Έχουν περάσει σχεδόν δύο χρόνια από τότε που η Κίνα έκλεισε τα διεθνή σύνορα της ως μέρος των προσπαθειών της να κρατήσει έξω από τη χώρα την Covid-19, έστω και αν αυτή ήταν η πρώτη από την οποία ξεκίνησε. Ωστόσο, η αχανής χώρα δάμασε το αρχικό ξέσπασμα στη Wuhan κλειδώνοντας την πόλη με τα περισσότερα από 10 εκατομμύρια κατοίκους, περιορίζοντας τους στα σπίτια τους για εβδομάδες και ανέστειλε τις δημόσιες συγκοινωνίες.
Analysis by Nectar Gan, CNN
Έκτοτε, το Πεκίνο έχει υιοθετήσει μία πολιτική μηδενικής ανοχής προκειμένου καταστείλει τις αναζωπυρώσεις του ιού. Αξιοποιώντας την εμβέλεια και τη δύναμη του αυταρχικού δημοσίου και τη δύναμη του κράτους, έχει επιβάλει έκτακτα lockdown, παρακολουθεί στενές επαφές, έχει θέσει χιλιάδες σε καραντίνα και έχει τεστάρει εκατομμύρια ανθρώπους.
Ωστόσο, πριν από οπουδήποτε αλλού στον κόσμο, η οικονομία της Κίνας επανήλθε στην ανάπτυξη και η ζωή επέστρεψε σε κάτι που πλησίαζε το φυσιολογικό, όλα μέσα σε μια φούσκα που δημιουργήθηκε για να προστατεύσει τα 1,4 δισεκατομμύρια των ανθρώπων της από μια μανιασμένη πανδημία που έχει προκαλέσει όλεθρο και έχει στοιχίσει εκατομμύρια ζωές σε όλο τον κόσμο.
Το κυβερνών Κομουνιστικό Κόμμα έχει εκμεταλλευτεί αυτή την επιτυχία, διαφημίζοντάς την ως απόδειξη της υποτιθέμενης υπεροχής του μονοκομματικού του συστήματος έναντι των δυτικών δημοκρατιών, ιδιαίτερα των Ηνωμένων Πολιτειών. Αλλά καθώς η πανδημία παρατείνεται, τα τοπικά κρούσματα συνεχίζουν να αυξάνονται, ρίχνοντας σκιές στην αποστολή της κυβέρνησης να εξαλείψει τον ιό εντός των συνόρων της χώρας. Και τώρα, καθώς μεγάλο μέρος του κόσμου αρχίζει να ξανανοίγει και να μαθαίνει να ζει με την Covid, η Κίνα φαίνεται ολοένα και πιο απομονωμένη συγκριτικά και αποφασιστικά εσωστρεφής.
Αυτή η πρωτοφανής -ακόμα και για την Κίνα- εσωστρέφεια είναι εμφανής ακόμα και στα ταξίδια του ανώτατου ηγέτη της χώρας, Xi Jinping, ο οποίος δεν έχει εγκαταλείψει την Κίνα για σχεδόν 22 μήνες και συνεχίζει. Την ίδια στιγμή, είναι έκδηλη και στη δραστική μείωση των επαφών μεταξύ της Κίνας και του υπόλοιπου κόσμου, καθώς η ροή των τουριστικών, ακαδημαϊκών και επαγγελματικών ταξιδιών επιβραδύνεται σταδιακά.
Αλλά αντανακλάται επίσης και στη συνολική ψυχολογία των κατοίκων της χώρας. Ενώ οι Κινέζοι νιώθουν μία αυξανόμενη υπερηφάνεια για την παραδοσιακή κουλτούρα της χώρας τους και την αυξανόμενη δύναμη της, πολλοί γίνονται σταδιακά καχύποπτοι, επικριτικοί ή ακόμη και εντελώς εχθρικοί προς τη Δύση, μαζί με οποιεσδήποτε ιδέες, αξίες ή άλλες μορφές επιρροής που συνδέονται με αυτήν. Προς το παρόν, η πολιτική του Πεκίνου για τη μηδενική Covid εξακολουθεί να απολαμβάνει συντριπτική δημόσια υποστήριξη, παρόλο που η Κίνα δεν δείχνει σημάδια επαναλειτουργίας στο άμεσο μέλλον. Ωστόσο, οι αναλυτές αμφισβητούν το πόσο βιώσιμο είναι για τη χώρα να παραμένει μακριά από τον κόσμο και για το αν θα μπορούσαν να υπάρχουν άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν εκτός από τη δημόσια υγεία.
Για σχεδόν δύο χρόνια, οι περισσότεροι άνθρωποι στην Κίνα δεν μπορούσαν να ταξιδέψουν στο εξωτερικό, λόγω των αυστηρών συνοριακών περιορισμών της χώρας: Οι διεθνείς πτήσεις είναι περιορισμένες, η καραντίνα κατά την επανείσοδο είναι σκληρή και χρονοβόρα, και οι κινεζικές αρχές έχουν σταματήσει να εκδίδουν ή να ανανεώνουν διαβατήρια για όλους εκτός από εκείνους που πραγματοποιούν απαραίτητα ταξίδια.
Οι ξένοι επισκέπτες, από τουρίστες έως φοιτητές, απαγορεύονται σε μεγάλο βαθμό στην Κίνα. Όσοι λίγοι επιτρέπεται να εισέλθουν, καθώς και οι Κινέζοι πολίτες που επιστρέφουν, πρέπει να περάσουν τουλάχιστον 14 ημέρες αυστηρής κεντρικής καραντίνας. Και αυτό μπορεί να παραταθεί έως και 28 ημέρες από τις τοπικές αρχές, ακολουθούμενο συχνά από άλλη μια μακρά περίοδο κατ’ οίκον παρακολούθησης.

FILE PHOTO: People wearing face masks cross a street in Beijing, following outbreaks of the coronavirus disease (COVID-19) in China, October 25, 2021. REUTERS/Thomas Peter
Μάλιστα, η κινεζική κυβέρνηση διέταξε τις τοπικές αρχές να κατασκευάσουν μόνιμες εγκαταστάσεις καραντίνας για αφίξεις από το εξωτερικό, ακολουθώντας το παράδειγμα της νότιας μητρόπολης Guangzhou, η οποία δημιούργησε ένα κέντρο καραντίνας 5.000 δωματίων που εκτείνεται σε μια περιοχή μεγέθους 46 γηπέδων ποδοσφαίρου.
Με τα σύνορα ουσιαστικά σφραγισμένα, ακόμη και οι κορυφαίοι ηγέτες της Κίνας δεν μπορούν να φύγουν από τη χώρα. Ούτε ο Xi Jinping ούτε ο πρωθυπουργός Li Keqiang, ούτε τα άλλα πέντε μέλη της κορυφαίας μόνιμης επιτροπής του Πολιτικού Γραφείου λήψης αποφάσεων του κόμματος, δεν πραγματοποίησαν επισκέψεις στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια της πανδημίας.
Το τελευταίο ταξίδι του Xi στο εξωτερικό ήταν τον Ιανουάριο του 2020, όταν πραγματοποίησε μια διήμερη επίσκεψη στη Μιανμάρ για να προωθήσει την πρωτοβουλία Belt and Road, ένα φιλόδοξο πρόγραμμα για την ενίσχυση των υποδομών και του εμπορίου σε όλη την Ασία, την Ευρώπη και την Αφρική, το ενδιαφέρον για την οποία έχει μειωθεί από τότε που εμφανίστηκε η Covid-19.
Το κλείσιμο των συνόρων ήρθε επίσης μία εποχή που η Κίνα στρέφεται προς το εσωτερικό της ιδεολογικά, υπό τον Xi, δήλωσε ο Carl Minzner, ανώτερος συνεργάτης για τις κινεζικές σπουδές στο Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων των ΗΠΑ. «Ιδεολογικά, η Κίνα γίνεται σιγά σιγά πιο απομονωμένη σε σύγκριση με την εποχή των μεταρρυθμίσεων και του ανοίγματος των δεκαετιών του ’80 και του ’90. Αυτό είναι χαρακτηριστικό της νέας εποχής του Xi», είπε.
Τα τελευταία χρόνια, μια αναβίωση της παραδοσιακής κουλτούρας έχει επικρατήσει σε όλη την κινεζική κοινωνία, ιδιαίτερα στη νεότερη γενιά που είναι περήφανη για τις πολιτιστικές της ρίζες. Η τάση ενθαρρύνεται και προωθείται έντονα από το κόμμα, σε αυτό που ο Minzner αποκαλεί «μια στρατηγική προσπάθεια ανάπτυξης της κινεζικής παράδοσης ως ιδεολογικής ασπίδας ενάντια στις ξένες αξίες, ιδιαίτερα στις δυτικές».
Από την ανάληψη των καθηκόντων του στα τέλη του 2012, ο Xi έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει κατά της «διείσδυσης» δυτικών αξιών όπως η δημοκρατία, η ελευθερία του Τύπου και η δικαστική ανεξαρτησία. Έχει καταπολεμήσει ξένες ΜΚΟ, εκκλησίες, καθώς και δυτικά σχολικά βιβλία, καθώς όλα θεωρούνται ως οχήματα για αδικαιολόγητη ξένη επιρροή.
Αυτό έχει τροφοδοτήσει μια αυξανόμενη δέσμη στενόμυαλου εθνικισμού, που υποψιάζεται οποιουσδήποτε ξένους δεσμούς και θεωρεί τον φεμινισμό, το κίνημα LGBTQ, ακόμη και τον περιβαλλοντισμό ως μήτρες της δυτικής επιρροής που έχουν σχεδιαστεί για να υπονομεύσουν την Κίνα. Ωστόσο, από την εποχή της πανδημίας και μετά αυτή η μισαλλοδοξία έχει αυξηθεί.
Τον Ιούνιο, σχεδόν 200 Κινέζοι διανοούμενοι που συμμετείχαν σε ένα πρόγραμμα ανταλλαγής που χρηματοδοτήθηκε από την ιαπωνική κυβέρνηση δέχθηκαν επίθεση στα κινεζικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης και χαρακτηρίστηκαν «προδότες», για ταξίδια που έκαναν πριν από χρόνια.
Τον Ιούλιο, δημοσιογράφοι από πολλά ξένα μέσα ενημέρωσης που κάλυπταν τις φονικές πλημμύρες στη βόρεια Κίνα παρενοχλήθηκαν στο διαδίκτυο και στο πεδίο από ντόπιους, με το προσωπικό του BBC και των Los Angeles Times να δέχεται απειλές κατά ζωής, σύμφωνα με την Ξένη Λέσχη Ανταποκριτών της Κίνας.
Και τον Αύγουστο, ένας Κινέζος ειδικός σε μολυσματικές ασθένειες κατονομάστηκε «προδότης» που «λάτρευε τυφλά τις δυτικές ιδέες» επειδή πρότεινε ότι η Κίνα θα έπρεπε τελικά να μάθει να συνυπάρχει με την Covid. Κάποιοι τον κατηγόρησαν ακόμη και για συνωμοσία με ξένες δυνάμεις προκειμένου να σαμποτάρει την πανδημική αντίδραση της Κίνας.
Αν και δεν είναι σαφές σε ποιο βαθμό αυτά τα εθνικιστικά αισθήματα αντιπροσωπεύουν την κυρίαρχη γνώμη, τους έχει δοθεί πρωταρχική σημασία στον δημόσιο λόγο της Κίνας που διαχειρίζεται η κυβέρνηση, όπου οι περισσότερες φιλελεύθερες φωνές έχουν φιμωθεί.
Ο Victor Shih, ειδικός σε θέματα της Κίνας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, στο Σαν Ντιέγκο, ανέφερε ότι ενώ οι προκάτοχοι του Xi είχαν «ανεχτεί» δυτικούς ρεπόρτερ, εργαζόμενους σε ΜΚΟ και μερικές φορές καλωσόριζαν ακόμη και ακαδημαϊκούς, η σημερινή κυβέρνηση βλέπει τώρα την παρουσία τους ως πηγές ανεπιθύμητων επιρροών.
Ουσιαστικά, τα μέτρα για την Covid έχουν γίνει ένας βολικός τρόπος για να κρατηθούν όλα αυτά έξω από τη χώρα. Από την πανδημία και μετά, οι περισσότεροι ακαδημαϊκοί και μέλη ΜΚΟ σταμάτησαν να πηγαίνουν στην Κίνα λόγω των περιορισμών στα σύνορα και των απαιτήσεων καραντίνας, είπε ο Shih.
«Αυτό το βαρύ φίλτρο που εφαρμόζεται σήμερα -και είχε εφαρμοστεί και πριν από την πανδημία- θα βοηθήσει να φιλτράρουμε αυτά που (οι Κινέζοι ηγέτες) θεωρούν ανεπιθύμητα στοιχεία και ότι μολύνουν τις αξίες του κινεζικού λαού», είπε ο Shih.
Αλλά ακόμη και μετά το άνοιγμα των συνόρων, μένει να δούμε πώς η κινεζική κυβέρνηση θα επιτρέψει στους ξένους επισκέπτες να επιστρέψουν στη χώρα και εάν κάποιου είδους πρόσθετος έλεγχος μπορεί να διατηρηθεί.
«Το ερώτημα είναι πόσο γρήγορα θα θελήσουν να χαλαρώσουν τους περιορισμούς στις ροές ανθρώπων προς και από την Κίνα. Επί του παρόντος, αυτό είναι πρωτίστως ένα θέμα που σχετίζεται με την υγεία. Αλλά νομίζω ότι όσο περισσότερο εφαρμόζεται τόσο πιο πολύ ξεκινά να αποκτά και πολιτικό χρώμα», δήλωσε ο Minzer, από το Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων. «Μου φαίνεται πιθανό η χαλάρωση να συμβαίνει για διαφορετικές ομάδες σε διαφορετικές χρονικές στιγμές», είπε, προσθέτοντας ότι οι ξένοι ερευνητές που επικεντρώνονται σε θέματα που η κινεζική κυβέρνηση θεωρεί πολιτικά ευαίσθητα θα μπορούσαν να είναι από τους τελευταίους που θα επιτραπεί να εισέλθουν.
Αλλά ο Shih σημείωσε ότι οι προσπάθειες εξάλειψης της «ξένης επιρροής» είναι απίθανο να λειτουργήσουν, όταν η Κίνα τελικά ξαναρχίσει την επαφή με τον κόσμο. Παρά τις επιδεινούμενες σχέσεις του Πεκίνου με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βρετανία, την Αυστραλία και άλλες δυτικές χώρες, μεγάλος αριθμός Κινέζων φοιτητών εξακολουθεί να είναι πιθανό να συνεχίσει τις σπουδές του εκεί.
Όταν η πρεσβεία και τα προξενεία των ΗΠΑ στην Κίνα ξανάρχισαν την έκδοση φοιτητικής βίζας σε Κινέζους υπηκόους τον Μάιο, πλημμύρισαν από αιτήσεις. Τον Αύγουστο, πριν από την έναρξη της νέας ακαδημαϊκής χρονιάς, το Διεθνές Αεροδρόμιο της Σαγκάης Pudong είδε μεγάλες ουρές μαθητών και γονέων με μεγάλες βαλίτσες να εκτείνονται κατά εκατοντάδες μέτρα στο check-in.
«Η Κίνα δεν μπορεί να κάνει χωρίς το καλύτερο και το πιο λαμπρό της μέλλον. Θα επιστρέψουν στην Κίνα έχοντας ζήσει στη Δύση, μερικοί από αυτούς θα αγαπήσουν ακόμη περισσότερο την Κίνα, άλλοι θα αποκτήσουν αυτόν τον σκεπτικισμό για το κινεζικό πολιτικό σύστημα», πρόσθεσε.
Προς το παρόν, οι κινεζικές αρχές ενισχύουν την αποφασιστικότητά τους προκειμένου να εξαλείψουν τον ιό, καταφεύγοντας σε όλο και πιο ακραία μέτρα για τον περιορισμό των τοπικών εξάρσεων. Εμπειρογνώμονες στη δημόσια υγεία αποδίδουν την απροθυμία της Κίνας να χαλαρώσει την πολιτική της για την μηδενική Covid, εν μέρει, στην αβεβαιότητα σχετικά με την αποτελεσματικότητα των κινεζικών εμβολίων, ειδικά ενόψει της εξαιρετικά μολυσματικής παραλλαγής Delta.
Αλλά και οι πολιτικοί προβληματισμοί έπαιξαν ρόλο. Από τότε που περιόρισε το αρχικό ξέσπασμα στη Wuhan, η κινεζική κυβέρνηση συνέχισε να παρουσιάζει τις προσπάθειες περιορισμού της νόσου ως απόδειξη της υποτιθέμενης ανωτερότητας του αυταρχικού πολιτικού συστήματος της χώρας. Η επιτυχία της μηδενικής Covid χαιρετίζεται ως ιδεολογική και ηθική νίκη έναντι της παραπαίουσας απάντησης των ΗΠΑ και άλλων δυτικών δημοκρατιών.
Και υπάρχει επίσης αρκετή δημόσια υποστήριξη για τη συγκεκριμένη σκληροπυρηνική προσέγγιση. Στην Κίνα, η δημόσια ανοχή απέναντι στις λοιμώξεις είναι εξαιρετικά χαμηλή και ο φόβος για τον ιό εξακολουθεί να είναι υψηλός, κάτι που εν μέρει προκαλείται από τις τραυματικές εικόνες της καταστροφής στη Wuhan αλλά και από την αδιάκοπη κάλυψη των κρατικών μέσων ενημέρωσης για τη φρίκη των μολύνσεων στο εξωτερικό.
Το Πεκίνο έχει επανειλημμένα κατηγορήσει για τις τοπικές εξάρσεις την εισαγωγή του κορωνοϊού από το εξωτερικό, είτε μέσω επιβατών αεροπορικών μεταφορών, κατεψυγμένων τροφίμων ή άλλων αγαθών. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αυξάνονται οι εκκλήσεις προς τις αρχές να παρατείνουν την ήδη μακρά καραντίνα για αφίξεις από το εξωτερικό, καθώς πολλοί κατηγορούν τους Κινέζους ταξιδιώτες που επέστρεψαν από το εξωτερικό ότι έφεραν τον ιό στην Κίνα.
«Σε γενική άποψη, η Covid-19 εξακολουθεί να θεωρείται ως μια εξαιρετικά θανατηφόρα ασθένεια. Ακόμα κι αν δεν πεθάνεις από αυτήν, θα υποφέρεις από κάποια είδη σοβαρών προβλημάτων υγείας για το υπόλοιπο της ζωής σου. Οι άνθρωποι πραγματικά φοβούνται», ανέφερε ο Lucas Li, μηχανικός λογισμικού από τη νότια επαρχία Γκουανγκντόνγκ.
Ο Λι, που εργάζεται στην Καλιφόρνια, πέρασε δύσκολα ταξιδεύοντας μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ τα τελευταία δύο χρόνια. Αφού επέστρεψε στη χώρα του για την κινέζικη πρωτοχρονιά το 2020, έμεινε παγιδευμένος για οκτώ μήνες λόγω της ταξιδιωτικής απαγόρευσης στις ΗΠΑ. Στη συνέχεια, τον Μάιο, χρειάστηκε να επιστρέψει βιαστικά στην Κίνα για οικογενειακούς λόγους, αλλά οι πτήσεις ήταν δύσκολο να πραγματοποιηθούν. Κατέληξε να πληρώσει 4.800 $ για ένα εισιτήριο απλής μετάβασης και πέρασε δύο εβδομάδες σε καραντίνα σε ξενοδοχείο.
Ο Λι ανέφερε ότι ενώ δεν συμφωνεί με την μηδενική Covid, κατανοεί γιατί η κυβέρνηση εμμένει σε αυτό. Το κλείσιμο των συνόρων είχε περιορισμένο αντίκτυπο στην κινεζική οικονομία και η έλλειψη διεθνών ταξιδιών ή ανταλλαγών δεν προκαλεί ανησυχία για τους περισσότερους ανθρώπους, είπε.
Ενώ οι διακοπές στο εξωτερικό είχαν γίνει ένα κοινό μέρος της ζωής για την αυξανόμενη μεσαία τάξη της Κίνας, το τεράστιο μέγεθος και η πλούσια ποικιλομορφία της χώρας παρέχουν πολλές επιλογές για τον εγχώριο τουρισμό ως εναλλακτική. Και για ανθρώπους όπως ο Li, τα απαραίτητα ταξίδια εκτός Κίνας είναι ακόμα δυνατά, αν και ενοχλητικά. «Είμαι σίγουρος ότι η κυρίαρχη κοινή γνώμη θα επιλέξει να συνεχίσει με το κλείσιμο των συνόρων. Xωρίς αμφιβολία», είπε ο Li.
«Άλλα πολιτικά κόμματα, ή ακόμη και οι προκάτοχοι του Xi, μπορεί να είχαν δει αυτή τη δραματική μείωση των επαφών μεταξύ της Κίνας και του υπόλοιπου κόσμου ως μεγάλο πρόβλημα. Αλλά προς το παρόν, η κυβέρνηση Xi δεν φαίνεται να το αναγνωρίζει ως πρόβλημα» πρόσθεσε ο Shih του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια. «(Εάν) η Κίνα θέλει να πείσει τον κόσμο ότι είναι μία υπερδύναμη… θα πρέπει να εμπλακεί με τον κόσμο. Αλλά αυτή τη στιγμή, αυτό φαίνεται πολύ μακριά…».









