Οι επενδυτές εξετάζουν ενδελεχώς την πρώτη παρτίδα των ανακοινώσεων των κερδών των τραπεζών για το δεύτερο τρίμηνο προκειμένου να βγάλουν συμπεράσματα σχετικά με τις πιθανότητες ύφεσης, την κατάσταση των καταναλωτικών δαπανών και τις προοπτικές των αγορών. Οι αναφορές από τις μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες κατά την έναρξη της «σεζόν των κερδών», όπως την αποκαλεί η Wall Street, έστειλαν ανάμεικτα μηνύματα.
Από τους Stephen Gandel και Isabella Simonetti/New York Times
Τα κέρδη του δεύτερου τριμήνου σε όλες τις αμερικανικές τράπεζες μειώθηκαν σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Οι δύο τελευταίες που άνοιξαν τα βιβλία τους ήταν η Bank of America, όπου τα τριμηνιαία κέρδη της μειώθηκαν κατά ένα τρίτο και η Goldman Sachs, όπου τα κέρδη μειώθηκαν κατά το ήμισυ.
Αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις, η μείωση των κερδών δεν ήταν τόσο σοβαρή όσο περίμεναν οι αναλυτές. Οι καταναλωτές στις ΗΠΑ συνέχισαν να ξοδεύουν και να δανείζονται. Οι αγορές είναι ασταθείς, αλλά υπάρχουν τα χρήματα πρoκειμένου να γίνουν οι συναλλαγές. Και οι επικεφαλής των τραπεζών έδειξαν επιφυλακτικότητα, αλλά κανείς τους δεν πιστεύει ότι βρίσκεται σε εξέλιξη ύφεση.
«Είναι μια αγορά με προκλήσεις, αλλά νομίζω ότι είναι σημαντικό να πούμε ότι η κατάσταση δεν είναι τόσο περίπλοκη όσο το 2008», είπε στους αναλυτές ο James Gorman, διευθύνων σύμβουλος της Morgan Stanley.
Οι περισσότεροι από τους επικεφαλής τραπεζών δήλωσαν ότι αναμένουν ότι η αμερικανική οικονομία θα επιβραδυνθεί, αλλά ότι δεν θα διολισθήσει σε πλήρη συρρίκνωση. «Τίποτα στα δεδομένα που βλέπω δεν δείχνει ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται στο κατώφλι της ύφεσης», δήλωσε η Jane Fraser, διευθύνουσα σύμβουλος της Citigroup, σε τηλεδιάσκεψη. «Αν και θα μπορούσε πράγματι να συμβεί μια ύφεση, είναι πολύ απίθανο να είναι τόσο σοβαρή όσο άλλες που έχουμε δει».
Στελέχη της JPMorgan Chase δήλωσαν επίσης ότι δεν υπάρχουν ακόμη σαφή σημάδια ύφεσης. Οι πελάτες λιανικής τραπεζικής εξακολουθούν να ξοδεύουν χρήματα σε προαιρετικές αγορές όπως ταξίδια και εστιατόρια, είπαν. «Έχουμε εξετάσει πολύ προσεκτικά τα πραγματικά μας δεδομένα», είπε ο Jeremy Barnum, οικονομικός διευθυντής της JPMorgan, σε μια κλήση με δημοσιογράφους. «Δεν υπάρχει ουσιαστικά καμία ένδειξη πραγματικής αδυναμίας».
Ο Michael Santomassimo, οικονομικός επικεφαλής της Wells Fargo, δήλωσε ότι η διοίκηση της τράπεζας προετοιμάζεται για μια σειρά από σενάρια, αλλά σημείωσε ότι «τα πράγματα πιθανότατα θα χειροτερέψουν».
Ο δανεισμός αυξήθηκε σχεδόν σε όλες τις τράπεζες, σε θετικό πρόσημο για την αμερρικανική οικονομία. Οι καταναλωτές και οι εταιρείες αύξησαν τον δανεισμό τους από τις μεγαλύτερες τράπεζες κατά μέσο όρο 6% το δεύτερο τρίμηνο σε σύγκριση με την ίδια περίοδο πέρυσι. Τα μεγαλύτερα κέρδη σημειώθηκαν στα εταιρικά δάνεια, τα οποία αυξήθηκαν σχεδόν 20% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, τόσο στην JPMorgan όσο και στην Bank of America. Από την άλλη, τα στεγαστικά δάνεια επιβραδύνθηκαν το τρίμηνο, ως αντανάκλαση των υψηλότερων επιτοκίων, αλλά παρέμειναν ανοδικά στις περισσότερες τράπεζες. Και ως επί το πλείστον, οι καταναλωτές και οι επιχειρηματικοί πελάτες συνέχισαν να πληρώνουν έγκαιρα τα χρέη τους. Για παράδειγμα, στην JPMorgan, μόλις το 0,5% των δανείων πιστωτικών καρτών των πελατών ήταν σε καθυστέρηση 90 ή περισσότερων ημερών.
Σχεδόν όλες οι τράπεζες, επικαλούμενες την οικονομική αβεβαιότητα, δήλωσαν ότι αναμένουν αύξηση του αριθμού των δανειοληπτών, ιδιαίτερα των ιδιωτών, που θα μείνουν πίσω στα δάνειά τους. Οι έξι μεγαλύτερες τράπεζες αναμένουν συλλογικά σχεδόν 2 δισεκατομμύρια δολάρια περισσότερες απώλειες δανείων το επόμενο έτος από ό,τι πριν από τρεις μήνες.
Οι περισσότεροι επενδυτές έχασαν χρήματα στους επενδυτικούς τους λογαριασμούς το δεύτερο τρίμηνο, αλλά η αστάθεια της αγοράς ήταν ένα όφελος για τις τράπεζες. Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα στην Goldman Sachs, όπου τα έσοδα από συναλλαγές αυξήθηκαν κατά 31%, ξεπερνώντας τους ανταγωνιστές της. Η Citigroup ανέφερε επίσης καλύτερα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα λόγω των αυξημένων προμηθειών συναλλαγών και των κερδών της αγοράς.
Στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης πριν από μια δεκαετία, οι μεγάλες τράπεζες, καθοδηγούμενες εν μέρει από τις ρυθμιστικές αρχές και τις αλλαγές στη νομοθεσία, υποσχέθηκαν να αποφύγουν να κάνουν ριψοκίνδυνα στοιχήματα στην αγορά. Τώρα, πολλοί από αυτούς παράγουν ένα αυξανόμενο μέρος των εσόδων τους από τις συναλλαγές, αν και οι τράπεζες εξακολουθούν να λένε ότι αναλαμβάνουν λιγότερους κινδύνους από ό,τι πριν.





