kourdistoportocali.comNews DeskSolomon Aruch>O πυγμάχος που χρειάστηκε να κάνει 208 knock out για να βγει ζωντανός από το Auschwitz

Solomon Aruch

Solomon Aruch>O πυγμάχος που χρειάστηκε να κάνει 208 knock out για να βγει ζωντανός από το Auschwitz

Ο Σολομόν Αρούχ γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1923. Ήταν μέλος της εβραϊκής κοινότητας της πόλης

Η ιστορία του Σολομόν Αρούχ είναι μια από τις πιο συναρπαστικές ιστορίες επιβίωσης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τόσο συναρπαστική, που πέρασε και στον κινηματογράφο το 1989, στην ταινία με τίτλο «Triumph of the Spirit» σε σκηνοθεσία Robert Young και με πρωταγωνιστή τον Willem Dafoe.

Ο Σολομόν Αρούχ γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1923. Ήταν μέλος της εβραϊκής κοινότητας της πόλης και από νεαρή ηλικία ασχολήθηκε με το μποξ.

Ήταν αθλητής του Άρη Θεσσαλονίκης και στα πρώτα του 24 ματς ήταν αήττητος. Μάλιστα ήταν και στην προεπιλογή της ελληνικής αποστολής για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1940, που όμως δεν έγιναν λόγω του πολέμου.

Κατά την διάρκεια του πολέμου υπηρέτησε στον ελληνικό στρατό, όπου ταυτόχρονα ήταν μέλος της πυγμαχικής ομάδας των Ενόπλων Δυνάμεων. Το 1943 οι Ναζί ξεκίνησαν τον εκτοπισμό των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Ο Σολομόν Αρούχ και η οικογένειά του μεταφέρθηκαν στο Άουσβιτς. Το 24-0 που είχε μέχρι εκείνη την στιγμή σαν ρεκόρ στην σύντομη καριέρα του στην πυγμαχία, έμελλε να γίνει πολύ μεγαλύτερο, αλλά με διαφορετικό έπαθλο. Την ίδια του την ζωή.

Την στιγμή που έφτασε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, ένας φρούραρχος σταμάτησε τον ίδιο και μερικούς άλλους και τους ρώτησε αν κάποιος από αυτούς είναι μποξέρ. Ο Αρούχ σήκωσε το χέρι του. Ήταν 20 ετών και είχαν περάσει ήδη έξι χρόνια από τότε που είχε κερδίσει τον πρώτο του αγώνα. Του έδωσαν γάντια και έβαλαν απέναντί του έναν άλλο νεαρό Εβραίο.

Ο Αρούχ ήταν φοβισμένος, το ίδιο και ο αντίπαλός του. Ωστόσο, έπρεπε να παλέψουν. Ο Έλληνας Εβραίος κατάφερε να νικήσει μετά από λίγα λεπτά. Δεν πέρασε πολύ ώρα και οι Γερμανοί έφεραν μπροστά του έναν Τσέχο που το ύψος του ξεπερνούσε το 1.80. Ο Αρουχ τον νίκησε και αυτόν.

Αυτοί ήταν μόλις οι πρώτοι δυο αγώνες. Τα επόμενα δυο χρόνια, έδωσε εκατοντάδες αγώνες με έπαθλο την επιβίωσή του. Αν αρνιόταν να αγωνιστεί, ο ίδιος και η οικογένειά του θα εκτελούνταν. Αν έχανε θα τον οδηγούσαν στον θάλαμο αεριών, ενώ αν κέρδιζε θα λάμβανε μεγαλύτερες ποσότητες φαγητού. Σε αυτά τα δυο χρόνια ο Αρούχ έβλεπε τους συγκρατούμενούς του να εξαφανίζονται ο ένα μετά τον άλλο. Εκείνος δεν έπρεπε να χάσει. Και τα κατάφερε. Κατάφερε να κάνει 208 νοκ άουτ. Μια φορά παραλίγο να χάσει από έναν Γερμανό Εβραίο, αλλά τελικά κατάφερε να τον νικήσει.

Σε αυτά τα δυο χρόνια έχασε τον πατέρα του και τον αδερφό του και μεταφέρθηκε σε ένα άλλο στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου τον Απρίλιο του 1945 ελευθερώθηκε από τους Βρετανούς. Ο Σολομόν Αρούχ βρέθηκε μαζί με την σύζυγό του στην Παλαιστίνη. Μετά την κήρυξη της ανεξαρτησίας του Ισραήλ το 1948, πολέμησε με τον ισραηλινό στρατό. Το ίδιο έκανε και στον πόλεμο των έξι ημερών, το 1966. Δεν παράτησε ποτέ την πυγμαχία και το 1955 αγωνίστηκε στον πρώτο του επαγγελματικό αγώνα στο Ισραήλ. Ζούσε στο Τελ Αβίβ, όπου δημιούργησε μια επιτυχημένη ναυτιλιακή εταιρεία.

Το 1989, έδινε συμβουλές κατά την διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας για την ζωή του. Ήταν τότε που επέστρεψε στο Άουσβιτς, σε ένα μέρος όπου είχε ζήσει την πιο φρικτή περίοδο της ζωής του και που σίγουρα έφερε ξανά στο προσκήνιο δυσάρεστες αναμνήσεις. «Ήταν μια φρικτή εμπειρία. Είδα στο μυαλό μου τους γονείς μου και άρχισα να κλαίω. Έκλαιγα, έκλαιγα και δεν μπορούσα να κοιμηθώ», είχε δηλώσει όταν επέστρεψε.

Έπαθε ένα σοβαρό εγκεφαλικό το 1994, από το οποίο δεν επανήλθε ποτέ πλήρως. Πέθανε τον Απρίλιο του 2009 στο Τελ Αβίβ, σε ηλικία 86 ετών. Η ιστορία του είναι παράδειγμα θέλησης και επιβίωσης, ένας πραγματικός «θρίαμβος του πνεύματος» που μπορεί να εμπνεύσει τον καθένα μας.

Η ιστορία του Σολομόν Αρούχ έγινε ταινία που προβλήθηκε το 1989, με τον τίτλο «Triumph of the spirit» (ο ελληνικός τίτλος ήταν «Ο Θρίαμβος του πνεύματος»). ‘Ενας από τους παραγωγούς ήταν ο νικητής Oscar, για το Platoon, Αrnold Kopelson. Ο Willem Dafoe ανέλαβε τον πρωταγωνιστικό ρόλο και για πρώτη φορά -σε ό,τι αφορά μεγάλη κινηματογραφική παραγωγή- έγιναν γυρίσματα στο Auschwitz.

Σύμφωνα με το σενάριο, το 1943 συνελήφθη μαζί με την αρραβωνιαστικιά του, Allegra και την οικογένειά του και μεταφέρθηκαν στο Auschwitz, όπου οι φρουροί των SS έκριναν πως μπορούν να τον χρησιμοποιήσουν για τη διασκέδαση τους. Τον υποχρέωσαν λοιπόν, να αντιμετωπίζει στο ρινγκ άλλους φυλακισμένους, μέχρι τελικής πτώσεως. Και δεν εννοώ το knock out, αλλά θάνατο.

Αν αρνείτο, θα τιμωρούσαν την οικογένειά του. Αν κέρδιζε, θα λάμβανε περισσότερες μερίδες φαγητού που θα μπορούσε να μοιραστεί με όσους αγαπούσε. Αν έχανε, θα πήγαινε στον θάλαμο αερίων. Επί της ουσίας, δεν είχε πολλές επιλογές. Με τον καιρό, έβλεπε τους συγγενείς και τους φίλους του να δολοφονούνται και έφτασε στο σημείο που ο λόγος να συνεχίσει να προσπαθεί ήταν η αγάπη για τη γυναίκα της ζωής του. Η πραγματικότητα ήταν λίγο διαφορετική.

Ο ήρωας (υπό την όποια έννοια) της ιστορίας ήταν ένας λιμενεργάτης στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος γεννήθηκε το 1923, άρχισε την πυγμαχία από παιδί στον σύλλογο Μακαμπή. Κέρδισε τον πρώτο του αγώνα όταν ήταν 14 χρόνων. «Έριξα τον αντίπαλο μου στο έδαφος, δυο φορές, μέχρι που παραδόθηκε«. Στα 16 ήταν πρωταθλητής Ελλάδος, μεσαίων βαρών. Στα 17 έγινε πρωταθλητής στα Βαλκάνια. Το ρεκόρ του ήταν 24-0 και το παρατσούκλι του «μπαλαρίνα, λόγω του τρόπου που χρησιμοποιούσα τα πόδια μου, χάριν των κινήσεων που έκανα«. Η πυγμαχία ήταν ερασιτεχνική και άρα αρκούνταν στη χαρά της νίκης και τα μετάλλια. Το 1940 ήταν μεταξύ των υποψηφίων για να εκπροσωπήσουν την Ελλάδα στους Ολυμπιακούς Αγώνες που ακυρώθηκαν λόγω του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν τη «νύφη του Θερμαϊκού», τον Μάιο του 1941, εκείνος υπηρετούσε τη θητεία του στον ελληνικό στρατό και ήταν μέλος της ομάδας πυγμαχίας που είχαν οι ένοπλες δυνάμεις. Ήταν μεταξύ των 50.000 Εβραίων που συνελήφθησαν σε δυο χρόνια και μεταφέρθηκαν στο Auschwitz. Μόλις 2.000 επιβίωσαν. Στις 15 Μαΐου του 1943 έφτασε μαζί με τους γονείς του, τις τρεις μικρότερες αδελφές του και τον αδελφό του στο στρατόπεδο εργασίας. Η μητέρα του και οι αδελφές του οδηγήθηκαν απευθείας στο θάλαμο αερίων.

«Η οικογένεια μου έφτασε στο Auschwitz στις 6 το απόγευμα» είχε πει στους New York Times, το 1989, «πέρασα μια μέρα όρθιος και γυμνός. Οι Ναζί μας καθάρισαν με νερό, μας απολύμαναν, ξύρισαν τα μαλλιά μας και μας έκαναν tattoo τους αριθμούς στο χέρι«. Ο δικός του ήταν 136954. «Την επομένη μας έδωσαν πιτζάμες«.

Σε συνέντευξη που είχε δώσει το 1990, στο αμερικανικό «People» είχε αποκαλύψει πως όταν έφτασε στο στρατόπεδο, συνάντησε ένα γνωστό του από την πόλη του, ο οποίος είχε συμπληρώσει αρκετούς μήνες ως κρατούμενος. Τον ρώτησε πού ήταν οι κοινοί τους γνωστοί. «Μου απάντησε πως όλοι ήταν νεκροί. Ότι τους είχαν κάψει. Σκέφτηκα πως έχει τρελαθεί«.

Αφότου πέρασε τη στάνταρ διαδικασία (της απολύμανσης και της απόκτησης αριθμού) είδε ένα μεγάλο αυτοκίνητο των SS να πλησιάζει προς το μέρος όπου ήταν οι κρατούμενοι. Κατέβηκε ένας διοικητής («θυμάμαι το όνομα του ήταν Hans«) και ζήτησε να μάθει «αν κάποιος από εμάς ήξερε πυγμαχία ή πάλη. Σήκωσα το χέρι μου. Του είπα πως είμαι πυγμάχος. Δεν με πίστεψε. Μου είπε πως ήμουν κοντός (1.67). Χάραξε στο χώμα ένα ρινγκ και με ρώτησε αν ήμουν έτοιμος να δώσω τον πρώτο μου αγώνα. Ήμουν πολύ φοβισμένος. Ήμουν και εξαντλημένος, γιατί δεν είχα κλείσει μάτι όλο το βράδυ, ενώ δεν είχα φάει τίποτα. Είπα ωστόσο, πως είμαι έτοιμος«.

Ο αξιωματούχος του έδωσε ένα ζευγάρι γάντια, κάλεσε έναν άλλον κρατούμενο «τον Chaim, που ήταν μεταξύ των πυγμάχων του διοικητή» και το ματς ξεκίνησε. Ήταν το πρώτο από τα 200 που έδωσε σε δυο χρόνια.

«Στον πρώτο γύρο εκτίμησα την κατάσταση που είχα απέναντι μου και κατάλαβα πως μπορώ να κερδίσω. Δεν ήμουν όμως, σίγουρος αν έπρεπε να το κάνω αυτό, αν έπρεπε να νικήσω. Ο διοικητής ήταν ο διαιτητής και στο δεύτερο γύρο, ξεκίνησα να χτυπώ τον αντίπαλο μου. Με την άκρη του ματιού, είδα τον Hans να χαμογελά. Πήρα θάρρος. Στον τρίτο γύρο συνέχισα να κυριαρχώ και τελικά έβγαλα knock out τον Chaim. Ο Hans μου είπε «ω Θεέ μου, από πού ήλθε αυτός;».

Του απάντησα «αν έχεις έναν καλό μποξέρ, φέρτον μου και θα σου δείξω τι πραγματικά μπορώ να κάνω». Είκοσι λεπτά αργότερα, είχε απέναντι του έναν Τσεχοσλοβάκο κρατούμενο, ο οποίος ήταν 1.83. «Έπρεπε να σηκώσω το κεφάλι, για να τον βρω στο στομάχι και να τυλιχτεί στα δυο. Τότε ήταν που πείστηκε ο Hans πως ήμουν καλός«.

Τότε ήταν που τον ειδοποίησε για το μέλλον του. «Οι κανόνες ήταν απλοί. Παίζαμε μέχρι να βγει κάποιος knock out ή έως ότου βαρεθούν οι Ναζί. Αρνούνταν να φύγουν, αν δεν δουν αίμα. Θύμιζαν περισσότερο κοκορομαχίες και διεξάγονταν κάθε Τετάρτη και κάθε Κυριακή, σε μια αποθήκη γεμάτη καπνό, με τους φρουρούς να πίνουν και να στοιχηματίζουν. Σκότωναν όποιον έκριναν ως αδύναμο. Τιμωρούσαν όποιον έχανε.

Εκείνος κέρδιζε και το βραβείο του ήταν ένα καρβέλι ψωμί έπειτα από κάθε νίκη. Έδωσε 208 αγώνες, κέρδισε τους 206 και είχε δυο ισοπαλίες. «Πριν κάθε αγώνα έτρεμα. Ήμουν χάλια. Όταν έφτανα στο ρινγκ, ήξερα πως αν δείξω συμπόνοια, θα χάσω τη ζωή μου. Δεν είχα επιλογές.

Επειδή τους ήταν πολύτιμος (για τη διασκέδαση τους), οι Ναζί τον απήλλαξαν από τις εργασίες που στοίχισαν εκατοντάδες χιλιάδες ζωές (έβλεπε κάθε μέρα ανθρώπους να πεθαίνουν μπροστά στα μάτια του, υποκύπτοντας στα τραύματα ξυλοδαρμού) και τον μετέφεραν στην κουζίνα. Εκείνος έκλεβε φαγητό και το έδινε στους συγκρατούμενους του. Σε εκείνους «που δούλευαν από τις 4 το πρωί έως τα μεσάνυχτα και ποτέ δεν έλεγαν «καληνύχτα» μεταξύ τους. Μόνο «κοιμήσου». Για κάποιους ήταν προτιμότερος ο θάνατος από αυτό που περνούσαν.

«Ο πατέρας του, επίσης λιμενεργάτης, αρρώστησε και τον έστειλαν στο θάλαμο αερίων. Ο αδελφός του αρνήθηκε να αφαιρέσει τα χρυσά δόντια νεκρών στο θάλαμο αερίων και τον σκότωσαν πάραυτα, με μια σφαίρα στο κεφάλι. Η πυγμαχία του επέτρεψε να επιβιώσει και η μόνη φορά που ήλθε κοντά στον θάνατο ήταν όταν συνάντησε έναν επαγγελματία Γερμανοεβραίο boxer, ονόματι Klaus Silber.

Ήταν πολύ πιο μεγαλόσωμος και σχεδόν τον έβγαλε knock out. Βγήκαν εκτός ρινγκ, με τον Arouch να βρίσκει τρόπο να τον νικήσει. Ουδείς είδε ξανά τον Silber. Συνάντησε έναν από τους αντιπάλους του -πάλαι ποτέ Ολυμπιονίκη με την Πολωνία, με τον οποίον πάλεψαν με γυμνά χέρια, το ξημέρωμα- πενήντα χρόνια αργότερα. Έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και δεν είπαν κουβέντα.

Μετά την απελευθέρωση του στρατοπέδου, στις 27 Ιανουαρίου του 1945, άρχισε να αναζητά σε άλλα κέντρα συγκέντρωσης τυχόν ζωντανούς συγγενείς του. Στην επίσκεψη του στο Belsen, γνώρισε τη Marta Yechiel, μια έφηβη από τη γενέτειρα του. Παντρεύτηκαν και μετανάστευσαν στην Παλαιστίνη. Πολέμησε στον αραβοϊσραηλινό πόλεμο, το 1948, μετά την κήρυξη ανεξαρτησίας του Ισραήλ και μετά άρχισε να παίρνει μέρος σε ερασιτεχνικούς αγώνες πυγμαχίας. Το 1955 έδωσε και ένα επαγγελματικό ματς.

Μετά έγινε ιδιοκτήτης μεταφορικής και ναυτιλιακής εταιρίας, με έδρα το Tel Aviv. Με την Marta απέκτησαν 4 παιδιά και 12 εγγόνια. «Επέστρεψε στο στρατόπεδο μια φορά, μετά τον πόλεμο, στο πλαίσιο της συνεργασίας που είχε με τους παραγωγούς της ταινίας «Triumph of the spirit» θα πει η σύζυγος του, στη Haaretz το 2009, «έμεινε εκεί τρεις μήνες και θυμήθηκε όσα είχε περάσει. Ξαναέζησε την κάθε μέρα. Τους έδειχνε και πώς να πυγμαχούν. Ήταν χαρούμενος γιατί ήξερε πως θα αφήσει κάτι πίσω του, όταν πια θα έχει «φύγει«

Εκείνος είχε παραδεχθεί πως «ως εμπειρία ήταν τραγική. Στο μυαλό μου, είδα τους γονείς μου. Ξαναέζησα κάθε εφιαλτική στιγμή…

Η κόρη του ζευγαριού, Dalia Gonen πρόσθεσε πως «και η μητέρα μου ήταν στο Auschwitz. Και η δική της ιστορία θα μπορούσε να γίνει ταινία. Προτίμησε ωστόσο, να περάσει τα τελευταία 15 χρόνια στο πλευρό του άνδρα της, ο οποίος ήταν ανήμπορος έπειτα από ένα εγκεφαλικό που έπαθε το 1994. Πριν αρρωστήσει, επισκεπτόταν σχολεία και τις βάσεις του ισραηλινού στρατού για να διηγηθεί την ιστορία του. Όταν προβλήθηκε η ταινία, γνώρισε πολλούς γνωστούς πυγμάχους, όπως ο Mohammad Ali και ο Μike Tyson«. Στις 26 Απριλίου του 2009 πέθανε σε ηλικία 86 χρόνων….

SHARE

Περισσότερα

MORE NEWS DESK