Ο Leonardo Del Vecchio, ο Ιταλός πολυδισεκατομμυριούχος που ξεπήδησε από τις σελίδες των παραμυθιών του Dickens, της ακραίας φτώχιας, για να χτίσει ένα παγκόσμιο μεγαθήριο μετατρέποντας την άθλια, κατακερματισμένη βιομηχανία οπτικών σε μια τεράστια επιχείρηση προσανατολισμένη στη μόδα, πέθανε τη Δευτέρα στο Μιλάνο. Ήταν 87 ετών.
Ο θάνατός του ανακοινώθηκε από την εταιρεία, που σήμερα ονομάζεται EssilorLuxottica. Αν και δεν δόθηκε κάποια αιτία για το θάνατο του, μία εκπρόσωπος της εταιρείας είπε ότι πέθανε στο νοσοκομείο San Raffaele. Αν και σε μεγάλο βαθμό απαρατήρητη και εκτός του κλάδου στο ξεκίνημα της, η Luxottica, όπως ήταν από καιρό γνωστή η εταιρεία, κατάφερε με τον καιρό να κυριαρχήσει στον κλάδο των γυαλιών λαϊκής κατανάλωσης.
Κατασκευάζοντας όμως γυαλιά για πολυτελείς μάρκες όπως οι Ray-Ban, Armani, Bulgari, Chanel και Brooks Brothers και πουλώντας τα μέσω αλυσίδων λιανικής πώλησης που ανήκαν σε εταιρείες όπως η Pearle Vision, η Lenscrafters και η Sunglass Hut, η εταιρεία που ξεκίνησε ο Del Vecchio στο σπίτι του στο Agordo της Ιταλίας, πριν από περισσότερα από 60 χρόνια, αναδείχθηκε στο μεγαλύτερο κατασκευαστή οπτικών στον κόσμο, με εργοστάσια στην Ευρώπη, την Ασία και την Αμερική.
Ο ίδιος ο Del Vecchio έγινε ένας από τους πλουσιότερους άνδρες της Ιταλίας. Το περιοδικό Forbes κατέταξε αυτόν και την οικογένειά του στην 52η θέση στη λίστα με τους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου φέτος, υπολογίζοντας την καθαρή τους περιουσία στα 27,3 δισεκατομμύρια δολάρια.
Ο Ιταλός πρωθυπουργός Mario Draghi, σε δήλωσή του, χαρακτήρισε τον Del Vecchio «ηγετική φυσιογνωμία στην ιταλική επιχειρηματικότητα» και «μεγάλο Ιταλό». «Έφερε την κοινότητα του Agordo και ολόκληρη τη χώρα στο κέντρο του κόσμου της καινοτομίας», είπε ο Draghi.
Γεννημένος στο Μιλάνο στις 22 Μαΐου 1935, ο Del Vecchio μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο. Ο πατέρας του, ένας πλανόδιος μικροπωλητής λαχανικών, πέθανε πριν γεννηθεί. Η μητέρα του, με άλλα τέσσερα παιδιά ήδη, δεν ήταν σε θέση να τον φροντίσει. Στα 14 του, μαθήτευσε ως χαράκτης μετάλλων και μετά πήγε σε ένα εργαστήριο που παρήγαγε εξαρτήματα για σκελετό γυαλιών. «Ξεκίνησα σε μαγαζιά», θυμήθηκε ο ίδιος σε ένα βίντεο της εταιρείας πολλά χρόνια αργότερα. «Δεν με έλεγαν Leonardo, αλλά απλώς “αγόρι”».
Το 1961, μετακόμισε στο Agordo, μια μικρή πόλη στη βορειοανατολική Ιταλία, για να ανοίξει το δικό του εργαστήριο για την κατασκευή ανταλλακτικών πλαισίων. Η πόλη πρόσφερε δωρεάν γη σε όποιον άνοιγε επιχείρηση. Εκεί, Έκτισε τη νεοσύστατη τότε βιοτεχνία του, τη Luxottica, σε μια όχθη ποταμού με ένα παρακείμενο σπίτι για την οικογένειά του. Ξεκινούσε να δουλεύει στις 3 τα ξημερώματα και διάθετε ελάχιστον χρόνο για οτιδήποτε άλλο. «Δεν υπήρχαν φιλιά, ούτε αγκαλιές», θυμάται η μεγαλύτερη κόρη του, η Marisa De Vecchio, στο «A Far-Sighted Man», την επίσημη βιογραφία του Del Vecchio που δημοσιεύτηκε από τη Luxottica το 1991. «Ειλικρινά, τον φοβόμασταν»,
Ο Del Vecchio δημιούργησε δύο καινοτομίες που θα τον εκτόξευαν πάνω από τον ανταγωνισμό. Επέμεινε στον έλεγχο όλων των τμημάτων της επιχείρησης, από την παραγωγή εξαρτημάτων σκελετού έως τη συναρμολόγησή τους σε τελειωμένα γυαλιά μέχρι τη διανομή τους μέσω ενός παγκόσμιου δικτύου καταστημάτων λιανικής. Επίσης, πρωτοστάτησε στο πάντρεμα γυαλιών και επωνυμιών μόδας, μετατρέποντας μια χρηστική αναγκαιότητα σε αξεσουάρ μόδας τόσο επιθυμητό όσο οι τσάντες Gucci ή τα αθλητικά παπούτσια Air Jordan.
Ξεκινώντας με την Armani το 1988, τις επόμενες δύο δεκαετίες υπέγραψε συμφωνίες αδειοδότησης με τους Ralph Lauren, Chanel και μια ντουζίνα άλλους γνωστούς σχεδιαστές. Καθιερώνοντας τα γυαλιά στη μόδα, κατάφερε να χρεώνει τιμές που μερικές φορές ξεπερνούσαν τα 1.000 δολάρια για ένα ζευγάρι γυαλιά. Καθώς η επιχείρησή του μεγάλωνε, ο Del Vecchio αγόραζε καθιερωμένους αντιπάλους όπως οι Ray-Ban, Persol, Sunglass Hut, Pearle Vision και Oakley.
Το 1990, εισήγαγε τη Luxottica στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, μια σπάνια κίνηση για μια μεσαία ευρωπαϊκή εταιρεία, δίνοντάς της πρόσβαση σε μετοχικό κεφάλαιο και χρηματοδότηση για ένα πανηγύρι εξαγορών. Ένα συχνά αναφερόμενο παράδειγμα της αποφασιστικότητάς του να επεκταθεί ήταν το 1995 η εχθρική εξαγορά της United States Shoe Corporation με έδρα το Οχάιο, ενός ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων με πενταπλάσια αγοραία αξία από τη Luxottica. Το μόνο ενδιαφέρον του ήταν τα κερδοφόρα καταστήματα Lenscrafters της εταιρείας, η μεγαλύτερη αλυσίδα οπτικών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Έτσι αγόρασε την εταιρεία για 1,4 δισεκατομμύρια δολάρια και πούλησε τα πάντα εκτός από το Lenscrafters.
Επιδιώκοντας να προσεγγίσει κάθε τμήμα της αγοράς, η Luxottica πουλούσε φθηνούς σκελετούς γυαλιών σε αναπτυσσόμενες χώρες, μερικές φορές χαρίζοντας ακόμη και γυαλιά μέσω φιλανθρωπικών οργανώσεων. Μέχρι τη στιγμή που οι ανταγωνιστές του συνειδητοποίησαν το εύρος των φιλοδοξιών του Del Vecchio, η εταιρεία του είχε αποκλειστικές άδειες με το 80% των μεγάλων επωνυμιών σχεδιαστών και τη δύναμη να ορίζει τις τιμές της αγοράς σε όλη τη βιομηχανία γυαλιών.
Κοντά στα 70, ο Del Vecchio ανακοίνωσε την αποχώρησή του, το 2004 και παρέδωσε τα διοικητικά του καθήκοντα σε ένα νεότερο στέλεχος, τον Andrea Guerra. Όμως, μια δεκαετία αργότερα, εξέπληξε τους μετόχους του αναλαμβάνοντας ξανά τα ηνία της Luxottica. Τα επόμενα τρία χρόνια, οι αναλυτές έθεταν ερωτήματα σχετικά με τη σταθερότητα τόσο της εταιρείας όσο και του ιδρυτή της, καθώς ο Del Vecchio ανέτρεψε τον Andrea Guerra και στη συνέχεια διόρισε και απέλυσε άλλους τρεις διευθύνοντες συμβούλους.
Αλλά από αυτό το χάος προέκυψε η μεγαλύτερη συμφωνία του. ς. Ο ίδιος, διορίστηκε εκτελεστικός πρόεδρος της EssilorLuxottica με μερίδιο 32%. Σε συζήτηση του με τους επενδυτές που αποκάλυψαν τη συμφωνία, τη χαιρέτισε ως «το επίτευγμα ενός ονείρου ζωής».
Ο Del Vecchio παντρεύτηκε τρεις φορές με δύο γυναίκες και είχε έξι παιδιά. Με την πρώτη του σύζυγο, Luciana Nervo, απέκτησε δύο κόρες, τη Marisa και την Paola, και έναν γιο, τον Claudio, τώρα διευθύνοντα σύμβουλο της Brooks Brothers, του λιανοπωλητή ρούχων. Έχει έναν άλλο γιο, τον Leonardo Maria, με τη δεύτερη σύζυγό του, Nicoletta Zampillo. Αφού τη χώρισε το 2000, απέκτησε δύο γιους, τον Luca και τον Clemente, με τη Sabina Grossi. Ωστόσο, ο ίδιος παντρεύτηκε ξανά αργότερα την Zampillo το 2010. Εκείνη ουσιαστικά μεγάλωσε τα έξι παιδιά του.
Ακόμη και πριν από τη συγχώνευση με την Essilor, η κυριαρχία της Luxottica στην αγορά είχε ως αποτέλεσμα κέρδη που ήταν «σχετικά ακραία», είπε στο Forbes ο Tim Wu, καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο Columbia. Αλλά η συγχώνευση δεν τερμάτισε τις φιλοδοξίες του Del Vecchio. Το 2019, σχεδόν διπλασίασε το δίκτυο λιανικής της EssilorLuxottica σε περισσότερα από 16.000 σημεία πώλησης σε όλο τον κόσμο, εξαγοράζοντας το πλειοψηφικό μερίδιο της GrandVision, της ολλανδικής εταιρείας λιανικής πώλησης οπτικών. Όπως ανέφερε τότε η εταιρεία, η συμφωνία αποτελεί «ένα ακόμη βήμα προς τη φιλοδοξία μας να εξαλείψουμε την κακή όραση στον κόσμο πριν από το 2050».







