρχει κάποια απροθυμία από την πλευρά των τραπεζών να συμμετάσχουν σοβαρά σε εποπτικές συζητήσεις», δήλωσε πρόσφατα ο Andrea Enria, προσθέτοντας ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει «ένα επίμονο και ολοκληρωμένο μακροοικονομικό σοκ», το οποίο απαιτεί από τις εποπτικές αρχές «να είναι εξαιρετικά προσεκτικές».
Η πίεση της ΕΚΤ δημιουργεί ένα δίλημμα σε πολλές τράπεζες, οι οποίες βλέπουν τα κέρδη τους να ενισχύονται. Αυτό συνήθως οδηγεί σε προσδοκίες μεταξύ των τραπεζιτών ότι θα λάβουν υψηλότερα μπόνους. Πολλοί δανειστές έχουν επίσης υποσχεθεί ότι θα πραγματοποιήσουν σημαντικές πληρωμές στους επενδυτές τα επόμενα χρόνια. Επομένως, μια πιο συντηρητική πολιτική μπορεί να προκαλέσει την αντίδραση των μετόχων.
Ωστόσο, όπως υπογραμμίζει το Bloomberg, η επιλογή μιας αυστηρής προσέγγισης για τις προβλέψεις και ο εξαναγκασμός των τραπεζών να μειώσουν τις πληρωμές μπορεί επίσης να δημιουργήσει προβλήματα για την ΕΚΤ. Ο Enria είπε ότι οι προειδοποιήσεις κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών της πανδημίας της Covid ότι οι χρεοκοπίες μπορεί να αυξηθούν δραματικά αποδείχθηκαν πολύ απαισιόδοξες, τροφοδοτώντας τη στάση των τραπεζών «να απορρίψουν τις εκκλήσεις των εποπτών τους για σύνεση ως αδικαιολόγητο συντηρητισμό».
Η εποπτική αρχή εφάρμοσε επίσης de facto απαγόρευση μερισμάτων και επαναγορών μετοχών που αποδείχθηκε επιζήμια για τις αποτιμήσεις των τραπεζών και έγινε στόχος δημόσιας κριτικής από αρκετούς τραπεζίτες υψηλού προφίλ της ζώνης του ευρώ.
Η ΕΚΤ κατάργησε τους περιορισμούς που σχετίζονται με την πανδημία στα μερίσματα και τα μπόνους το 2021 και αντ’ αυτού τους αντικατέστησε με έκκληση προς τις τράπεζες να υιοθετήσουν «μια συνετή και στραμμένη προς το μέλλον προσέγγιση» όταν αποφασίζουν για μπόνους.





