Η οικονομία των ΗΠΑ θα οδηγηθεί σε ύφεση το επόμενο έτος, σύμφωνα με σχεδόν το 70% των κορυφαίων ακαδημαϊκών οικονομολόγων που συμμετείχαν σε δημοσκόπηση των Financial Times.
Από τους Colby Smith και Caitlin Gilbert/Financial Times
Η έρευνα, που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την Initiative on Global Markets στο Booth School of Business του Πανεπιστημίου του Σικάγο, ισχυρίζεται ότι θα υπάρξουν «διαρκώς αυξανόμενοι αντίθετοι άνεμοι», όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, στη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο μετά από μια από τις πιο γρήγορες περιόδους ανάκαμψης στην ιστορία, καθώς η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ εντείνει τις προσπάθειες της για τον περιορισμό του υψηλότερου πληθωρισμού των τελευταίων 40 περίπου ετών.
Η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ έχει ήδη ξεκινήσει έναν από τους ταχύτερους κύκλους σύσφιξης της οικονομίας των τελευταίων δεκαετιών. Από τον Μάρτιο, έχει αυξήσει το βασικό επιτόκιο κατά 0,75 ποσοστιαίες μονάδες από σχεδόν μηδενικά επίπεδα.
Η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Ανοικτής Αγοράς συγκεντρώνεται για άλλη μια φορά αύριο, Τρίτη, για μια διήμερη συνεδρίαση, στην οποία οι αξιωματούχοι αναμένεται να εφαρμόσουν την πρώτη συνεχόμενη αύξηση των επιτοκίων από το 1994 και να σηματοδοτήσουν τη συνέχιση αυτού του ρυθμού τουλάχιστον έως τον Σεπτέμβριο.
Σχεδόν το 40% από τους 49 ερωτηθέντες εκτιμά ότι το Εθνικό Γραφείο Οικονομικών Ερευνών (NBER) –ο «διαιτητής» για το πότε αρχίζουν και πότε τελειώνουν οι υφέσεις– θα δηλώσει ύφεση το πρώτο ή το δεύτερο τρίμηνο του 2023. Μικρότερο ποσοστό πιστεύει ότι η ύφεση θα καθυστερήσει μέχρι το δεύτερο εξάμηνο του επόμενου χρόνου.
Το NBER χαρακτηρίζει ως ύφεση τη «σημαντική πτώση της οικονομικής δραστηριότητας που κατανέμεται σε όλη την οικονομία και διαρκεί περισσότερο από μερικούς μήνες». Μόνο ένας από τους οικονομολόγους που ρωτήθηκαν υποστήριξε ότι θα υπάρξει ύφεση μέσα στο 2022, με την πλειοψηφία να προβλέπει ότι η μηνιαία αύξηση των θέσεων εργασίας θα κυμαίνεται κατά μέσο όρο μεταξύ 200.000 και 300.000 για το υπόλοιπο του έτους. Το ποσοστό ανεργίας αναμένεται να παραμείνει σταθερό στο 3,7%, σύμφωνα με τη διάμεση εκτίμηση για τον Δεκέμβριο.
Τα αποτελέσματα της έρευνας, τα οποία συγκεντρώθηκαν μεταξύ 6 Ιουνίου και 9 Ιουνίου, έρχονται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της αμερικανικής ομοσπονδιακής τράπεζας ότι μπορεί να μειώσει τη ζήτηση χωρίς να προκαλέσει ουσιαστικό οικονομικό πρόβλημα. Η κεντρική τράπεζα προβλέπει ότι, καθώς αυξάνει τα επιτόκια, οι εργοδότες στην καυτή αγορά εργασίας των ΗΠΑ θα επιλέξουν να σταματήσουν τις ιστορικά αυξημένες προσλήψεις προσωπικού και να μην προβούν παράλληλα σε απολύσεις προσωπικού, περιορίζοντας επίσης την αύξηση των μισθών.
Ο Jerome Powell, ο πρόεδρος της Fed, παραδέχτηκε ότι οι προσπάθειες της Fed να μετριάσει τον πληθωρισμό μπορεί να προκαλέσουν «κάποιο πόνο», οδηγώντας σε μια «ήπια» προσγείωση που θα δει το ποσοστό ανεργίας να αυξάνεται «μερικώς». Ωστόσο, πολλοί από τους οικονομολόγους που συμμετείχαν στη δημοσκόπηση των Financial Times ανησυχούν για μια πιο δυσμενή έκβαση, δεδομένης της σοβαρότητας της κατάστασης του πληθωρισμού και του γεγονότος ότι η νομισματική πολιτική θα χρειαστεί να στραφεί προς πολύ πιο αυστηρές ρυθμίσεις.
«Δεν πρόκειται για προσγείωση αεροπλάνου σε κανονικό διάδρομο. Πρόκειται για μια προσγείωση σε λεπτή λωρίδα γης με τους ανέμους να πνέουν», είπε η Tara Sinclair, οικονομολόγος στο Πανεπιστήμιο George Washington. «Η ιδέα της Fed ότι θα μειώσουμε τα εισοδήματα αρκετά και πως θα ρίξουμε τις δαπάνες αρκετά για να επαναφέρουμε τις τιμές στον στόχο του 2% δεν είναι ρεαλιστική».
Σε σύγκριση με την έρευνα του Φεβρουαρίου, περισσότεροι οικονομολόγοι είναι πλέον της άποψης ότι ο βασικός πληθωρισμός, όπως μετράται από τον δείκτη τιμών προσωπικών δαπανών κατανάλωσης, θα ξεπεράσει το 3% μέχρι το τέλος του 2023. Από τους ερωτηθέντες του Ιουνίου, το 12% θεωρεί ότι κάτι τέτοιο είναι περισσότερο από σίγουρο να συμβεί, από μόλις 4% νωρίτερα φέτος.
Οι γεωπολιτικές εντάσεις και η αύξηση του ενεργειακού κόστους, αναφέρθηκαν από τη συντριπτική πλειοψηφία των ερωτηθέντων ως οι παράγοντες που δυνητικά διατηρούν την ανοδική πίεση στον πληθωρισμό, κάτι που θα συνεχίσει και στους επόμενους 12 μήνες, ακολουθούμενη από παρατεταμένες διαταραχές της εφοδιαστικής αλυσίδας. Μέχρι το τέλος του έτους, η διάμεση εκτίμηση για τον πυρήνα του πληθωρισμού είναι 4,3%.
Ο Jonathan Wright, οικονομολόγος στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins, που βοήθησε στο σχεδιασμό της έρευνας, ανέφερε ότι η αξιοσημείωτη απαισιοδοξία γύρω από τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη έχει στασιμοπληθωριστικούς τόνους, αν και σημείωσε ότι οι συνθήκες είναι πολύ διαφορετικές από τη δεκαετία του 1970, όταν ο στασιμοπληθωρισμός ενσωμάτωνε ένα «πολύ πιο άσχημο μείγμα υψηλού πληθωρισμού και ύφεσης».
Σχεδόν το 40% των οικονομολόγων προειδοποίησαν ότι η Fed θα αποτύχει να ελέγξει τον πληθωρισμό εάν αυξήσει μόνο το επιτόκιο των ομοσπονδιακών κεφαλαίων στο 2,8% μέχρι το τέλος του έτους. Αυτό θα απαιτούσε αύξηση των επιτοκίων κατά μισή μονάδα σε κάθε μία από τις επόμενες τρεις συνεδριάσεις της κεντρικής τράπεζας τον Ιούνιο, τον Ιούλιο και τον Σεπτέμβριο πριν μειωθεί στον πιο τυπικό ρυθμό τριμήνου για τις δύο τελευταίες συγκεντρώσεις του 2022. Παράλληλα, λίγοι ερωτηθέντες της έρευνας αναμένουν ότι η Fed θα καταφύγει σε αυξήσεις κατά 0,75 ποσοστιαίες μονάδες.
Περαιτέρω αυξήσεις επιτοκίων είναι επίσης πιθανότατες μέσα στο επόμενο έτος, λέει η Christiane Baumeister, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Notre Dame, η οποία πιστεύει ότι η Fed θα μπορούσε να αυξήσει το βασικό της επιτόκιο έως και 4% το 2023.
Ο Dean Croushore, ο οποίος υπηρέτησε ως οικονομολόγος στο υποκατάστημα της Fed στη Φιλαδέλφεια για 14 χρόνια, προειδοποίησε ότι η κεντρική τράπεζα μπορεί να χρειαστεί να αυξήσει τελικά τα επιτόκια σε περίπου 5% προκειμένου να περιορίσει ένα πρόβλημα που πίστευε ότι προκλήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την «πολύ μεγάλη αναμονή ώστε η Fed να αναλάβει δράση».
«Είναι πάντα δύσκολο να μειώσεις τον πληθωρισμό μόλις τον αφήσεις να βγει από το… μπουκάλι», είπε ο Croushore, ο οποίος τώρα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Ρίτσμοντ. «Αν απλώς επιτάχυναν τις αυξήσεις των επιτοκίων λίγο περισσότερο, θα μπορούσε να προκληθεί μια μικρή οικονομική αστάθεια βραχυπρόθεσμα, αλλά ίσως να ήταν καλύτερα…».





