Ένα από τα πιο αιμοβόρα αφεντικά της ιταλικής μαφίας που κυβέρνησε τη Ναπολιτάνικη Καμόρα (Gomorrah) από ένα κελί φυλακής για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του έφυγε από τη ζωή. Ο 79χρονος Raffaele ‘Καθηγητής’ Cutolo βρέθηκε νεκρός σε ένα κρεβάτι της φυλακής στην Πάρμα την Τετάρτη το πρωί, αφού πέρασε τα τελευταία 42 χρόνια της ζωής του πίσω από τα κάγκελα. Από τη φυλακή ίδρυσε τη «Νέα Καμόρα» τη δεκαετία του ’70 και ενορχήστρωσε έναν αιματηρό πόλεμο εναντίον της σικελιάνικης Cosa Nostra τη δεκαετία του 1980.
Ο Cutolo είχε υπό τις διαταγές του μία ολόκληρη λεγεώνα 10.000 ανδρών που έκαναν λαθρεμπόριο κοκαΐνης και παρείχαν προστασία, είχε ένα παιδί που απέκτησε με τεχνητή γονιμοποίηση και ενέπνευσε επίσης μια ταινία του 1986 με πρωταγωνιστή τον Ben Gazzara, ενώ είχε στην πλάτη του πολλές ποινές ισόβιας κάθειρξης.
Το λεπτό αγόρι αγροτών από την Καμπανία είχε καθίσει ακόμη και στο τραπέζι με κορυφαίους πολιτικούς της Ιταλίας, ενώ του είχε ζητηθεί να διαπραγματευτεί την απελευθέρωση του Προέδρου της Καμπανίας, Ciro Cirillo, ο οποίος είχε απαχθεί από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες το 1981.
«Ο Cutolo ήταν ένα κομμάτι του ιταλικού κράτους», δήλωσε ο συγγραφέας της Gomorrah, Roberto Saviano. «Ήταν πολύ δυνατός, με μεγάλη ισχύ και επιρροή, περισσότερη από πρωθυπουργού». Το 1964, ο 22χρονος Cutolo φυλακίστηκε για πρώτη φορά επειδή δολοφόνησε έναν άντρα που είχε κολλήσει στην αδελφή του.
Στάλθηκε στη φυλακή Poggioreale της Νάπολης, διαβόητη για το θάλαμο βασανιστηρίων της, όπου και αντιμετώπισε νωρίς, στα 24 χρόνια του, τον νονό της Camorra, Antonio «the Badman» Spavone. Ο νεαρός Cutolo είχε ζητήσει από τον Spavone να τον συναντήσει στην αυλή. Αλλά ο νονός δεν εμφανίστηκε ποτέ και από εκείνη την ημέρα ο Cutolo φοβόταν για τη ζωή του καθ’ όλη τη διάρκεια της φυλάκισης του.
Αργότερα, όταν απελευθερώθηκε ο Spavone, ένας εκτελεστής, που πιστεύεται ότι είχε προσληφθεί από το Cutolo, τον πυροβόλησε με όπλο στο πρόσωπό του. Ο Spavone επέζησε, αλλά χρειάστηκε πλαστική χειρουργική και αμέσως υποχώρησε από τον ρόλο του ως επικεφαλής της Camorra.
Μέχρι τη δεκαετία του 1970, ο Cutolo είχε ιδρύσει τη «New Camorra Organisation» (NCO) («Νέα οργάνωση Camorra»), με μια ομάδα σκληρών κακοποιών, οι οποίοι είχαν σαν σκοπό να δημιουργήσουν οικονομικά εύρωστες εγκληματικές επιχειρήσεις που θα βοηθούσαν οικονομικά στην απελευθέρωσή του από τη φυλακή.
Ο Cutolo έζησε με πολυτέλεια σε ένα κελί μόνος του, του επιτράπηκε να χρησιμοποιεί το τηλέφωνο του διοικητή των φυλακών ώστε να καλεί οπουδήποτε στον κόσμο και ο σεφ και ο λογιστής του ζούσαν στο διπλανό δωμάτιο-κελί. Φημολογείται ακόμη ότι κάποτε χαστούκισε τον διοικητή της φυλακής Poggioreale όταν τόλμησε να δώσει εντολή να ελεγχθεί το κελί του. Οι συνεργάτες του είχαν δημιουργήσει ένα τεράστιο δίκτυο προστασίας τόσο στην αγορά όσο και στις φυλακές και προσέφερε στα μέλη την αίσθηση ότι «ανήκουν και αξίζουν», κάτι που λειτουργούσε πολλαπλασιαστικά στη συνεχώς διευρυνόμενη οργάνωση του.
Για παράδειγμα, αγόραζε φαγητό για φτωχότερους κρατούμενους και έτσι δημιούργησε «χρέη» για τα οποία ζητούσε να αποζημιωθεί -συχνά με αίμα- όταν θα ήταν πλέον ελεύθεροι. Με τον τρόπο αυτό, εκείνοι θα ήταν για πάντα δεμένοι με την οργάνωση αν δεν ήθελαν να έχουν μαρτυρικό θάνατο.
Ο Cutolo είχε καθιερώσει μια μοναδική ιδεολογία, την οποία ορισμένοι περιέγραφαν ακόμη και ως «λατρεία θανάτου», η οποία υποστήριζε ότι «η αξία της ζωής δεν αποτελείται από τη διάρκεια της αλλά από τη χρήση της». Έγραψε ένα βιβλίο με το τίτλο «Poesie e pensieri» («Σκέψεις και ποιήματα») το οποίο διανεμήθηκε ευρέως σε όλη την Καμπανία και ήταν γνωστό ως «Βίβλος του NCO» («Βίβλος της νέας Cammora»).
Πίσω από τα κάγκελα, τα γραπτά και οι συνεντεύξεις του με δημοσιογράφους δημιούργησαν την εικόνα ενός προσώπου που ήταν αξιοσέβαστο στους δρόμους της Νάπολης. Τον ονόμασαν μάλιστα Πρίγκιπα (‘Ο Princepe) και Ευαγγέλιο (‘Ο Vangelo) και οι τρόφιμοι θα φιλούσαν το χέρι του σαν να ήταν ο Πάπας. Ο Cutulo έφτιαξε ακόμη και ένα τελετουργικό μύησης που περιλάμβανε τη φράση: «Την ημέρα που οι άνθρωποι της Καμπανίας καταλάβουν ότι είναι καλύτερο να τρώνε ένα κομμάτι ψωμί ως ελεύθερα άτομα από το να τρώτε μπριζόλα ως σκλάβοι θα είναι η μέρα που η Καμπανία θα κερδίσει».
Στα αγροτικά χωριά της Καμπανίας, ο Cutolo, αγρότης και ο ίδιος, είχε αποκτήσει ένθερμους οπαδούς μεταξύ των ανέργών νέων που έκαναν αγώνα να βρουν δουλειά καθώς η οικονομία της Ιταλίας κατέρρεε. Μάλιστα, η ιταλική δικαιοσύνη εκτιμά ότι μέχρι το 1980 είχε βρει υποστήριξη από 10.000 άντρες. Τότε ήταν που ξεκίνησε τον τρομερό εσωτερικό του πόλεμο στην Cammora, ο οποίος θα άφηνε πίσω εκατοντάδες νεκρούς γκάνγκστερ αλλά και δεκάδες αθώους.
Υπήρχαν δύο ξεχωριστοί κλάδοι της Camorra στη Νάπολη: Ο NCO του Cutolo, που ασχολιόταν κυρίως με κοκαΐνη και παροχή προστασίας και οι αντίπαλες οικογένειες που πουλούσαν ηρωίνη και τσιγάρα, κάποιες από τις οποίες είχαν συνάψει συμμαχίες με τη σικελική Cosa Nostra.
Το τελευταίο ήταν πραγματική καταστροφή για τον Cutolo. Η βία και η αγριότητα του NCO ήταν συντριπτική για τις μικρότερες οικογένειες που δεν μπορούσαν να αντισταθούν όταν η μαφία του Cutolo ζητούσε «φόρο επί των πωλήσεων». Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70, αυτές οι μικρότερες οικογένειες ενώθηκαν για να σχηματίσουν το Nuova Famiglia που είχε ισχυρούς δεσμούς με την Cosa Nostra.
Ο πόλεμος που ακολούθησε και που διεξήχθη από το 1980 έως το 1983 ήταν τόσο αιματηρός που η αστυνομία δυσκολεύονταν να παρέμβει στις μαφιόζικές εκτελέσεις. Η Cosa Nostra, ωστόσο, κατάφερε να χρησιμοποιήσει την επιρροή της διασφαλίζοντας ότι όταν «πέσει η σκόνη» άνδρες της NCO θα συλλαμβάνονταν και θα παραδίδονταν στην αστυνομία. Μάλιστα, λέγεται ότι ο Cutolo ήθελε να πάρει την Cosa Nostra με το μέρος του, ωστόσο, πρώην πολιτικοί του σύμμαχοι του γύρισαν την πλάτη.
Όταν ο κύριος συνεργάτης του έξω από τα κάγκελα της φυλακής, ο Vincenzo ‘Μαύρος γάτος’ Casillo, πυροβολήθηκε το 1983, ήταν η αρχή της παρακμής για τον Cutolo. Πολλοί τότε εγκατέλειψαν την NCO για να ενταχθούν στις τάξεις των εχθρών του και η αδερφή του συνελήφθη το 1993. Ο Cutolo μεταφέρθηκε σε άλλη φυλακή, στο νησί Asinara, μακριά από τη Νάπολη και δεν ήταν πλέον σε θέση να επικοινωνεί με τον έξω κόσμο.
Παντρεύτηκε τη σύζυγό του Immaculate Iacone το 1983 και το 2007, μετά από μια μακρά νομική μάχη, κατάφερε να αποκτήσει μια κόρη μαζί της μέσω τεχνητής γονιμοποίησης.
«Θα πεθάνω στη φυλακή. Η τελευταία μου επιθυμία είναι να δώσω στη γυναίκα μου ένα παιδί», είχε δηλώσει ο Cutolo στην εφημερίδα «La Repubblica». Νωρίτερα, ο Cutolo είχε ένα ακόμα παιδί, τον Roberto, από προηγούμενο γάμο, αλλά το 1991 είχε χάσει τη ζωή του σε ηλικία 28 ετών όταν πυροβολήθηκε στο Βαρέζε. Οι δολοφόνοι του αργότερα ανακαλύφθηκαν νεκροί, τα πρόσωπά τους ήταν διαλυμένα από τις σφαίρες.
Ο Cutolo το 1980 είχε αγοράσει ένα αρχοντικό, το Κάστρο Medici του Ottaviano, ένα σπίτι πρώην ευγενών, έναντι 270 εκατομμυρίων ιταλικών λιρών. Το κάστρο κατασχέθηκε αργότερα καθώς η επιρροή του μειώθηκε τη δεκαετία του 1990 και από τότε οι μεγαλοπρεπείς αίθουσες του έχουν εγκαταλειφθεί. Ωστόσο, δεν είναι σαφές αν ο Cutolo έβαλε ποτέ το πόδι του μέσα στο κτίριο, καθώς ήταν στη φυλακή από το 1979.
Πέρυσι, έδωσε μία ακόμα νομική μάχη υποστηρίζοντας ότι επειδή ήταν άρρωστος θα έπρεπε να αφεθεί ελεύθερος και να του επιτραπεί να ζήσει τις τελευταίες μέρες του υπό κατ οίκον περιορισμό.
Το ιταλικό κράτος του το είχε αρνηθεί, υποστηρίζοντας ότι ο Cutolo εξακολουθούσε να είναι ένα ισχυρό σύμβολο που θα ενίσχυε εγκληματικές συμμορίες που εξακολουθούν να αποτίουν φόρο τιμής στον νονό και την NCO.
Την τελευταία εβδομάδα έπασχε από πνευμονία, η κατάστασή του επιδεινώθηκε και σύμφωνα με πληροφορίες διαγνώστηκε με σηψαιμία. Οι δικηγόροι του είχαν υποβάλει νέες νομικές παραστάσεις για την απελευθέρωσή του την Τρίτη, αλλά πέθανε την επόμενη μέρα.









